Σαν σήμερα, στις 13 Οκτώβρη 1985, πεθαίνει ο κομμουνιστής χαράκτης Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος).

Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1914 στη Λευκοχώρα Μεσσηνίας. Μικρός μετακόμισε με την οικογένεια του στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Δουργούτι. Παρακολούθησε για 2 χρόνια μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Γιώργο Κωτσάκη και το 1930, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Από μαθητής είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται πολιτικά στην Εργατική Λέσχη Δουργουτίου. Παραμονές της Πρωτομαγιάς του 1930, θα συλληφθεί «προληπτικά» για μιάμιση μέρα και θα παραδοθεί στον πατέρα του, με τη σύσταση να συμμορφωθεί. «Και συμμορφώθηκα. Την άλλη μέρα κιόλας έγινα μέλος της ΟΚΝΕ…», αφηγούνταν ο χαράκτης. Σε όλη του τη ζωή θα μείνει πιστός στην ιδεολογία του, που θα σφραγίσει τη ζωή και το έργο του.

Το 1930, λοιπόν, ο Α. Αλεβίζος εντάσσεται στην ΟΚΝΕ και κατόπιν στο ΚΚΕ. Τα πρώτα του ζωγραφικά σχέδια δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» το 1932, ενώ στη συνέχεια στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύθηκαν χαρακτικά του καθώς και το κείμενό του «Ξυλογραφία: Η Τέχνη των μαζών».

Έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση το 1936 στον εκθεσιακό χώρο του Βιβλιοπωλείου Ελευθερουδάκη, παρουσιάζοντας ξυλογραφίες και σχέδια. Επίσης συμμετείχε σε ομαδική έκθεση Ελλήνων χαρακτών στην Τσεχοσλοβακία.

Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου το 1940, ο Τάσσος φιλοτέχνησε προπαγανδιστικές αφίσες για την εμψύχωση του ελληνικού λαού, ενώ στα χρόνια της Κατοχής, εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών, για να συνεχίσει την δημιουργία προπαγανδιστικού υλικού κατά των κατακτητών.

Συγκεκριμένα, στη διάρκεια της Κατοχής και της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, ο Τάσσος δούλεψε στην Επιτροπή Διαφώτισης της ΚΟΑ με καθοδηγήτρια την Ηλέκτρα Αποστόλου. Η προσφορά του στον παράνομο Αντιστασιακό Τύπο ήταν μεγάλη, ενώ συμμετείχε και στο σημαντικότερο έντυπο του οργανωμένου αγώνα, το λεύκωμα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, που κυκλοφόρησε στις 25 Μάρτη 1943.

Το 1944 πήρε μέρος στην πανελλήνια έκθεση στην οποία συμμετείχαν οι εικαστικοί του ΕΑΜ και φυλακίστηκε για 40 μέρες στις φυλακές «Αβέρωφ» μαζί με τους Κεφαλληνό, Κορογιαννάκη και Κανά. Συμμετείχε επίσης το 1945 στα λευκώματα «Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά» και «Θυσιαστήριο της λευτεριάς». Το 1945 επίσης, ιδρύθηκε από το ΚΚΕ η εκδοτική εταιρεία «Τα Νέα Βιβλία» όπου ο Τάσσος ανέλαβε καλλιτεχνικός υπεύθυνος.

Πρωτομαγιά 1944

Κατά τη δεκαετία του 1960 η θεματογραφία του άρχισε να επικεντρώνεται στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής με σταδιακή εγκατάλειψη του χρώματος και στροφή στο ασπρόμαυρο. Χάραζε όλο και μεγαλύτερες πλάκες ξύλου και άρχισε να δημιουργεί θεματικές ενότητες μνημειακού χαρακτήρα. Ιδιαίτερη και ξεχωριστή στιγμή στην καλλιτεχνική δημιουργία του Τάσσου αποτελεί η εικονογράφηση των εξωφύλλων δίσκων και λογοτεχνικών περιοδικών, όπως της Νέας Εστίας, σχολικών βιβλίων, αλλά και η φιλοτέχνηση γραμματοσήμων.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, έζησε “αυτοεξόριστος” στο Πεταλίδι Μεσσηνίας και φιλοτέχνησε έργα κοινωνικής διαμαρτυρίας καταγράφοντας γεγονότα που τον συγκλόνισαν.

Λαός, ξυλογραφία

Tο 1978 ο Τάσσος κυκλοφόρησε το λεύκωμα «Δέκα επιλογές από την ποίηση του Γ. Ρίτσου» και τη «Χαρακτική» του. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από την τεχνική αρτιότητά τους και την συγκινησιακή απόδοση της μορφής των απλών ανθρώπων του μόχθου και του πόνου. Έμεινε μέχρι το τέλος στρατευμένος στον αγώνα του ανθρώπου για λευτεριά, ειρήνη, για μια καλύτερη ζωή.

Καλάβρυτα

«Η καλλιτεχνική του δημιουργία ξεκινάει ανάμεσα από δυο πολέμους και μια δικτατορία, συνεχίζεται μέσα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, ξαναδοκιμάζεται από μια δεύτερη δικτατορία και φτάνει μέχρι σήμερα, καταγράφοντας τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, τα πάθη, τις βιαιότητες, τις χαρές και τις λύπες μιας ρευστής κοινωνίας, που εύκολα φτάνει στις ακρότητες, που κανένας δεν αναγνωρίζει κανέναν, που αξίες ποδοπατούνται αλόγιστα.

Ο Τάσσος σαν κοινωνικός σεισμογράφος καταγράφει, εικονογραφεί, παριστάνει με μαύρες φόρμες ό,τι τον αγγίζει, ό,τι τον συγκινεί. Η τεχνική του, η εκρηκτικότητα του μαύρου-άσπρου, τον ξεχωρίζει και προσδίδει στο έργο του μια ιδιαιτερότητα» τονίζει ο Τάκης Κατσουλίδης. [«Τέχνη και Λόγος», τεύχος 3, 1985]

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το