Την επιχείρηση εξαπάτησης του ελληνικού λαού για το δήθεν “τέλος των μνημονίων” και την επιστροφή στην “κανονικότητα”, έχει ξεκινήσει μεν η κυβέρνηση εδώ και καιρό, ωστόσο μετά και την 21η Αυγούστου, ημερομηνία «λήξης» του λεγόμενου «προγράμματος στήριξης» του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (EMS), η επιχείρηση αυτή έχει ενταθεί από τα κυβερνητικά επιτελεία που προσπαθούν να καλλιεργήσουν κλίμα αισιοδοξίας και προοπτικής “επαναφοράς των εργασιακών δικαιωμάτων”.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο εντάσσονται και όλες οι δηλώσεις που συνόδευσαν την υπογραφή της υπουργού Εργασίας, τεσσάρων κλαδικών συμβάσεων (Τραπεζών, Ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων, Γραφείων ταξιδίων και τουρισμού, Πρακτορειακών επιχειρήσεων που είναι μέλη της Διεθνούς Ναυτικής Ένωσης) τις προηγούμενες ημέρες και τις εντυπώσεις που θέλησε σύσσωμη η κυβέρνηση να δημιουργήσει γύρω από τις δυνατότητες επεκτασιμότητας αυτών των συμβάσεων.

Ο ίδιος ο Αλ. Τσίπρας δήλωσε ηχηρά ότι “η υπουργός Εργασίας υπέγραψε για τις πρώτες 4 κλαδικές συμβάσεις εργασίας, που αφορούν περίπου 75.000 εργαζόμενους, οι οποίοι θα δουν άμεσα αυξήσεις στους μισθούς τους…», μη διστάζοντας να παραπλανήσει τόσο για τον αριθμό των εργαζομένων που θα καλύψει η επεκτασιμότητα συγκεκριμένων κλαδικών συμβάσεων, όσο και για το αν αυτή συνεπάγεται αυξήσεις στους μισθούς.

Η αλήθεια για το τι θα σημάνει η επεκτασιμότητα στις κλαδικές συμβάσεις, με τα σημερινά δεδομένα που έχει διαμορφώσει η μνημονιακή πολιτική και τις νομοθετικές ρυθμίσεις που έχουν περάσει οι κυβερνήσεις και αφήνει απείραχτες η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ,είναι σαφώς πολύ διαφορετική από αυτά που διαδίδει:

Πρώτα και κύρια, η επέκταση των κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων δεν θα γίνει σε όλους τους κλάδους που υπάρχουν κλαδικές συμβάσεις. Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι άλλωστε εκείνη που εναπόθεσε στην «καλή θέληση» των εργοδοτών τη δυνατότητα να κρίνουν αν μια σύμβαση θα γίνει υποχρεωτική, με την προαιρετική κατάθεση του μητρώου των εργαζομένων τους, για να διαπιστωθεί αν καλύπτουν το 50%+1 του κλάδου. Καθιστώντας, έτσι, το νομοθετικό πλαίσιο ακόμη πιο ευνοϊκό για τους εργοδότες, οι οποίοι είτε δεν προσέρχονται στις διαπραγματεύσεις για τις Συλλογικές Συμβάσεις είτε τις υπονομεύουν και δεν τις εφαρμόζουν.

Επιπλέον στη μεγάλη πλειοψηφία των κλάδων δεν υπάρχουν κλαδικές συμβάσεις, ως αποτέλεσμα των νόμων όλων των προηγούμενων χρόνων. Το ποσοστό των εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές ΣΣΕ δεν ξεπερνά το 10% του συνόλου των εργαζομένων. Η κυβέρνηση δεν καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή ούτε καν αυτών που υπάρχουν. Σήμερα το σύνολο των κλαδικών ΣΣΕ είναι 44.

