Θέμης Τζήμας

Το να πιστεύει κανείς ότι η Δεξιά θα συγκρουστεί είτε με τον καπιταλισμό, είτε με τους ολιγάρχες είναι σαν να πιστεύει ότι η Θάτσερ ήταν…

*στη φωτογραφία “Η φανέλα με το νούμερο… Πρωθυπουργός”

Στη Νέα Δημοκρατία και ειδικότερα σε αυτήν της μητσοτακικής εκδοχής, υπάρχει ένα τοτέμ: η Μάργκαρετ Θάτσερ. Το τοτέμ αυτό το διεκδικεί πλέον και ένα μέρος της εγχώριας (ο Θεός να την κάνει) σοσιαλδημοκρατίας, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα εν προκειμένω.

Ο Θατσερισμός μιας και δεν είναι ιδιαιτέρως δημοφιλής ως προς τις οικονομικές του πολιτικές ιδίως ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, διεκδικεί για τον εαυτό του φωτοστέφανο για άλλα πράγματα, όπως για παράδειγμα επειδή υποτίθεται ότι έσωσε το αγγλικό ποδόσφαιρο. Όπως έχουν δείξει διάφοροι αναλυτές αυτό δεν είναι ακριβώς αλήθεια, αφενός διότι δεν εμπνεύστηκε η ίδια μέτρα που περιόρισαν το χουλιγκανισμό, ο οποίος «άνθιζε» επί ημερών της, αφετέρου διότι προκάλεσε τεράστια ζημιά στην εξέλιξη του αγγλικού ποδοσφαίρου, ιδίως στο επίπεδο της βάσης. Όπως και να έχει είναι πολλοί εκείνοι που φιλοδοξούν να γίνουν «Θάτσερ» του ελληνικού ποδοσφαίρου, εμφορούμενοι από τον ίδιο λαϊκισμό με τη μακαρίτισσα, που θέλει το ποδόσφαιρο παιχνίδι των λούμπεν. Είτε από βαθύ ταξικό συμπλεγματισμό όπως εκείνη, είτε από απλό λαϊκισμό των νοικοκυραίων θεωρούν ότι το ποδόσφαιρο προσφέρεται για «Θατσερισμούς».

Στη δική μας, ελληνική περίπτωση αυτή η διάθεση συνδυάζεται και με μια ακόμα διάσταση, η οποία είναι κεντρική στα όσα βλέπουμε εντός και εκτός γηπέδων: με την ειδική θέση των ολιγαρχών (οι οποίοι ως επί το πλείστον είναι και ιδιοκτήτες ομάδων και καναλάρχες) στον πυρήνα του ολιγοπωλιακού, κοτζαμπάσικου, παρασιτικού και ξενόδουλου συστήματος εξουσίας. Κοινώς, οι τελευταίοι «αγοράζουν» λαϊκή βάση μέσα από την ιδιοκτησία ομάδων, προκειμένου να πιέζουν ακόμα περισσότερο τους κυβερνώντες (πέρα από τους άλλους τρόπους που διαθέτουν, όπως για παράδειγμα μέσω των καναλιών και του μαύρου πολιτικού χρήματος) και οι κυβερνήσεις όταν νιώθουν ισχυρές (όπως συμβαίνει εν προκειμένω) διαπραγματεύονται μαζί τους και δια του ποδοσφαίρου. Πρόκειται για ένα παιχνίδι εκατέρωθεν οριακών πιέσεων και προσεκτικών κινήσεων, το οποίο πάντα εξαργυρώνεται σε κάποιο ή κάποια ταμεία.

Φυσικά, όπως κάθε μαζικό φαινόμενο, έτσι και το ποδόσφαιρο συγκεντρώνει και λούμπεν στοιχεία. Φυσικά, όπως κάθε μαζική συγκέντρωση, έχει και βίαιες εκδοχές. Και φυσικά όλες αυτές οι εκδοχές, πέρα από εγκληματικές, είναι και εντελώς καταστροφικές για το ίδιο το παιχνίδι, εις βάρος του οποίου παρασιτούν. Όμως, οι οργανωμένες και οπλισμένες ομάδες επ’ αφορμής του ποδοσφαίρου, του μπάσκετ, του βόλεϊ κλπ., έχουν κοινωνική ρίζα στον καπιταλισμό της περιθωριοποίησης και οικονομική-οργανωτική στέγη στον εγχώριο καπιταλισμό των ολιγαρχών, συνήθως δε υπό τα διακριτικά βλέμματα της αστυνομίας και των κυβερνήσεων. Το να πιστεύει κανείς ότι η Δεξιά (και όχι μόνο εδώ που τα λέμε) θα συγκρουστεί είτε με τον καπιταλισμό, είτε με τους ολιγάρχες είναι σαν να πιστεύει ότι η Θάτσερ ήταν σοσιαλίστρια. Κάπως έτσι και ενώ οι εξαγγελίες έδιναν και έπαιρναν ήρθε ο Άλκης Καμπανός και μετά τον Άλκη ήρθε ο Μιχάλης, μετά το Μιχάλη οι κροτίδες του γηπέδου Καραϊσκάκη, μετά τις κροτίδες του Καραϊσκάκη το «ντου» στο Πανθεσσαλικό, μετά το ντου στο Πανθεσσαλικό η ναυτική φωτοβολίδα στον αστυνομικό και θα πάει λέγοντας. Πιο πριν άλλοι νεκροί και άλλα «ντου», ενδιαμέσως δε εμπρηστικές ανακοινώσεις μεγαλοϊδιοκτητών και πρόθυμοι «δημοσιογράφοι», που δεν δαγκώνουν ποτέ το χέρι από το οποίο τρώνε, αλλά και δεκάδες περιστατικά διάχυτης αντικοινωνικής βίας με οπαδικά προσχήματα, εκτός γηπέδων.

