Από τους μεγάλους Άγγλους μυθιστοριογράφους της βικτωριανής περιόδου, ο Ντίκενς ήταν ο περισσότερο αγαπημένος και διαβασμένος. Τους ξεπερνούσε όλους εύκολα με το πρωτότυπο ταλέντο του και την ακατάβλητη ενέργειά του για δουλειά και ζωή, ενέργεια που αποτελούσε μάλλον και την πιο ξεχωριστή του αρετή.

Έχει, όχι άδικα, ειπωθεί ότι δεν άφησε ποτέ πίσω του τη λονδρέζικη καταγωγή του. Στα γράμματά του, που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του, παραπονιέται συχνά για την απουσία των θορύβων του δρόμου, τους οποίους και θεωρούσε αναντικατάστατους για την δημιουργικότητά του. «… Για μια βδομάδα ή ένα δεκαπενθήμερο, μπορώ θαυμάσια να γράψω σε κάποιο απόμερο μέρος. Μετά όμως, χρειάζεται μία τουλάχιστο μέρα στο Λονδίνο για να μου δώσει ώθηση. Η δυσκολία τού να δουλεύω χωρίς αυτό το μαγικό φανάρι είναι τεράστια … Οι χαρακτήρες μου μοιάζουν να επιθυμούν την ακινησία χωρίς ένα Λονδίνο γύρω τους…». Στα γράμματα του συγγραφέα εμφανίζονται δεκάδες παρόμοια παράπονα. Ως προς αυτό, ξεχωρίζει ιδιαίτερα ανάμεσα στους ομότεχνούς του.

Η ψυχοφθόρα ζωή της πόλης ήταν το πραγματικό πνεύμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας του αφού σε αυτήν εύρισκε με καθαρό τρόπο όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ήξερε αυτή τη ζωή στα ύψη και τα βάθη της. Αντιλαμβανόταν τους κοινωνικούς της τύπους με αξιοθαύμαστη διεισδυτικότητα και τους ενσάρκωνε σε ζωηρές φιγούρες, πολλές από τις οποίες ήταν και παραμένουν δημοφιλείς στην Αγγλία και αλλού. Ο κύριος Πίκγουικ και ο Σαμ Γουέλλερ μπορούν να συγκριθούν σε φήμη με τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο Πάντσα. Ακόμη κι όταν ακόμη συμμετείχε στους μεγαλοαστικούς κύκλους, η καρδιά του ανήκε στους φτωχούς και άμοιρους, αυτούς από τους οποίους και ο ίδιος προερχόταν. Ένιωθε όσο κανείς τα «παραπαίδια της φύσης», τους τυφλούς, τους κουφούς, του μουγκούς, αλλά επίσης -και αυτό σημαίνει ακόμη περισσότερα- τα «παραπαίδια» της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ακόμη και ωραιοπαθείς αστοί έλεγαν για τον Ντίκενς -εν μέρει καταγγελτικά εν μέρει με απορία- ότι ποτέ δεν μπερδευόταν στη συμπάθειά του για την εργατική τάξη από τη χοντροκοπιά, την εγκληματικότητα, την ανηθικότητα, την βρομιά.

Η δημιουργικότητά του ήταν σχεδόν απίστευτη. Παρά το γεγονός ότι απολάμβανε την κοινωνική ζωή που του πρόσφεραν οι καρποί του συγγραφικού του έργου, έγραψε, σε λιγότερο από δυο δεκαετίες, δώδεκα σημαντικά μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα, μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, ταξιδιωτικά ημερολόγια και πολλά άλλα ακόμη. Η ενεργητικότητά του τον οδήγησε στην ίδρυση της εφημερίδας Daily News (Λονδίνο 1846), ενός σημαντικού εβδομαδιαίου περιοδικού Household Worlds (1850) και άλλων. Η παραγωγικότητά του ερμηνεύθηκε συχνά ως προχειρότητα.