Άλλη μια αλήθεια που αποκρύπτει η κυβέρνηση είναι πως δεν υφίσταται επέκταση σε εργαζόμενους με διαφορετική σχέση εργασίας, γεγονός που καθιστά την περιβόητη επεκτασιμότητα κενό γράμμα γι’ αυτούς τους εργαζόμενους που καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό στο σύνολο των εργαζομένων κάθε κλάδου. Μέσα σ’ όλη αυτή την πανσπερμία εργασιακών σχέσεων, που επικρατεί με την ανοχή και της σημερινής κυβέρνησης, χιλιάδες εργαζόμενοι είτε δεν θεωρούνται εργαζόμενοι του κλάδου (π.χ. ενοικιαζόμενοι, εργολαβικοί, εργαζόμενοι σε θυγατρικές, κλπ), είτε δεν παίρνουν ούτε και τον κατώτατο μισθό, όπως συμβαίνει με το 52% των νέων εργαζομένων που εργάζονται με «ευέλικτες» μορφές απασχόλησης και αμείβονται με 378 ευρώ μεικτά. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σύμβαση των τραπεζών, που η υπουργός Εργασίας κομπάζει ότι επέκτεινε. Από την «επέκταση» της Σύμβασης, δεν προκύπτει κάλυψη άλλων εργαζομένων πέραν όσων μέχρι σήμερα καλύπτονται, την ίδια ώρα που χιλιάδες εργολαβικοί ή εργαζόμενοι μέσω θυγατρικών που δουλεύουν για τις τράπεζες παραμένουν αποκλεισμένοι από την κλαδική Σύμβαση, όπως ακριβώς γινόταν και πριν την υπογραφή της «επέκτασης».

Επιπλέον οι κλαδικές συμβάσεις που υπόγραψε η υπουργός Εργασίας την επέκτασή τους δεν προβλέπουν αύξηση. Είναι συλλογικές συμβάσεις υπογεγραμμένες στα χρόνια των μνημονίων που είτε έχουν μειώσει μισθούς είτε τους έχουν παγώσει. Δεν προκύπτει π.χ. αύξηση στους μισθούς των εργαζομένων στις τράπεζες, ούτε γι’ αυτούς που μέχρι τώρα καλύπτονται, ούτε εννοείται για τους υπόλοιπους, που είναι χιλιάδες και δεν τους “πιάνει” η κλαδική σύμβαση.

Αυτή είναι η εικόνα της σημερινής εργασιακής ζούγκλας και όσα ψέματα κι αν πουν ο πρωθυπουργός και ο υπουργοί του δεν πείθουν κανένα. Καμιά επιστροφή στην «κανονικότητα» δεν επιφυλάσσει η έξοδος από τα μνημόνια που τόσο θριαμβολογικά υπόσχονταν η κυβέρνηση. Άλλωστε, ο ΣΕΒ φρόντισε αρκετές φορές μέχρι σήμερα να καταστήσει σαφές, ότι με το τέλος των μνημονίων δεν θα πρέπει να επαναληφθούν «στρεβλώσεις» του παρελθόντος, στις οποίες μάλιστα ο ΣΕΒ βλέπει και τα αίτια της κρίσης. Έτσι και λίγες μέρες μετά την υποτιθέμενη «έξοδο απο τα μνημόνια», ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Θ. Φέσσας, με άρθρο του για την «αναβίωση, μετά την 21η Αυγούστου 2018, του υπουργικού δικαιώματος της επέκτασης και της κήρυξης γενικώς υποχρεωτικών των κλαδικών ΣΣΕ», προειδοποιεί ότι η εργοδοσία απαιτεί να τηρούνται έξι συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

1. Να αποκλεισθεί η επέκταση των ομοιο-επαγγελματικών ΣΣΕ, καθώς καλύπτουν εργαζόμενους σε τελείως ανόμοιες μεταξύ τους επιχειρήσεις, με πολύ διαφορετική οικονομική κατάσταση και διαφορετικούς κλάδους.

