Ένα κείμενο απάντηση στον πρόεδρο της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, που δήλωσε με αφορμή τις διαδηλώσεις των «κίτρινων γιλέκων» στο Παρίσι πως «δεν θα ανεχτεί ποτέ τη βία», καθώς και σε όσους υμνούν τη «νόμιμη» βία του αστικού κράτους για να καταδικάσουν ύστερα τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται».

Ήταν μία συνηθισμένη μέρα, που δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις υπόλοιπες. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν στις δουλειές τους, νοικοκυρές ψώνιζαν και περνούσαν βιαστικά τους δρόμους, παιδιά πήγαιναν στο σχολείο και ζευγαράκια αντάλλαζαν φιλιά σε απόμερα στενά. Είχε μόλις μπει ο Δεκέμβριος, τα τζάκια είχαν ανάψει, το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό. Τα πρώτα λαμπιόνια είχαν τοποθετηθεί στα απέναντι σπίτια, τα φωτάκια τρεμόπαιζαν και σκιές από στολισμένα δέντρα αχνοφαίνονταν στα τζάμια.

Στο δρόμο, μπροστά από φωτισμένα μαγαζιά, ένας άνθρωπος που έμοιαζε περισσότερο με αποκαμωμένη σκιά, είχε «στολιστεί» χριστουγεννιάτικα και παρακαλούσε για κάποιο νόμισμα. Οι περισσότεροι τον προσπερνούσαν βιαστικά, χωρίς να του δώσουν σημασία. Μόνο ένα μικρό κοριτσάκι στάθηκε για λίγο και είπε με την αθωότητα της ηλικίας του: «πάλι εδώ είναι αυτός, μαμά»;

Δεν πέρασε αρκετή ώρα και ο πρόεδρος τη Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, δήλωσε στο τέλος της συνόδου της G20 από το Μπουένος Άιρες, σχετικά με τα επεισόδια που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων των «κίτρινων γιλέκων» στο Παρίσι: «πάντα θα δέχομαι διαμαρτυρίες, πάντα θα ακούω την αντιπολίτευση, αλλά ποτέ δεν θα δεχτώ τη βία. Καμιά αιτία δεν δικαιολογεί την επίθεση εναντίον των δυνάμεων της τάξης, το πλιάτσικο στα καταστήματα, δημόσια και ιδιωτικά κτίρια να τυλίγονται στις φλόγες, περαστικοί και δημοσιογράφοι να απειλούνται, η Αψίδα του Θριάμβου να βεβηλώνεται».

Από εδώ ξεκινάει το σημερινό κείμενο για να μιλήσει για τη «νόμιμη» βία, τη βία «της φτώχειας ως τη χειρότερη μορφή βίας», καθώς και τη βία όλων αυτών που «καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται».

Το να «καταδικάζεται η βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» δεν είναι φυσικά κάτι καινούργιο. Εδώ στη χώρα μας, μάλιστα, το έχουμε μετατρέψει σε ολόκληρη επιστήμη τα τελευταία χρόνια. Δεν πάει, άλλωστε, πολύς καιρός που ο δημοσιογράφος Παύλος Τσίμας είχε δηλώσει: «Εάν γιαουρτώνουμε τον Πάγκαλο, είναι μια χαρά. Εάν μαχαιρώνουμε τον Φύσσα είναι κακό. Δεν λέω ότι το γιαούρτι και το μαχαίρι είναι το ίδιο πράγμα, προφανώς δεν είναι το ίδιο το πράγμα, αλλά η βία είναι βία» (22/05/2018).

Αυτό το «αλλά» είναι που κάνει όλη τη διαφορά και εξισώσει τους κοινωνικούς αγώνες με την κρατική καταστολή. Αυτό το «αλλά» έχει αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης και της κοινωνικής παρακμής, στοχευμένα και οργανωμένα από δημοσιογράφους και αστικά πολιτικά κόμματα, τη «θεωρία των δύο άκρων». Είναι το ίδιο «αλλά», που εξισώνει τον φασισμό με τον κομμουνισμό, που μιλάει για «σοβαρή Χρυσή Αυγή» και ανέχεται φασιστικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη. Είναι το ίδιο «αλλά» που χρησιμοποιούν όσοι καμώνονται τους προοδευτικούς, μα κατά βάθος έχουν βγει από τα πιο σκοτεινά καζάνια του Μεσαίωνα.