Κατηγορήθηκε για συγγραφική φλυαρία, για αδεξιότητα στην πλοκή και τις λύσεις που επιστράτευε, για το απίθανο των ιστοριών του, το εξεζητημένο ύφος, το χοντροκομμένο χιούμορ, τις υπερβολές και πολλά ακόμα. Παρ’ όλα αυτά είναι παρατραβηγμένο να του στερήσουμε με βάση αυτές «τις κατηγορίες» την τιμή που του αντιστοιχεί ως συγγραφέα, κυρίως γιατί στις περισσότερες από τις δημιουργίες του υπηρέτησε συγκεκριμένους ηθικούς σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να φτάσει τις βαθιές αναλύσεις και τα συμπεράσματα του Φρ. Ενγκελς για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία ο οποίος έγραψε μετά από μια διετή έρευνα, όμως και ο Ντίκενς ενσωμάτωσε την κοινωνική κριτική στα μυθιστορήματά του (Όλιβερ Τουίστ, Σκληροί Καιροί, Ζοφερός Οίκος), για να αναδείξει τη φτώχεια, την παιδική εργασία, τη δικαστική αδικία και τις βάρβαρες ανισότητες μέσω ζωντανών χαρακτήρων και αφηγηματικής τέχνης. Σωστά ο Μαρξ ανέφερε κάτι που ισχύει και σήμερα ότι «….ο Τσαρλς Ντίκενς έκανε περισσότερη πολιτική καταγγελία από τους επαγγελματίες πολιτικούς ή τους ηθικολόγους…» εκείνης της εποχής… (από άρθρο που έγραψε ο Μαρξ το 1854 για την New York Tribune).

Εκ των πραγμάτων βέβαια, αυτά τα μυθιστορήματα -παρά τις ντροπιαστικές συνθήκες που αποκαλύπτουν- αναδεικνύουν τα όρια ανοχής της ιδιότυπης αγγλικής δημοκρατίας, γιατί και ο Καρλ Μαρξ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο το 1849 και έζησε εκεί μέχρι τον θάνατό του, κυρίως επειδή η Βρετανία προσέφερε ένα σχετικό επίπεδο πολιτικής ελευθερίας.

Για να επιστρέψουμε όμως στον Ντίκενς, ο συγγραφέας δεν θεωρούσε κατακριτέα την μεροληψία στην τέχνη, παρά μόνο εκείνη που χρησιμοποιούσε άτεχνα μέσα που μπορεί εύκολα να οδηγήσουν στο αντίθετο άκρο, που αντιπροσωπεύουν εκείνες οι μειλίχιες και άγευστες σάλτσες στις οποίες αναμειγνύεται η κυρίαρχη ηθική υπό τον μανδύα της τέχνης.

Η ισχυρή καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Ντίκενς μάλλον δεν τον άφησε, παρά την προσήλωσή του στα σημαντικά ζητήματα της δημόσιας ζωής και τις ριζοσπαστικές δημοκρατικές του αντιλήψεις, να διεκδικήσει θέση στη πολιτική σκηνή.

Ο Ντίκενς ταξίδεψε στην Ελβετία την Ιταλία. Στην Αμερική (το 1841) έδωσε πολλές διαλέξεις, στις οποίες μίλησε για κοινωνικά θέματα, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης της δουλείας, θέματα που τον απασχολούσαν έντονα. Ταυτόχρονα επέκρινε τον αμερικάνικο λαό στα «Αμερικάνικα Σημειώματα» (1842) και στο «Μάρτιν Τσάζλγουιτ» (1843-1844).

Δεν θα έπρεπε βέβαια να θεωρήσει κανείς ότι ο Ντίκενς ως καλλιτέχνης ήταν λιγότερο διορατικός από έναν πολιτικό στο δικό του αντικείμενο. Ό Ντίκενς πολεμούσε ακούραστα «την χειρότερη και ποταπότερη όλων των υποκρισιών, την υποκρισία της φιλανθρωπίας» (Παπαδιαμάντης), θέση που απηχεί τη βαθιά κριτική του απέναντι στην οργανωμένη ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία της άρχουσας τάξης της εποχής του.

