γράφει ο Χρήστος Κάτσικας

Τι πιο αθώο, θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος, από τη δυνατότητα του κάθε εκπαιδευτικού να επιλέξει ποιο βιβλίο θα διδάξει ανάμεσα σε μια ομάδα τεσσάρων ή και πέντε «κατάλληλων» βιβλίων. Μια ιδέα που ακούγεται πολύ ωραία, αλλά που μέσα της κρύβει πολλά ερωτηματικά.

Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής στη διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης διδακτικών βιβλίων στο Μητρώο Διδακτικών Βιβλίων και στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Διδακτικών Βιβλίων υπεγράφη πριν λίγες μέρες από την Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, κ. Νίκη Κεραμέως, και δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Υπουργείου (https://www.minedu.gov.gr/). 

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν φυσικά πρόσωπα τα οποία διαθέτουν επιστημονική ή εκπαιδευτική εμπειρία συναφή με το γνωστικό αντικείμενο του υπό ένταξη διδακτικού βιβλίου και νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν δραστηριότητες σχετικές ή συναφείς με την εκπαίδευση ή με τη συγγραφή και έκδοση βιβλίων (π.χ. συγγραφικές ομάδες, κοινοπραξίες, ομάδες φυσικών προσώπων κ.α.). Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται εντός δυο μηνών από την δημοσίευση της Πρόσκλησης να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής, ενώ επισημαίνεται ότι οι ίδιοι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής για τη συγγραφή βιβλίων σε περισσότερα του ενός μαθήματα. Τα προς αξιολόγηση διδακτικά βιβλία θα πρέπει να υποβληθούν ως τις 22 Μαρτίου 2024 για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, το Γυμνάσιο και την Α΄ τάξη του Γενικού Λυκείου, και τα διδακτικά βιβλία της Β΄ και Γ΄ τάξης Γενικού Λυκείου ως την 21η Φεβρουαρίου 2025.

Σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας “το πολλαπλό βιβλίο δίνει τη δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να επιλέγουν το βιβλίο από το οποίο επιθυμούν να διδάξουν στην τάξη, ανάμεσα στα εγκεκριμένα βιβλία που περιλαμβάνονται στο Μητρώο Διδακτικών Βιβλίων (ΜΔΒ), ενώ ταυτόχρονα όλα τα εγκεκριμένα βιβλία θα είναι διαθέσιμα σε ψηφιακή βιβλιοθήκη, προκειμένου οι μαθητές μας να μπορούν να συνδυάσουν πηγές και να καλλιεργήσουν με τον τρόπο αυτό περαιτέρω την κριτική τους σκέψη.

Στόχος της μεταρρύθμισης είναι η σταδιακή απομάκρυνση από την αποστήθιση, μέσα από περισσότερα του ενός βιβλία ανά γνωστικό αντικείμενο, καθώς και ο εμπλουτισμός των διαθέσιμων διδακτικών εργαλείων των εκπαιδευτικών, οι οποίοι θα μπορούν να καλύπτουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών τους με το κατάλληλο διδακτικό βιβλίο”.

Η δημιουργία, συγκρότηση, λειτουργία και τεχνική υποστήριξη του Μητρώου Διδακτικών Βιβλίων (ΜΔΒ) και της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης Διδακτικών Βιβλίων (ΨΒΔΒ) γίνεται σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ».

Η δήλωση της κ. Νίκης Κεραμέως

“Όταν πρωτομιλήσαμε για το Πολλαπλό Βιβλίο, λίγοι πίστευαν ότι θα γίνει πραγματικότητα. Η σημαντική αυτή μεταρρύθμιση ξεκινά, καθώς είχα τη χαρά να υπογράψω τη σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Οι εκπαιδευτικοί μας θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν το βιβλίο από το οποίο θα διδάσκουν μέσα από το Μητρώο Διδακτικών Βιβλίων, ενώ όλα τα βιβλία θα είναι διαθέσιμα στους μαθητές μέσα από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Διδακτικών Βιβλίων. Αφήνουμε πίσω μας την εποχή της αποστήθισης και προχωράμε στο μέλλον της κριτικής σκέψης”.  