Θα μπορούσαμε, αν θέλαμε, να παραθέσουμε μία σειρά από δηλώσεις πολιτικών και ανακοινώσεων γραφείων τύπου αστικών κομμάτων, που μιλούν για την «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», την ώρα που δείχνουν ανοχή στη βία του αστικού κράτους, στη βία των ΜΑΤ, στη βία των εργοδοτών στους χώρους δουλειάς, στη βία της φτώχειας και της καθημερινής εξαθλίωσης. Το ζητούμενο, όμως, σε αυτό το κείμενο δεν είναι αυτό, αλλά να αναδείξουμε το υποκριτικό του όλου πράγματος, αφού όλη αυτή η «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται» δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία προσπάθεια νομιμοποίησης του υπάρχοντος συστήματος και κατ’ εξακολούθηση της νομιμοποίησης της ταξικής βίας.

Τη βία, ως σύγχρονη πρακτική των αστικών κοινωνιών, καθώς και τις μεταλλάξεις της από εποχές όψιμης ανάπτυξης σε εποχές κρίσης, αναλύει πολύ εμπεριστατωμένα ο διδάκτωρ Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Διονύσης Τζαρέλλας, στο βιβλίο του «Εγκώμιο της βίας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ, γράφοντας: «Αν η εποχή της ανάπτυξης χαρακτηρίζεται από την ανείπωτη βία, η στιγμή της κρίσης έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της, την ανάδυση αυτής της βίας σε ρητό επίπεδο. Η βία της κρίσης είναι ρητή μόνο σε σχέση με την κοιμώμενη βία της ανάπτυξης, μιας και η ίδια εξακολουθεί να μυστικοποιείται μέσα από τη συνεχή επίκληση της νομιμότητας του κράτους και του γενικού συμφέροντος. […] αν και η ανείπωτη με τη ρητή βία δεν ταυτίζονται, αποτελούν όψεις μιας ενότητας: της βίας της αστικής κοινωνίας».

Φυσικά, ούτε αυτό είναι κάτι καινούργιο, αφού ο Καρλ Μαρξ, εκτός από την κλασική ρήση «η βία είναι η μαμή της ιστορίας», έχει γράψει και πως «ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία», κάτι που γνωρίζει άριστα η εκάστοτε άρχουσα τάξη, γι’ αυτό και προσπαθεί να πείσει τον λαό πως το δικό της «δίκαιο» είναι το μόνο σωστό «δίκαιο».

Συνήθως τα καταφέρνει, αλλά μόνο προσωρινά όπως δείχνει η ιστορία. Άλλωστε, είναι εμφανές πως ο Ρουπακιάς δεν έχει τίποτα κοινό με τους διαδηλωτές που παλεύουν για έναν καλύτερο κόσμο, όπως και η αντίσταση του Παλαιστίνιου δεν έχει τίποτα κοινό με την κρατική καταστολή του Ισραηλινού κράτους.

Οι άνθρωποι, λοιπόν, σήμερα που καταδικάζουν με περισπούδαστο ύφος τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται», είναι οι ίδιοι που καταδίκαζαν τη «βία» των επαναστατών του 1821, τη «βία» της εαμικής αντίστασης απέναντι στον κατακτητή ή – για να πάμε έξω από τα στενά πλαίσια της δικής μας χώρας – τη «βία» του κόκκινου στρατού ή τη «βία» του Τσε Γκεβάρα.

Αυτή η χρησιμοθηρική οπτική της βίας είναι το τελευταίο τους οχυρό για να κρατήσουν – για πόσο ακόμα, άραγε; – αυτό το σάπιο σύστημα στη ζωή και το λαό δεμένο πισθάγκωνα στο άρμα των μνημονίων, καθώς και των μειωμένων απαιτήσεων και προσδοκιών.

Αν στο μέλλον, πάντως, φτάσουμε να ζούμε σε μία κοινωνία που θα έχει καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τότε ίσως να πάψει και η βία να έχει θέση σε αυτόν τον κόσμο. Μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα, όμως, έχουμε να διανύσουμε ακόμα πολύ δρόμο και γι’ αυτό πρέπει να γνωρίζουμε αυτό που έλεγε ο γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος, Ζαν-Πολ Σαρτρ: «το μοναδικό μέσο για να σταματήσει η βία είναι η βία».

Πηγή: Παναγιώτης Κολέλης – Katiousa.gr

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το