Στο τέλος περίπου του 1ου πέμπτου του 21ου αιώνα, οι κάτοικοι του Ραγιαδιστάν λίγο ταράχτηκαν, καθώς έβλεπαν στους δρόμους και στα σπίτια, στα μαγαζιά και στα χέρσα χωράφια, να εκτυλίσσονται σκηνές φρίκης.
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κλούβες, περιπολικά, μοτοσυκλέτες με σειρήνες, σειρήνες χωρίς μοτοσυκλέτες και κράνη, πολλά κράνη. Και ασπίδες, πολλές ασπίδες.
Ένα αγόρι κολλημένο στον τοίχο, είχε πίσω του ένα μεταλλικό υποκείμενο, με ανθρώπινο περίγραμμα, που τον απειλούσε να του δείξει το τσίγκινο πέος του.
Ένα κορίτσι, στη μέση κεντρικής λεωφόρου της πρωτεύουσας του Ραγιαδιστάν, κατέβασε, κατ’ εντολή άλλων μεταλλικών υποκειμένων με ανθρώπινο περίγραμμα, τα βρακιά της, γιατί τα εν λόγω μεταλλικά υποκείμενα είχαν μυριστεί αίμα και ήθελαν να βεβαιωθούν ότι πράγματι προέρχεται από τη λερωμένη σερβιέτα του κοριτσιού κι όχι από κάποιο ανεξιχνίαστο έγκλημα.


Τα μεταλλικά υποκείμενα είχαν πάρει εντολή να βρουν ό,τι κόκκινο κρυβόταν στις κρύπτες του Ραγιαδιστάν, κι έχοντας μια επίπεδη αντίληψη διατεταγμένων, έψαχναν για κόκκινα στριγκάκια, κόκκινες σερβιέτες και λεκιασμένα από αιμορροΐδες σώβρακα.
Στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας της πρωτεύουσας του Ραγιαδιστάν, ένας φιλήσυχος σκηνοθέτης είχε, με τη βοήθεια των μεταλλικών υποκειμένων, γδυθεί, είχε πατηθεί στο λαιμό και είχε φορέσει κουκούλα σε μια πράξη σεβασμού των προσωπικών δεδομένων, προκειμένου να γίνουν κάποιες ημιυπαίθριες λήψεις.
Σε χώρους που διέμεναν ανέστιοι, που πάει να πει, άνθρωποι χωρίς πατρίδα, σπίτι και ελπίδα, μπούκαραν, αξημέρωτα, τα μεταλλικά υποκείμενα έκλεβαν τις κούκλες των ανέστιων μωρών, χτυπούσαν τις μανάδες που ήταν απολίτιστες, καθώς φορούσαν μαντήλα, τους έβαζαν όλους στις κλούβες και τους έστελναν στα χέρσα χωράφια.
Εκεί πάλι, στα χέρσα χωράφια, μέσα σε λάσπες και περιττώματα, κουρέλια και χαρτόκουτα, ζούσαν χιλιάδες μωρά, που έκαναν ή ήθελαν να κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας ή τους πατούσαν τα φορτηγά, καθώς πλατσούριζαν στις λάσπες.
Έξω από αυτά τα χέρσα χωράφια που τα μωρά πέθαιναν ή ήθελαν να πεθάνουν, γλεντοκόποι πατριώτες του Ραγιαδιστάν, τυλιγμένοι με σημαίες ή φορώντας περικεφαλαίες της Αλεξανδρινής εποχής, έστηναν φαγοπότια με πολλή τσίκνα και, υπό τους ήχους κλαρίνων με πολύ echo στην κονσόλα, καταβρόχθιζαν αμάσητα μισοψημένα κοψίδια και, ρουφώντας τα υπολείμματα από τα μπροστινά τους δόντια, σε μια ένδειξη πατριωτισμού και πολιτισμού, ουρλιάζαν, ζήτω το Ραγιαδιστάν.
Σε άλλους πάλι χώρους, φαινομενικά ευπρεπείς, που δεν φαινόντουσαν οι λάσπες και τα περιττώματα γιατί από πάνω είχαν στηθεί γυαλισμένα έδρανα, κάτι παρεξηγημένοι serial killers, που ονειρεύονταν κρεματόρια και είχαν στο δασύτριχο λαιμό κρεμασμένο με ευλάβεια ένα μικρό, χρυσό αγκυλωτό σταυρουδάκι, αθωώνονταν κι έβγαιναν στην κοινωνία του Ραγιαδιστάν άσπιλοι και αμόλυντοι, με την τρυφερή παραίνεση, να μην το ξανακάνουν.
Στο χρυσό σαλόνι της φαρδιάς περιφέρειας της πρωτεύουσας του Ραγιαδιστάν, τολμηροί δημοσιογράφοι, έμπειροι στην αναζήτηση της είδησης, απαθανάτισαν το στολισμό του χριστουγεννιάτικου δέντρου από τη σύζυγο του περιφερειάρχα, που λόγω του απρόσμενα ζεστού Δεκέμβρη, ήταν ντυμένη ελαφρά, με σηθρού δαντελένιο φόρεμα, μέσα από το οποίο λαμπύριζαν τα ολόχρυσα εσώρουχα.
Κανένας σχεδόν από τους κατοίκους του Ραγιαδιστάν δεν είχε υποψιαστεί ότι δεν ζούσε μια φρικτή πραγματικότητα αλλά το remake της ταινίας του Μίκλος Γιάντσο, Ιδιωτικά Βίτσια, Δημόσιες Αρετές.
Από την αρχική παραγωγή, κρατήθηκε βέβαια το βασικό concept. Διαδραματίζεται σ’ ένα μικρό βασίλειο της Ευρώπης, όπου μόλις έχει στεφθεί αυτοκράτορας ο νεότερος γόνος μιας από τις βασιλικές οικογένειες. Ένας βαρυεστημένος και άχαρος νέος, που κουβαλά το βρεφικό ψυχικό τραύμα από τις καρπαζιές της ομοαίματης αδελφής του, ανταγωνίστριας του θρόνου και από την εξορία στο Σανζ Ελυζέ, δίπλα στο Σηκουάνα και τα Παρισινά μπουλβάρ.
Συμπρωταγωνιστής, ο γνωστός από την ταινία. “Μπάτσος παντός καιρού”, που το όνομά του κατέληγε σε -ίδης, σ’ ένα καστ, που υπάρχουν πολλοί σε – ίδης και γενικώς πολλά -ίδια,
Βέβαια είναι λίγο σπάνιο οι κάτοικοι μιας ολόκληρης χώρας να είναι κομπάρσοι σε μια σεξοδιαστροφική ταινία βίας, σαδομαζοχισμού και παροντολογικής δυστοπίας όμως πρόκειται για μεγάλη παραγωγή, προορισμένη να σαρώσει όλους τους χρυσούς φοίνικες, τα χρυσά βατόμουρα και τα χρυσά αγγούρια, όλων των εποχών.

Νίνα Γεωργιάδου

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το