Το θρησκευτικό συναίσθημα δεν είναι έμφυτο στον άνθρωπο. Γεννήθηκε μαζί με την εμφάνιση της εργασιακής δραστηριότητας, των κοινωνικών σχέ­σεων και της συνείδησης. Γι’ αυτό και η μετάδοσή των θρησκευτικών-μεταφυσικών αντιλήψεων από γενιά σε γενιά δεν πραγματοποιείται μέσω κάποιου φυσικού ή βιολογικού αυτοματισμού, αλλά είναι σύμφυτη με τη διαδικασία κοινωνικοποίησης του ανθρώπου (Π. Παυλίδης, περιοδικό Ουτοπία).

Εφόσον πρόκειται για αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης, η θρησκεία αποτελεί ένα ιστορικό φαινόμενο. Προέκυψε ιστορικά μέσα από τη διαδικασία μετάβασης της κοινωνίας από την πρωτόγονη κοινότητα στις πρώτες εκμεταλλευτικές κοινωνίες. Η θρησκεία αποτελεί ιστορικά συγκεκριμένο φαινόμενο, αναγκαίο, παροδικού χαρακτήρα μόρφωμα του ανθρώπινου πολιτισμού. Η θρησκευτική συνείδηση διαδραματίζει μάλιστα ιστορικά αρνητικό ρόλο προβάλλοντας ως δύναμη συντήρησης και αντίδρασης. Συγκεκριμένα, εξηγεί τα επίγεια δεινά με φετιχιστικό τρόπο. Ο Χριστιανισμός, όπως όλες οι θρησκείες, αλλά πιο εκλεπτυσμένα, αξιοποιεί το φόβο του ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο, δαιμονοποιεί τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα, που οι λαϊκές μάζες αποστερούνται από τα γνωστικά εφόδια να τα εξηγήσουν, «θεοποιεί» τις συμφορές της ανεργίας, της φτώχειας, της αρρώστιας κλπ -που έχουν άλλα αίτια- και χρησιμοποιεί την άγνοια του ανθρώπου, για να γεννήσει στη συνείδησή του το Θεό.

Ο Μαρξ, σε νεαρή ακόμα ηλικία, έθεσε τις βάσεις της επιστημονικής κοινωνικής κριτικής απέναντι στη θρησκεία. Για τον Μαρξ η θρησκεία ήταν μια ανθρωπίνως κατανοητή παρηγοριά των απελπισμένων (το περίφημο όπιο), η οποία όμως εμπόδιζε τη χειραφέτησή τους. Γιατί μόνο όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει ότι είναι ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ στον κόσμο αυτόν, με μόνο πιθανό στήριγμα τους συνανθρώπους του, ότι δεν υπάρχει καμία δικαίωση σε κανέναν άλλο υπερβατικό κόσμο, θα κάνει την απελπισία του ορμή για να αλλάξει την κοινωνική αδικία.

Έγραφε επίσης: «Η βάση της αντιθρησκευτικής κριτικής είναι: ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, όχι η θρησκεία τον άνθρωπο. Βέβαια, η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση και η αυτοσυναίσθηση του ανθρώπου, που ακόμη δεν έχει βρει τον εαυτό του, ή που τον έχει ξαναχάσει. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μια αφηρημένη ουσία κουρνιασμένη κάπου έξω από τον κόσμο. O άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία. Το Κράτος αυτό, η κοινωνία αυτή παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, γιατί αυτά τα ίδια είναι ένας κόσμος ανεστραμμένος. Η θρησκεία είναι η καθολική θεωρία του κόσμου τούτου, η εγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαϊκευμένη λογική του, το σπιριτουαλιστικό του point d’ honneur, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του κύρωση, το μεγαλόπρεπο συμπλήρωμά του, το καθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσής του. Είναι η φαντασμαγορική πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, γιατί η ανθρώπινη ουσία δεν έχει πραγματωθεί αληθινά. Πάλη λοιπόν ενάντια στη θρησκεία σημαίνει πάλη ενάντια στον κόσμο που πνευματικό του άρωμα είναι η θρησκεία» (Μαρξ, 1879).

Παρά το γεγονός ότι η μαρξιστική κοσμοαντίληψη είναι υλιστική, οι μαρξιστές δεν αυτονομούν την πάλη απέναντι στη θρησκεία από την πάλη ενάντια στο εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα. Όπως ανέφερε ο Λένιν ήδη από το 1905: «Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεπέφτουμε σε αφηρημένη, σε ιδεαλιστική τοποθέτηση του θρησκευτικού ζητήματος, ξεκινώντας “από το λόγο” και όχι από την ταξική πάλη, τοποθέτηση που κάνουν συχνά οι ριζοσπάστες δημοκράτες της αστικής τάξης. Θα ήταν ανοησία να νομίζουμε πως, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην απεριόριστη καταπίεση και αποκτήνωση των εργατικών μαζών, είναι δυνατόν να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις με καθαρά προπαγανδιστικά μέσα. Θα ήταν αστική στενοκεφαλιά να ξεχνάμε πως η θρησκευτική καταπίεση της ανθρωπότητας είναι απλώς προϊόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης στους κόλπους της κοινωνίας» (Λένιν, 1905).

