Ο αφηγηματίας είναι ένα διαδεδομένο είδος ανθρώπου. Είναι αυτός ο οποίος κλαψουρίζει σε κάθε δύσκολη στροφή στη ζωή του. Αφηγείται με γλαφυρότητα και επάρκεια όλα τα κακώς κείμενα γύρω του. Από την κυβέρνηση, μέχρι το γείτονα. Ως πρωταγωνιστής αρχαίου δράματος υψώνεται τεράστιος στο να παρουσιάσει με ολίγη δόση «ξερολίασης» αυτά που έγιναν, αυτά που θα γίνουν, αυτά που του χαλκεύουν δεσμά και τον περιορίζουν. Έτσι ο αφηγηματίας βρίσκεται πάντα μέσα στα πράγματα, γνωρίζει λίγο απ’ όλα και για όλα, διαθέτει λύσεις. Είναι αυτόκεντρος, δηλαδή νομίζει ότι ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον εαυτό του και μεγεθύνει τα μικρά κι ασήμαντα, έτσι που ξαφνικά νομίζεις ότι η ζωή μας εξαντλείται στην καθημερινότητα. Αυτήν που οξειδώνει το βίο μας, όπως η σκουριά τα μέταλλα. Ύστερα από όλα τα παραπάνω ο αφηγηματίας κλείνει τη μέρα του για να ξιφουλκήσει την επόμενη ασυγκράτητος, γεμάτος βεβαιότητες, αυτές που διαθέτουν οι εφήμερες πεταλούδες· ίσες με ένα εικοσιτετράωρο.

Ο αφηγηματίας «μας» δεν ασχολείται με τα μεγάλα, αυτά που συγκροτούν και συνενώνουν και χωρίζουν τους ανθρώπους. Μερικές φορές μουρμουρίζει ή φωνάζει το αμίμητο «εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική», ξεχνώντας ο δύσμοιρος ότι η πολιτική ασχολείται μαζί του ή, καλύτερα, η κυρίαρχη πολιτική τού πίνει ασταμάτητα το αίμα. Ο αφηγηματίας είναι δεμένος σαν το σκυλί στον πάσσαλο. Μπορεί να φωνάζει, αλλά είναι δεμένος, έχοντας εκείνη την ψευδαίσθηση ελευθερίας που έχει ο άμυαλος δούλος όταν κινείται στην αυλή του βασιλιά.

Δεν είναι λίγες φορές που ο αφηγηματίας «μας» είναι και ισαποστασάκιας. Δηλαδή παίρνει ίσες αποστάσεις ανάμεσα στο θύτη και το θύμα. Ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο. Ανάμεσα στον φασίστα και τον δημοκράτη. Ανάμεσα στην Παλαιστίνη και το Ισραήλ. Ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές και τους λαούς. Διότι ο αφηγηματίας κινείται με ευκολία στα βαθειά και στα ρηχά νερά και κολυμπάει επιδέξια σ’ όλες τις θάλασσες.

Δεν του πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί και μιλάει γιατί πέθαναν πολλοί, γι’ αυτό και περπατάει γιατί κάποιοι βασανίστηκαν έτσι ώστε να ’ναι λεύτερος. Αρνείται να σκεφτεί ότι ο τροχός της ιστορίας γυρίζει από αυτούς που δεν αφηγούνται μόνο, δρουν. Αγωνίζονται, ενώνονται, χωρίζονται, ξενυχτούν, «τρώγονται με τα ρούχα τους» για τον καθένα χωριστά και για όλους μαζί. Για να ’χει ο εργάτης δουλειά, ο μαθητής βιβλία, ο μετανάστης χαρτιά. Για να ’χουμε όλοι υγεία, παιδεία, δρόμους, λιμάνια, φαγητό, νερό, ρεύμα, σπίτι.

Βεβαίως και αυτοί αφηγούνται. Μιλάνε για μεγάλες ώρες, για μεγάλες νύχτες, για μεγάλους ανθρώπους. Για τέτοιους που σφήνωναν τα ιδανικά βαθειά μες στην καρδιά τους για να μην τα παίρνει ο αγέρας και σφίγγονταν το στομάχι τους όταν ένα παιδί δεν είχε παιχνίδια στο σπίτι του. Που φώναζαν δυνατά το «όλα για όλους» και το «όλοι για έναν και ένας για όλους».

Όταν ο αφηγηματίας «μας» ξεδίπλωνε το στρώμα τού μηδέν και τού τίποτα, αυτοί μιλούσαν για τον κόσμο του άπειρου, για το άπειρο του κόσμου και ύστερα έβγαιναν στο δρόμο, ήσυχοι και ανήσυχοι συνάμα γιατί κουβαλούσαν ιδέες στέρεες και φαρδιές, όπως δηλαδή έπρεπε.
Ο αφηγηματίας περπατούσε αμέριμνος, μερικές φορές άλλαζε πορεία για να μην πέσει πάνω στην πορεία και ευχαριστημένος που τα ’χε όλα τακτοποιήσει, πήγαινε για ύπνο. Αυτός ο μικρός, ο μέγας. Ο αφηγηματίας!

Θανάσης Τσιριγώτης

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το