Πολλαπλό βιβλίο: Ο Δούρειος ίππος της διαφοροποίησης και της επιχειρηματικής διείσδυσης

Βήμα στην κατεύθυνση διάσπασης του ενιαίου χαρακτήρα της Εκπαίδευσης και κατηγοριοποίησης σχολείων και μαθητών αποτελεί η προώθηση του «πολλαπλού βιβλίου» . Το μέτρο αποτελεί συστατικό κομμάτι του «νέου» κατηγοριοποιημένου ταξικά σχολείου και προβλέπει την ύπαρξη περισσότερων από ένα διδακτικών βιβλίων για κάθε μάθημα από τα οποία θα επιλέγεται από τους εκπαιδευτικούς ποιο θα χρησιμοποιηθεί σε κάθε σχολείο.

Το σχολικό βιβλίο έχει υπάρξει αντικείμενο πολλαπλών θλιβερών πολιτικών και ιδεολογικών συγκρούσεων στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι το σχολικό βιβλίο, όπως και το σχολείο, δεν είναι υπόθεση μόνο παιδαγωγικής και διδακτικής, αλλά είναι και πολιτικοϊδεολογικό και κοινωνικό διακύβευμα ύψιστης προτεραιότητας.

Τόσο τα νέα Προγράμματα Σπουδών όσο και το «πολλαπλό βιβλίο», συνδέονται με ένα νήμα με τους νόμους που έχουν ψηφιστεί τα τελευταία χρόνια για το σχολείο: Τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την Τράπεζα Θεμάτων, τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων, την αξιολόγηση του σχολείου και του εκπαιδευτικούς, τις εναλλακτικές μορφές αξιολόγησης του μαθητή και την «ελληνική PISA». Στην πράξη, αυτό που προωθείται είναι μια «λίστα» βιβλίων, όπου θα συνυπάρχουν από τη μια βιβλία περισσότερο σύνθετα και «πλούσια», και από την άλλη βιβλία με στοιχειώδεις γνώσεις πάνω σε κάθε αντικείμενο. Με βάση αυτή τη «λίστα», οι εκπαιδευτικοί θα κληθούν ουσιαστικά να κατατάξουν τους μαθητές. Και αντί τελικά για την ουσιαστική άνοδο του μορφωτικού επιπέδου του συνόλου των μαθητών, να προσαρμόσουν το μάθημα στο επίπεδο κάθε τάξης, συντηρώντας, αναπαράγοντας και εντείνοντας τις μορφωτικές ανισότητες.

Παράλληλα, ουσιαστικά και τυπικά, όπως σωστά επισημαίνει ο καθηγητής Παιδαγωγικής Γιώργος Μαυρογιώργος, το μοναδικό σχολικό βιβλίο, βέβαια, αντικαθίσταται, πάλι από ένα! Μιλάμε για την «πολλαπλή ηχώ» της ίδιας άποψης, διαμεσολαβημένης με άλλα λόγια και άλλα   διδακτικά σχεδιαγράμματα. Μόνο που βαφτίζεται «πολλαπλό», όχι γιατί είναι εργαλείο πολλαπλών χρήσεων ή πολλαπλών αναγνώσεων, αλλά επειδή θα παρέχεται η δυνατότητα  επιλογής ενός σχολικού εγχειριδίου ανάμεσα από περισσότερα(πέντε;) εγκεκριμένα. Το μόνο «νέο» δεδομένο είναι ότι «επιτρέπεται»(!) η συνδυασμένη χρήση και άλλων εγκεκριμένων ψηφιακών βιβλίων.

