Ήταν – είναι- ένας από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές και στιχουργούς. Ήρθε στον κόσμο τον χειμώνα του 1949 στην Κοκκινιά Θεσπρωτίας, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, ως Βαγγέλης Λιάρος κι έφυγε απ’ αυτόν τον χειμώνα του 2012 στην Αθήνα ως Άλκης Αλκαίος. Όμως η ψυχή του, όλα αυτά τα χρόνια, κατοικούσε στην Πάργα, στην οποία έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Αυτήν θεωρούσε πόλη του, αυτή υπάρχει σε όλα του τα ποιήματα: ο αέρας της, το άρωμά της, ο ίσκιος της, οι άνθρωποί της.  Κι ας υπάρχει μόνο ένα ποίημα που φέρει τ’ όνομά της στον τίτλο του. Και την Πάργα διάλεξε για τελευταία του κατοικία, στα χώματά της επέλεξε να αναπαυτεί.

Στην Πάργα τέλειωσε το γυμνάσιο και, μαθητής ακόμα, έκανε εκεί την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα με ένα δοκίμιο για τον Κώστα Καρυωτάκη, με τίτλο «Κώστας Καρυωτάκης: Ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε».  Θα γράψει, αργότερα, ο ίδιος:  «…Ήταν αρχές του 1967, όταν ο αείμνηστος Αλέξανδρος Μπάγκας, Δήμαρχος Πάργας, με παρουσίασε, μαθητή ακόμα στο γυμνάσιο Πάργας, ως δημιουργό με τα πιο ενθουσιώδη λόγια, στο κατάμεστο χειμωνιάτικο σινεμά, στου “Καρύδη”. Θέμα της διάλεξης ήταν ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης και αφορμή η άρνηση των θρησκευτικών αρχών στην Πρέβεζα να τελέσουν μνημόσυνο για έναν αυτόχειρα. Η διάλεξη αυτή έγινε βιβλίο. Και θυμάμαι πόση συγκίνηση ένοιωσα όταν έλαβα ένα γράμμα από το Θάνο Καρυωτάκη, αδελφό του ποιητή, με ύμνους για το βιβλίο. Έτσι ξεκίνησα. Με ένα πεζό για έναν ποιητή. Υπό την αιγίδα του Δήμου Πάργας

Μετά το γυμνάσιο έρχεται για σπουδές στην Αθήνα, στη Νομική Σχολή.  Μέσα στη δικτατορία, είναι ένα βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο με δράση στο χώρο της Αριστεράς.  Συμμετέχει στην πρώτη απόπειρα δραπέτευσης του Αλέκου Παναγούλη,  φυλακισμένου για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γιώργου Παπαδόπουλου.  Συλαμβάνεται και βασανίζεται ανελέητα με αποτέλεσμα να υποστεί μόνιμες και σοβαρές νευρολογικές και κινητικές βλάβες, που επιδεινώνονταν με την πάροδο των χρόνων.  Ένα ισχυρό και λαμπρό πνεύμα σ’ ένα αδύναμο κορμί, ένα τεράστιο ταλέντο στην υπηρεσία της τέχνης.

Το 1977, ο Θάνος Μικρούτσικος τον ανακαλύπτει από ένα ποίημά του δημοσιευμένο στον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ και γοητεύεται από το ταλέντο του.  Μελοποιεί το ποίημά του «Φλεβάρης 1848» που συμπεριλαμβάνεται στα «Τραγούδια της Λευτεριάς» του 1978. Ο Βαγγέλης Λιάρος δίνει τη θέση του στον Άλκη Αλκαίο, όνομα δανεισμένο από έναν θείο του ΕΛΑΣίτη που σκοτώθηκε. Ακολουθούν και άλλα και φτάνουμε στο 1982, όπου ο ποιητής υπογράφει όλους τους στίχους των τραγουδιών του «Εμπάργκο».  Η στιχουργική του ταυτότητα ξεχωρίζει αμέσως από τον σωρό των πολιτικοποιημένων στιχουργών της μεταπολίτευσης.  Ο Αλκαίος γράφει ξεπερνώντας τα σύνορα της Ελλάδας, είναι ένας εκφραστής της παγκόσμιας ελευθερίας με σαφή μαρξιστικό προσανατολισμό.

Με τον Θάνο Μικρούτσικο δημιούργησαν εμβληματικά έργα της ελληνικής δισκογραφίας και παρέμειναν στενοί φίλοι και συνεργάτες μέχρι το τέλος.  Στον Μικρούτσικο, εξάλλου, οφείλουμε τις ελάχιστες φωτογραφίες του ποιητή και τα μικρά του σημειώματα στα εξώφυλλα των δίσκων.  Ελάχιστα χνάρια, πέρα από εκείνα των στίχων του.  Ο Αλκαίος ήταν ένας βαθιά ιδιωτικός άνθρωπος, που προτιμούσε να μιλά με το έργο του, παρά με την προσωπική του ζωή.

Θα ακολουθήσουν συνεργασίες και με άλλους καταξιωμένους δημιουργούς, που θα μας χαρίσουν διαμάντια της ελληνικής μουσικής σκηνής. Νότης Μαυρουδής, Μάριος Τόκας, Σωκράτης Μάλαμας, Μίλτος Πασχαλίδης, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μπάμπης Στόκας κι άλλοι πολλοί, εμπνέονται από την ποίηση του Αλκαίου και την ντύνουν με υπέροχες μουσικές.

Όσο περνούν τα χρόνια, η κατάσταση της υγείας του χειροτερεύει. Αναγκάζεται να περνά μεγάλα χρονικά διαστήματα κλεισμένος στο σπίτι, καθηλωμένος στο κρεβάτι. Όμως αυτό δεν είναι ικανό να καταβάλλει το πνεύμα του. Μιλά για το μέλλον κι απ’ το παράθυρο του δωματίου του αγναντεύει όλον τον κόσμο. Κι όταν ήρθε ο καρκίνος τον πάλευε κι αυτόν.

Ο Άλκης Αλκαίος, ο «σπουδαίος ποιητής που παρίστανε τον στιχουργό», όπως έλεγε ο αγαπημένος του φίλος Θάνος Μικρούτσικος, έφυγε, όπως κι άλλοι, «γελαστός και γελασμένος».  Τον ευχαριστούμε για τα υπέροχα λόγια που ψιθύριζε στις ψυχές μας τόσα χρόνια.  Διψούν ακόμη, όμως, και το νεράκι αυτού του είδους σπανίζει πια. Όσο για εμένα, υπήρξε αγαπημένος συνταξιδιώτης όλης της ενήλικης ζωής μου, με κατάφερε να τον αποστηθίσω και, μετά από όλες τις λέξεις του κι όλες τις μουσικές που αυτές ενέπνευσαν, νιώθω ένα περίεργο είδος μοναξιάς.  Είμαι σίγουρη όμως πως, από ‘δω και πέρα είναι

“παντού,
στο Μεξικό στο Κατμαντού,
μετάξι στα κουρέλια.
Στα όνειρα των εραστών,
στα δάκρυα των ποιητών
και στων τρελών τα γέλια”**.

*Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από το τραγούδι “Βοριάς φυσάει τα λόγια μου”, σε μουσική του Μιλτιάδη Πασχαλίδη και στίχους -φυσικά- του Άλκη Αλκαίου.

**Στίχοι του Α.Α. από το τραγούδι “Blues on the Road”, σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου.

πηγή: ninacouletaki.wordpress.com

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το