Κάτω από τη Super League, η σήψη σε όλες τις κατηγορίες είναι ατελείωτη και οι παράγοντες του «αθλητισμού», αγκαζάρονται με τους τοπικούς πολιτευτές και επιχειρηματίες, με τα αντίστοιχα κέρδη. Όλα αυτά τα ξέρει καλά και αυτή η κυβέρνηση και κάθε άλλη. Απλώς η συγκεκριμένη, ελλείψει αντιπολίτευσης μπορεί να κολυμπά σε όλα αυτά τα φαινόμενα, ενώ υποκρίνεται ότι παίρνει μέτρα. Μέτρα τα οποία αντέχουν δύο μήνες, μέχρι τον επόμενο φόνο, τραυματισμό ή διακοπή – αλλά ποιος υπάρχει εκεί έξω να ζητήσει το λογαριασμό από μια κυβέρνηση που δεν έχει πρόβλημα να αναρωτιέται «ποιος θυμάται τα Τέμπη;». Στον Άλκη και στον Μιχάλη θα κολλήσουν;

Κάπως έτσι αποφάσισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να το παίξει «Θάτσερ» για ένα βράδυ και να κλείσει τα γήπεδα για τους οπαδούς για δύο μήνες. Κάπως έτσι δεν θεωρείται λαϊκισμός να τιμωρούνται για επεισόδια ομάδες που δεν ευθύνονται για αυτά, αλλά όχι το σύστημα των ολιγαρχών που ευθύνεται για όλη τη σήψη (και) του ελληνικού ποδοσφαίρου. Για τη βία εκτός γηπέδων δεν έχει γίνει το παραμικρό – και πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν ήδη από τη Θάτσερ γνωρίζουμε ότι όλοι οι αντικοινωνικοί νεοφιλελεύθεροι, διαλύοντας τους δεσμούς αλληλεγγύης μέσα στις κοινωνίες είναι αυτοί που κατεξοχήν πυροδοτούν τη διάχυτη, αντικοινωνική βία, ενεργοποιώντας μάλιστα ταυτοχρόνως τις πλέον κατασταλτικές εκδοχές κρατισμού.

Στις τελευταίες ανακοινώσεις, ωστόσο, της κυβέρνησης υπάρχει κάτι ακόμα σημαντικότερο, το οποίο ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια του ποδοσφαίρου ή του οποιουδήποτε γηπέδου. Πρόκειται για τη βαθιά αυταρχική και συνάμα λαϊκίστικη πολιτική του φόβου και της κρίσης: κάθε γεγονός, με βάση τη χειραγώγηση των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης αποτελεί και μια νέα εστία τρόμου, μια νέα κρίση δημόσιας τάξης και ασφάλειας, με βάση την οποία κάθε αντίλογος στιγματίζεται και φιμώνεται είτε ατύπως είτε και τυπικώς. Από τις απαγορεύσεις των λοκντάουν και την cancel κουλτούρα, περάσαμε στην επίσημη λογοκρισία των ρωσικών ΜΜΕ και στην ανεπίσημη λογοκρισία προς όφελος των Σιωνιστών.

Η γενική απαγόρευση εισόδου στα γήπεδα αποτελεί ένα ακόμα τεστ. Η κυβέρνηση όποτε θέλει, με επίκληση κινδύνου για τη δημόσια τάξη, παίρνει το σπαθί και κόβει με διοικητικές αποφάσεις ό,τι θέλει. Ο όποιος αντίλογος είναι εκ προοιμίου μια εκδοχή «ψέκας». Πρόκειται για μια κουλτούρα, αλλά και για μια νομική πραγματικότητα διαρκούς κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Μετά την επόμενη μεγάλη διαδήλωση στην οποία θα σημειωθούν επεισόδια, με πρωταγωνιστικό το ρόλο των ασφαλιτών όπως πάντα, απλώς θα απαγορευτούν οι συγκεντρώσεις μέχρι νεωτέρας.

Οι νέες περιπέτειες του Κυριάκου Μητσοτάκη, πέρα από μια βαθιά, ταξική αντιπάθεια για το ποδόσφαιρο (πώς να συμπαθήσει το πιο λαϊκό παιχνίδι οι άνθρωπος που δίνει κάτι χιλιάδες δολάρια για μια θέση στην πρώτη σειρά ενός παιχνιδιού NBA άλλωστε) αποτελούν ένα ακόμα επεισόδιο της πολιτικής του φόβου και της διαρκούς κρίσης. Κανένα πρόβλημα με τους ολιγάρχες που καταστρέφουν το παιχνίδι δεν έχει η κυβέρνηση. Με τους κοινωνικούς χώρους έχει. Με κάθε χώρο συνάντησης των πολλών. Όπως και η Μάργκαρετ Θάτσερ άλλωστε. 

πηγή: kosmodromio.gr

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το