Αθέατες όψεις

Με τη φορεσιά του «μοντέρνου» και του «ψηφιακού εκσυγχρονισμού», μέσα από τη λεγόμενη «αυτονομία», προωθούνται μια σειρά από αλλαγές στο σώμα της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Μια βασική στόχευση, στο πλαίσιο αυτό, είναι η διάλυση του ενιαίου αναλυτικού προγράμματος σπουδών με τη θέσπιση του «πολλαπλού βιβλίου», φορτώνοντας την ευθύνη της επιλογής στους εκπαιδευτικούς.

Τα σχολικά βιβλία έχουν μπει στο στόχαστρο της κυβέρνησης και του ΥΠΑΙΘ, με διπλό τρόπο και ως προς το περιεχόμενο (προγράμματα σπουδών) και ως προς την έκδοση και διανομή τους. Αφορούν σε έναν ακόμα ζωτικό χώρο για την επιχειρηματική διείσδυση ιδιωτών και την αποκόμιση μεγάλων κερδών, καθώς περίπου 1,5 εκατομμύρια μαθητές και εκπαιδευτικοί εμπλέκονται με αυτά.

Είναι φανερό ότι η εισαγωγή του θεσμού του πολλαπλού βιβλίου στην πραγματικότητα έρχεται να χτυπήσει τον ενιαίο χαρακτήρα των αναλυτικών προγραμμάτων, ενώ την ίδια ώρα έρχεται να ανοίξει πεδίο μεγάλων κερδών για τους ιδιωτικούς φορείς.

διαμαντοπουλου λοβερδοσ

Η θεσμοθέτηση του «πολλαπλού βιβλίου» είχε συζητηθεί στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής ξανά στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 και ξανά δέκα χρόνια μετά, την περίοδο 2010-2011. Την περίοδο εκείνη η Αννα Διαμαντοπούλου και η τότε κυβέρνηση κατάργησε τον Οργανισμό Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) και τον αντικατέστησε από τον φορέα ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών & Εκδόσεων (ΙΤΥΕ) – Διόφαντος. Μια από τις κύριες αρμοδιότητές του από την ίδρυσή του ήταν το λεγόμενο «ψηφιακό σχολείο», στο πλαίσιο του οποίου προωθούνται τα ηλεκτρονικά βιβλία. Ο στόχος ήταν η κατάργηση της διανομής βιβλίων και η χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου. Ωστόσο, οι πολιτικές ανακατατάξεις και οι αντιδράσεις έβαλαν τα σχέδια αυτά στο συρτάρι.

Τώρα, η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως, με όχημα τις διακηρύξεις για την «κατάργηση του μονοπωλίου του ενός και μοναδικού σχολικού εγχειριδίου», επιδιώκει να δώσει «σάρκα και οστά», στο ανεκπλήρωτο σχέδιο της Άννας Διαμαντοπούλου, που, για να είμαστε δίκαιοι, ήταν πιο μπροστά από την εποχή της, στην προώθηση των πιο νεοφιλελεύθερων σχεδίων στην εκπαίδευση.

Πέρα από τους ποικίλους άλλους κινδύνους, ενεδρεύει ο κίνδυνος της πλήρους εξάρτησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας από ψηφιακό υλικό. Είναι, όντως, σημαντική υπόθεση το σχολικό βιβλίο και η χρήση του στο σχολείο από εκπαιδευτικούς και μαθητές/τριες, αν λάβουμε υπόψη ότι, για πολλούς μαθητές/τριες από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, τα σχολικά βιβλία  είναι τα κύρια, αν όχι τα μοναδικά έντυπα κείμενα  με τα οποία έρχονται σε επαφή. Από αυτή την άποψη, η πολυδιαφημιζόμενη  πολλαπλότητα και η «απομάκρυνση από τη «βιβλιοκεντρική» προσέγγιση προς τη γνώση που είναι ψηφιακή με πολλαπλές πηγές», δεν αποκλείεται να δημιουργεί νέα εμπόδια σε μαθητές/τριες που δεν έχουν τις υλικές, τις κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις για να ανταποκριθούν με επάρκεια στο «Νέο Σχολείο».

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το