Σε άλλο έργο του ο Λένιν αναφέρει: «Η αθεϊστική προπαγάνδα της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να υποτάσσεται στο βασικό της καθήκον: την ανάπτυξη της ταξικής πάλης των εκμεταλλευόμενων μαζών κατά των εκμεταλλευτών» (Λένιν, 1909). Συμπερασματικά, η στάση των μαρξιστών απέναντι στη θρησκεία μπορεί να συνοψιστεί στην παρακάτω φράση: «Ο μαρξιστής πρέπει να είναι υλιστής, δηλ. εχθρός της θρησκείας, μα υλιστής διαλεκτικός, δηλ. που βάζει το ζήτημα της πάλης κατά της θρησκείας όχι αφηρημένα, όχι στη βάση ενός αφηρημένου, καθαρά θεωρητικού, πάντα αναλλοίωτου κηρύγματος, μα συγκεκριμένα, στη βάση της ταξικής πάλης που διεξάγεται στην πράξη και που διαπαιδαγωγεί τις μάζες περισσότερο απ’ όλα και καλύτερα απ’ όλα» (Λένιν, 1909).

Αντί -οποιουδήποτε άλλου- επιλόγου, επιλέγεται μια φράση του Μαρξ η οποία συνοψίζει επακριβώς την ουσία του εξεταζόμενου ζητήματος, τη φιλοσοφική και κοινωνική προσέγγιση της θρησκείας με τα γνωσιοθεωρητικά εργαλεία του μαρξισμού: «Στόχος της ιστορίας είναι, λοιπόν, μετά την εξαφάνιση του Επέκεινα της αλήθειας, να καθιερώσει την αλήθεια του Ενθάδε. Κατ’ αρχήν, είναι στόχος της φιλοσοφίας, που υπηρετεί την ιστορία, αμέσως μόλις ξεμασκαρευτεί η ιερή μορφή της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου, να ξεμασκαρέψει την αυτο-αλλοτρίωση και στις βέβηλες μορφές της. Η κριτική του ουρανού μετατρέπεται έτσι σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου, η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής».

Συνεπώς, όπως συμπλήρωνε ο Λένιν, την ίδια ώρα που θα δίνουμε την καθημερινή και αναγκαία πάλη με τα καθαρά προπαγανδιστικά μέσα για «να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις», πρέπει να προσανατολίζουμε κατάλληλα την πολιτική μας πάλη. Είναι ολοφάνερο πως ευθύνη και χρέος των κομμουνιστών αποτελεί η καταπολέμηση του θρησκευτικού ανορθολογισμού, η συστηματική αθεϊστική διαφώτιση των εργαζομένων, προκειμένου να απαλλαγεί η κρίση από περιοριστικά δεσμά και πιο εύκολα να αποκτήσουν συνείδηση της θέσης τους και του ρόλου τους με σκοπό τη χειραφέτησή τους από τις εκμεταλλεύτριες δυνάμεις.

Ωστόσο οι πρόσφατες δραστηριότητες του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια των γιορτών σηματοδότησε απομάκρυνση της ηγεσίας του ΚΚΕ από το βασικό αυτό και καίριο καθήκον. Η συνάντησή του με τον Αρχιεπίσκοπο Φθιώτιδας κ. Συμεών και η επίσκεψή του σε εκκλησιαστικό ίδρυμα, πέρα από την υιοθέτηση πρακτικών των αστικών κομμάτων που παραπέμπουν μάλιστα σε παλαιοκομματική νοοτροπία, κρύβει ένα βαθύτερο νόημα. Και ίσως δεν είναι μόνο η εργαλειοποίηση του θρησκευτικού συναισθήματος του λαού, αλλά η ιδεολογική προσαρμογή του ΚΚΕ στους θεμελιώδεις πυλώνες του αστικού συστήματος, όπως είναι η εκκλησία, ο καθαγιασμός αυτής, η απόκρυψη του σκοταδιστικού της ρόλου. Αναδεικνύεται περίτρανα και σε αυτό το πεδίο η εγκατάλειψη των επαναστατικών αρ­χών και η μετάλλαξή του σε ένα ακίνδυνο για το σύστημα κόμμα.

Ε.Κ.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το