Ο Ντίκενς θεωρούσε τον αλκοολισμό ως το εθνικό βίτσιο της Αγγλίας, αλλά ποτέ δεν στρατεύτηκε εναντίον του με φανατισμό. Επαναλάμβανε αδιάκοπα τις κοινωνικές αιτίες του αλκοολισμού. Τις ασφυκτικές, ανθυγιεινές κατοικίες με τις αηδιαστικές τους οσμές, τους μίζερους χώρους δουλειάς χωρίς φως, αέρα, νερό. Πίστευε ότι όταν κάποιος έδειχνε τόσο επίμονα την όψη του νομίσματος όπου αναγράφονταν τα σφάλματα και τα αμαρτήματα των απλών ανθρώπων, ήταν ακόμη περισσότερο υποχρεωμένος να δείχνει και την άλλη όψη, αυτή των σφαλμάτων και των εγκλημάτων των κυβερνήσεων που ασκούσαν εξουσία πάνω τους.

Δεν μπορεί κανείς να τον αποκαλέσει σοσιαλιστή συγγραφέα. Δεν διέθετε κάποιο θεωρητικό σχέδιο ή κάποια τέτοια τάση, ανεξάρτητα από το ότι τότε ήταν πολύ δυσκολότερο να οραματιστεί κανείς την ανατροπή της αστικής κοινωνίας και την αναδόμησή της σε νέα θεμέλια. Ο Ντίκενς δούλεψε για να ανέβει κοινωνικά ξεκινώντας από την βαθιά φτώχεια, χωρίς καμία τυπική εκπαίδευση. Η φιλοσοφία, αν ασχολούνταν ποτέ, θα του φαινόταν πιθανότατα κάπως ανόητη.

Όσο δύσκολη και αν ήταν η νεανική του ηλικία, στα 27 του ήταν ήδη διάσημος συγγραφέας. Η αστική κοινωνία τον αντιμετώπιζε, περιέργως(;;;), σαν θετή μητέρα και του πρόσφερε. Δεν έγινε βέβαια ποτέ λακές της, όπως τόσοι πριν από αυτόν και για πολύ μικρότερα ανταλλάγματα. Η καλή του καρδιά και η κατανόηση της κοινωνίας και του ανθρώπου κράτησαν τα μάτια του ανοιχτά. Παρά όμως τα παθιασμένα του λόγια, οι πολιτικές του πεποιθήσεις επικεντρώνονταν στη μεταρρύθμιση των αγγλικών θεσμών και όχι στην αντικατάστασή τους με άλλους, όταν την ίδια περίοδο(1948) το Κομμουνιστικό Μανιφέστο εκδίδονταν και η συνδικαλιστική κίνηση ήταν ανεπτυγμένη στην Αγγλία.

Στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, ο Ντίκενς υπέκυψε στο ανίερο πάθος για το χρήμα, που ικανοποιήθηκε μάλιστα πλουσιοπάροχα. Έστρεψε το ξεχωριστό του ταλέντο στην αναπαράσταση, το οποίο είχε ως τότε περιορίσει στην υποκριτική, τις αναγνώσεις και τις κουβέντες του τραπεζιού, στην δημόσια απαγγελία των έργων του. «Ο φίλος του ο Φόρστερ βρήκε το θάρρος να του πει με ειλικρίνεια ότι αυτός ο τρόπος να βγάζει χρήματα τον υποτιμούσε, αλλά αυτή η μοναδική φιλική φωνή αγνοήθηκε μέσα στις θυελλώδεις επιδοκιμασίες που συνόδευαν την νέα καριέρα του συγγραφέα. Αυτός όμως είχε πλέον αποκτήσει τους δικούς του δαίμονες που τον κυνηγούσαν και τον βασάνιζαν μέχρι, τον Ιούλιο του 1870, να λυγίσει. Έτσι, μια σκιά σημαδεύει το λυκόφως του συγγραφέα. Αλλά αυτή η σκιά δεν μπορεί να κρύψει το λαμπερό φως της αυγής και του απόγειού του…» (Φραντς Μέρινγκ στο «Κάρολος Ντίκενς» 1912).

Γ.Μ.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το