Από την πρώτη κιόλας μέρα εκλογής της η κυβέρνηση της ΝΔ υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη φρόντισε να σφραγίσει την πολιτική της ατζέντα με το δόγμα «νόμος και τάξη». Η καταστολή, η κρατική τρομοκρατία, η καταπάτηση δικαιωμάτων και προσωπικών ελευθεριών βρίσκονται κοντά δύο χρόνια τώρα στην ημερήσια διάταξη.

Οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας με τις οποίες ζει η ελληνική κοινωνία εδώ και αρκετούς μήνες, οι αστυνομικοί έλεγχοι και τα πρόστιμα καθώς και οι χουντονόμοι απαγόρευσης συναθροίσεων και διαδηλώσεων που επιχείρησαν να επιβάλουν με πρόσχημα την πανδημία αφενός δεν έχουν καμία σχέση με τη προστασία της δημόσιας υγείας, αφετέρου αποτελούν συνέχεια και κλιμάκωση της κυβερνητικής καταστολής και τρομοκρατίας που επιχείρησε εξ αρχής να επιβάλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Η εισβολή της ΟΠΚΕ με όπλα σε χώρο διασκέδασης νεολαίας, διατάζοντας τον κόσμο να πέσει κάτω. Η εισβολή των ΕΚΑΜ στο σπίτι του Ινδαρέ, ο ξυλοδαρμός και η σύλληψη του ίδιου και των γιων του στα πλαίσια της εκκαθάρισης της πόλης από τις καταλήψεις. Το επονομαζόμενο «καθάρισμα» των Εξαρχείων με τη καθημερινή παρουσία αστυνομικών δυνάμεων να διενεργούν σωματικούς ελέγχους, να τραμπουκίζουν και να συλλαμβάνουν κυρίως νέο κόσμο. Οι αυξανόμενοι σωματικοί έλεγχοι, κυρίως νέων, στα πλαίσια των οποίων η αστυνομία τους έγδυνε. Η αντιμετώπιση των προσφύγων με ΜΑΤ, καταστολή και στρατό. Οι ξυλοδαρμοί προσφυγισσών και παιδιών στα πλαίσια σφραγίσματος καταλήψεων στις οποίες φιλοξενούνταν. Η «απόβαση» αστυνομικών δυνάμεων στη Χίο και τη Λέσβο με στόχο την καταστολή των τοπικών διαμαρτυριών που κατέληξε σε βανδαλισμούς και ξυλοδαρμό ντόπιων κατοίκων από τα ΜΑΤ. Αυτά και πολλά άλλα περιστατικά ακραίας καταστολής και βίας όχι απλά δεν είναι τυχαία αλλά επιβάλλονται στα πλαίσια μίας πολιτικής που στόχο έχει την αναίρεση, περιστολή και καταπάτηση στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών και την καθολική επικράτηση συνθηκών πολιτικού αυταρχισμού και καταστολής.

Στα πλαίσια της ίδιας πολιτικής δεν θα μπορούσε να λείπει η ακροδεξιά ρητορική που προάγει την συντηρητικοποίηση, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και την αντικομμουνιστική υστερία, ταυτίζει την αριστερά με την ανομία και τελικά βάζει στο στόχαστρο το συνδικαλιστικό εργατικό και λαϊκό κίνημα. Η προσπάθεια ποινικοποίησης των αγώνων, της συλλογικής δράσης και της απεργίας στη συνείδηση του κόσμου με επιχειρήματα που παρουσιάζουν, τους αγώνες των εργαζομένων ως εμπόδια στην ανάπτυξη και την εύρυθμη λειτουργία των πόλεων, από τους κυβερνητικούς εκπροσώπους και τα ΜΜΕ συνοδεύτηκε από την ποινικοποίηση και σε νομικό επίπεδο των διαδηλώσεων και των διαδηλωτών με ένα κατάπτυστο νομοσχέδιο που προβλέπει ποινές και κυρώσεις εφόσον η διαδήλωση δεν έχει εγκριθεί από την αστυνομία και τους αρμόδιους φορείς. Οι κυβερνώντες και η άρχουσα τάξη γνωρίζουν ότι η πολιτική της φτώχειας της ανεργίας και της φορολεηλασίας, η πολιτική του ξεπουλήματος και της καταπάτησης δικαιωμάτων εγκυμονεί αντιδράσεις. Η οικονομική ύφεση φορτώνεται ξανά και ξανά στις πλάτες του λαού για αυτό θα πρέπει να κατασταλεί και να καταπατηθεί κάθε «όπλο» που δίνει τη δυνατότητα στους εργαζόμενους, τους φοιτητές, τους άνεργους και συνολικά τον λαό, να αντιδράσει μαζικά και να διεκδικήσει το δίκιο του, και τέτοια όπλα είναι το σωματείο, ο φοιτητικός σύλλογος, η διαδήλωση, η απεργία, η γενική συνέλευση. Αυτό αποτυπώθηκε πολύ απροκάλυπτα και στο νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις και στο νομοσχέδιο Κεραμέως για τα πανεπιστήμια και στο νομοσχέδιο Βρούτση-Χατζηδάκη για τα εργασιακά. Σε επίπεδο καταστολής η πανδημία ήρθε να λύσει τα χέρια και τη ρητορική των κυβερνώντων και ενώ αρχικά φαινόταν να αποτελεί μία υγειονομική κρίση προς διαχείριση, πολύ σύντομα φάνηκε να αποτελεί μία χρυσή ευκαιρία για τη περιστολή δημοκρατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, συλλογικών και ατομικών ελευθεριών στο όνομα πάντα της προστασίας της δημόσιας υγείας. Ένα χρόνο τώρα η καταστολή και η κρατική βία και τρομοκρατία έχουν κατακλύσει την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας. Μέτρα όπως η έξοδος από το σπίτι με sms, η επιβολή προστίμων και το κλείσιμο δημόσιων χώρων όπως τα πάρκα και τα άλση, εφαρμόστηκαν αρχικά χωρίς διαμαρτυρίες αφού έμπαινε μπροστά το ζήτημα της ατομικής ευθύνης απέναντι στη δημόσια υγεία. Πέρασαν αρκετοί μήνες και τελικά η κοινωνία συνειδητοποίησε ότι ο απολογισμός της κυβερνητικής διαχείρισης της πανδημίας όχι απλά δεν ενίσχυσε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, αλλά αντιθέτως σκορπίστηκε δημόσιο χρήμα σε καναλάρχες, κλινικάρχες και λοιπούς μεγαλοεπιχειρηματίες, πέρασαν ξεπουλήματα πάρκων, λόφων και δημόσιας περιουσίας, ενώ το lockdown αξιοποιήθηκε για την επιβολή αντεργατικών και αντιλαϊκών νομοσχεδίων που είχαν ξεμείνει από την εποχή των πρώτων μνημονίων στα συρτάρια τους.

Οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας και οι απαγορεύσεις συναθροίσεων και διαδηλώσεων ήρθαν να υπηρετήσουν μία πολιτική που στόχο έχει την εξάπλωση του φόβου και της τρομοκρατίας, την φίμωση του λαϊκού κινήματος και κάθε φωνής που αντιστέκεται και την καταστολή της συλλογικής δράσης. Την ημέρα του Πολυτεχνείου δεν απαγορεύτηκαν απλά οι μαζικές διαδηλώσεις αλλά ακόμα και η κατάθεση λουλουδιών από απλούς πολίτες, θυμίζοντας εποχές χούντας. Οργανώσεις της αριστεράς, εργαζόμενοι και φοιτητές που έσπασαν αυτή την απαγόρευση και κάλεσαν σε συγκεντρώσεις δέχτηκαν άγριο ξυλοδαρμό ενώ ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις. Το ίδιο συνέβη και με την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, κατά την οποία τα Εξάρχεια μετατράπηκαν σε φρούριο της αστυνομίας η οποία δεν επέτρεπε σε κανέναν να πλησιάσει το μνημείο, ενώ λίγες μέρες πριν είχε απαγορευτεί η διαδήλωση της απεργίας της 26ης Νοέμβρη. Αυτός ο απροκάλυπτος αυταρχισμός που υπό άλλες συνθήκες θα είχε ξεσηκώσει τεράστια θύελλα αντιδράσεων, επιβλήθηκε στο όνομα της πανδημίας και του περιορισμού της εξάπλωσης του ιού και βρήκε την ανοχή όχι μόνο της αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΚΚΕ, που «μέτρησαν» και «επέδειξαν» την υπευθυνότητα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη απαιτούσε κόντρα στα συμφέροντα του λαού και των εργαζομένων που ακόμα και σε συνθήκες πανδημίας βρίσκονται στον δρόμο του μαζικού αγώνα.

Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη έβαλε συλλογικά και πολιτικά δικαιώματα στον γύψο, καταπάτησε συλλογικές και προσωπικές ελευθερίες και δικαιώματα, κλείδωσε μία ολόκληρη κοινωνία μέσα υπό την απειλή προστίμων και αστυνομικών ελέγχων, ενώ την ίδια στιγμή επιχειρούσε να νομοθετήσει και να εφαρμόσει το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας καθώς και μία σειρά αντεργατικών αντιλαϊκών μέτρων με κύριους στόχους την εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια και τα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Το φοιτητικό κίνημα έκανε την αρχή, έσπασε το κλίμα τρομοκρατίας με δεκάδες μαζικές διαδηλώσεις. Το επόμενο γεγονός που θα προκαλέσει την οργή της κοινωνίας και θα πυροδοτήσει μαζικές αντιδράσεις είναι ξυλοδαρμός και η σύλληψη ενός πολίτη που τόλμησε να ρωτήσει τους αστυνομικούς τον λόγο για τον οποίο έκοψαν πρόστιμο σε οικογένεια. Χιλιάδες εργαζόμενοι νέοι και νέες βγήκαν στο δρόμο καταγγέλλοντας το όργιο αστυνομικής βίας και συνολικά την κυβερνητική πολιτική. Αυτή η μαζική κάθοδος του κόσμου στον δρόμο έβαλε φρένο στην ακραία αστυνομική βία, και στους αστυνομικούς ελέγχους. Αντίστοιχα οι μαζικές διαδηλώσεις των φοιτητών κατάφεραν προς το παρόν να βάλουν φρένο στα σχέδια του Χρυσοχοΐδη για εγκατάσταση της αστυνομίας στις σχολές από τα μέσα κιόλας Απρίλη, αναγκάζοντας την Κυβέρνηση να κάνει μία μικρή αναδίπλωση και να το μεταθέσει για Σεπτέμβρη. Μετρώντας δύο χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη και έναν χρόνο πανδημίας με την κοινωνία εξαντλημένη στα όρια οικονομικής και ψυχολογικής κατάρρευσης, είναι πλέον προφανές ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΝΔ όχι απλά δεν νοιάζεται για την προστασία της υγείας του λαού αλλά αντιθέτως την αξιοποιεί απροκάλυπτα για την επιβολή του αυταρχισμού και της καταστολής, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ολιγαρχίας, για το τσάκισμα των λαϊκών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και της συλλογικής δράσης και διεκδίκησης.

Νίκη Π. – Πορεία

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το