Στου κασίδη το κεφάλι! Είναι εκπληκτικό, ο τρόπος με τον οποίο, αποδεχτήκαμε, με λίγες εξαιρέσεις, το τεχνητό διαχωρισμό της κοινωνίας σε “εμβολιασμένους” και “ανεμβολίαστους”.

Έτσι η επιδημία δεν είναι ζήτημα δημόσιας υγείας (κοινωνικών υποδομών, πρωτοβάθμιας υγείας, ΜΕΘ, αντιϊκών φαρμάκων, εμβολιαστικής στρατηγικής κ.λπ.) αλλά ζήτημα ατομικής ευθύνης (αν εμβολιαστείς ή, όχι). Δε θα υπεισέλθω στη συζήτηση για τα εμβόλια, αν προκαλούν ανοσία κ.λπ., αλλά στην ασφάλειά τους, πόσο μάλλον όταν με τον εμβολιασμό των παιδιών (12-15 ετών) που άνοιξε, και από το Σεπτέμβρη και των μαθητών του Δημοτικού κ.ά., τίθεται ένα μείζον θέμα, που ξεπερνάει τη συγκυρία, θέτοντας εκ των πραγμάτων το ζήτημα πως κάνουμε επιστήμη.

Σε κάθε περίπτωση εφόσον η εγκυρότητα της επιστημονικής μεθόδου ορίζεται από τη συνείδηση των ορίων της, καλό είναι, αν θέλουμε να μη μιλάμε σαν προφήτες ή, σαν ‘’ψεκασμένοι’’, όπως κατηγορούμε τους ‘’αντιεμβολιαστές’’, να αναγνωρίζουμε το πεπερασμένο των νοηματικών μας κατασκευών (αναλυτικά εργαλεία, μεταβλητές κ.λπ.), όταν επιχειρούμε να αναπαραστήσουμε ένα φαινόμενο (με αναλυτικά ή μαθηματικά μοντέλα κ.λπ.), εδώ την επιδημία Covid-19, καθώς πάντα θα μένουν τμήματά εκτός της εννοιακής του σύλληψης.

Eδώ είμαστε λοιπόν, καθώς ούτε πλήρη εικόνα για τον Covid-19, έχουμε, ούτε υπάρχει εκείνο το σώμα των κλινικών-επιδημιολογικών δεδομένων, για την ασφάλεια των εμβολίων σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες, που τώρα περνάει και στα παιδιά. Να υπενθυμίσουμε, -σε αντιδιαστολή με το μαζικό εμβολιασμό-, τα καθημερινά φάρμακα δίνονται εξατομικευμένα, κατόπιν ενδελεχών εξετάσεων ενώ ο γιατρός γνωρίζοντας το ατομικό ιστορικό μπορεί να ζυγιάζει και τις παρενέργειες με όρους “βλάβης-ωφέλειας” για τον ασθενή.

Η επίγνωση των παραπάνω θα συμβάλλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της επιδημίας, καθώς μαζί με την ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών, το διαχρονικό τείχος “ανοσίας”, θα έχουμε επίσης έγκυρη και αξιόπιστη γνώση για τα εμβόλια, επομένως θα αμβλύνονται με αυτό τον τρόπο εύλογες επιφυλάξεις και δισταγμοί στο πληθυσμό. Γιατί μπορεί οι παρενέργειες στο γενικό πληθυσμό να είναι στατιστικά πολύ περιορισμένες, για τα άτομα όμως που θα τις υποστούν είναι απόλυτες ενώ γίνεται κρίσιμο όταν πρέπει να αποφασίσεις ως γονιός για το παιδί σου.

Αντί λοιπόν η Κυβέρνηση, οι “ειδικοί” κ.ά. να κουνούν το δάκτυλο στη κοινωνία, καλό θα ήταν να διασφαλίσουν πρώτα τα “βασικά”, μεταξύ άλλων, ίσως και την εξατομικευμένη χορήγηση του εμβολίου (με τις ενδεδειγμένες εξετάσεις πριν και μετά), όπως γίνεται σε όλες τις ιατρικές πράξεις. Αν η εμπιστοσύνη είναι μια κοινωνική σχέση που προάγεται στη καθημερινή αλληλεπίδραση των ατόμων με το κράτος, τους θεσμούς, τους ειδικούς κ.ά. προφανώς και δε μπορεί να υπάρχει σε συνθήκες συρρίκνωσης των υποδομών για την υγεία (εμπορευματοποίηση, υποθεραπεία κ.οκ.).

Όσοι/ες έχουν μια τριβή με τη πραγματικότητα των δημόσιων μονάδων υγείας θα γνωρίζουν πως δε μπορούν να κάνουν ούτε ένα υπερηχογράφημα και παραπέμπονται στην αγορά. Συνεπώς η δυσπιστία σημαντικού μέρους των συμπολιτών μας στον εμβολιασμό είναι και ένας τρόπος να διαχειριστούν μια εγγενή αντίφαση που βλέπουν μπροστά τους. Πως είναι δυνατόν οι κοινωνικές ελίτ (πολιτικές, επαγγελματικές, οικονομικές κ.λπ.) να κόβονται τόσο πολύ για την υγεία του λαού, προτείνοντας μάλιστα τον υποχρεωτικό εμβολιασμό (έμμεσα ή άμεσα), όταν η υποθεραπεία και η “πλεονάζουσα θνησιμότητα” που έχει σχέση με την λοιπή νοσηρότητα (εκτός covid) αυξάνεται συνεχώς, για να μη μιλήσουμε για τα άλλα (εργασιακά, εκπαιδευτικό, ασφαλιστικό κ.λπ.);

Θανάσης Αλεξίου, Καθηγητής Πανεπιστημίου, Κοινωνιολόγος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το