Για τον ΣΕΒ είναι μια παθογένεια, μια στρέβλωση που έρχεται από το παρελθόν και δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή οικονομική πραγματικότητα. Μόνο προβλήματα δημιουργεί στη λειτουργία των επιχειρήσεων.

2. Να τηρείται η αντιπροσωπευτικότητα τουλάχιστον του 51% των εργαζομένων του κλάδου, ως απαραίτητη προϋπόθεση διαφάνειας και πλήρους σεβασμού της διαδικασίας που ορίζει ο νόμος

3. Οι συμβαλλόμενες οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων να συμφωνούν στην επέκταση ισχύος της κλαδικής ΣΣΕ.

4. Να μην υπάρχει δυνατότητα επέκτασης των ρυθμίσεων που είναι παράγωγα της υποχρεωτικής διαιτησίας.

Είναι γνωστή άλλωστε η άποψη του ΣΕΒ για τον θεσμό της διαιτησίας, καθώς θεωρεί ότι ούτως ή άλλως αντίκειται στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας και επ’ αυτού έχουν γίνει επανειλημμένες συστάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) προς τη χώρα μας.

5. Να υπάρχει ρήτρα εξαίρεσης σε επιχειρησιακό επίπεδο, όπως συμβαίνει σε όλα τα εξελιγμένα συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων στην ΕΕ, που όταν έχουν διαδικασίες επεκτάσεων, περιλαμβάνουν ειδικές πρόνοιες για τις επιχειρήσεις που είναι υπερχρεωμένες ή σε διαδικασία αναδιάρθρωσης.

6. Οι διαδικασίες επέκτασης κλαδικών συμβάσεων και οι σχετικές αποφάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από ανάλυση επιπτώσεων στην αγορά εργασίας, στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα του κλάδου τον οποίον αφορούν, ενώ πριν την επέκταση εργοδότες και εργαζόμενοι επί των οποίων η επέκταση θα εφαρμοσθεί, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν στις διαδικασίες του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας (ΑΣΕ) τις θέσεις τους. Οι επεκτάσεις να μην γίνονται με συνοπτικές και αδιαφανείς διαδικασίες για λόγους εφήμερης πολιτικής εκμετάλλευσης.

Τέλος, όπως επισημαίνει «Η σχετική εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας καλύπτει μερικώς μόνο τις παραπάνω προϋποθέσεις, με σοβαρό κίνδυνο να υπάρξουν επεκτάσεις που δεν θα πληρούν τα κριτήρια που θέτει ο νόμος και άρα να κηρυχθούν άκυρες στα δικαστήρια. Μένει λοιπόν να τηρηθεί στην πράξη η ορθή διαδικασία, ώστε να μην επανέλθουν οι παθογένειες και στρεβλώσεις του πρόσφατου παρελθόντος.»

Ο ΣΕΒ, ως γνωστόν, επανειλημμένα έχει δηλώσει ότι δεν θέλει κλαδικές συμβάσεις αλλά μόνο επιχειρησιακές ΣΣΕ και ατομικές συμβάσεις

Αν, λοιπόν, σ’ όλα όσα προαναφέραμε (νομοθετικό πλαίσιο για την επεκτασιμότητα, πολύ μικρό ποσοστό κάλυψης εργαζόμενων από κλαδικές συμβάσεις κλπ.) προστεθεί η τοποθέτησή του, που δείχνει την πρόθεση και το πώς θα ενεργήσει η εργοδοσία για να εξουδετερώσει όσο περισσότερο μπορεί την επεκτασιμότητα των κλαδικών ΣΣΕ, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι, παρά την κυβερνητική δημαγωγία, έχουμε να κάνουμε με μια τόσο ακρωτηριασμένη και υπονομευμένη “επαναφορά” του μέτρου της επεκτασιμότητας, τέτοια που το πρακτικό αντίκρυσμά της για τους εργαζόμενους να είναι εντελώς περιορισμένο έως σχεδόν μηδαμινό.

Πηγή: Εφημερίδα Λαϊκός Δρόμος

 

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το