Του Λευτέρη Παπαθανάση

Πέρασαν πια αρκετές μέρες από τη μέρα που προστέθηκε ένα ακόμη όνομα στον κατάλογο των σκοτωμένων μας, αυτό της Ζάκυ / του Ζακ. Δεν είμαι από κείνους που είπαν «τι σημασία έχει ποιος ήταν; θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε όνομα», κι αυτό γιατί οι άνθρωποι με τα «οποιαδήποτε ονόματα» έχουν σκοτωθεί και συνεχίζουν να σκοτώνονται χωρίς εμείς να το μάθουμε ποτέ. Προστέθηκε, λοιπόν, ένα ακόμη πρόσωπο στα στένσιλ που χτυπιούνται στους τοίχους των πόλεών μας, κάνοντάς τους όπως των εκκλησιών με τις εικόνες των αγίων και των μαρτύρων. Έχει σημασία να ξέρουμε τα πρόσωπα, να ξέρουμε τα ονόματα, για να μιλούν και για κείνα -τα περισσότερα- που δεν γνωρίζουμε. Αυτή είναι η πρώτη, ίσως η βασική παρατήρηση ετούτου του σημειώματος, ότι η εκτέλεση του Ζακ Κωστόπουλου είναι ένα σημείο που μαζί με άλλα φτιάχνουν μια μακρά καμπύλη. Η μαύρη, κατάμαυρη, αυτή καμπύλη μάς φανερώνεται τόσο συστηματική, που είναι αδύνατο -παρά μόνο με γερή δόση υποκρισίας, βλακείας ή παλιανθρωπιάς- να μείνει κανείς στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε σημείου της.

Αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση: η συζήτηση για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φόνου του Κωστόπουλου εκπορεύεται ή εξυπηρετεί την αποσπασματική οπτική των πραγμάτων, εκείνη που τελικά θολώνει το τοπίο αποκρύβοντας αίτια και καθήκοντα. Καθώς οι μέρες περνούν, γίνεται όλο και πιο φανερό το πόσο σφαλερή ήταν η εικόνα που αρχικά είχε κατασκευαστεί για τις κρίσιμες στιγμές πριν και κατά το λιντσάρισμα, αλλά και μετά το θάνατο του Κωστόπουλου. Ακόμη κι έτσι, οι κυρίαρχες μηχανές συνεχίζουν τη σπέκουλα πάνω στη μία ή την άλλη κίνηση. Το κέρδος της συγκάλυψης είναι μικρό μπροστά στο κέρδος της αγκύρωσης της συζήτησης στα βαλτόνερα των «συγκεκριμένων περιστατικών». Σε τελική ανάλυση, τα «συγκεκριμένα περιστατικά» της εκτέλεσης του Κωστόπουλου δεν μας δίνουν παρά μια αφηρημένη εικόνα, ενώ η φρίκη γίνεται τόσο πιο συγκεκριμένη όσο εντάσσεται σε μια αναγκαία συζήτηση.

Αυτή η συζήτηση έχει να κάνει με το χαρακτήρα της «αυτοάμυνας», λέξη στην οποία όλο το σκατό του έθνους (στα ΜΜΕ, στα ιντερνετικά φόρουμ, στα καφενεία) έχει κολλήσει από την πρώτη στιγμή που ο φόνος έγινε γνωστός, χάρη στο βίντεο που βγήκε στη φόρα. Όσο περνά ο καιρός, τόσο αποκαλύπτεται η αρχική (συνειδητή) διαστρέβλωση των γεγονότων, αποκαλύπτεται πως ο μοναδικός αμυνόμενος στα μοιραία εκείνα λεπτά είναι ο νεκρός πια Κωστόπουλος. Τελευταίο χτύπημα στη φλυαρία περί «αυτοάμυνας» αποτελούν τα δημοσιεύματα για την απουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων του Κωστόπουλου στο περιβόητο μαχαίρι που έλεγαν ότι κρατούσε. Ακόμη όμως κι όταν το λεπίδι του λογικού ελέγχου κόβει τη βάση της υπόθεσης της «αυτοάμυνας», αυτή ξαναφυτρώνει διπλή και τρίδιπλη, πράγμα το οποίο συνήθως συμβαίνει σε καταστάσεις ιδεοληπτικού πανικού.

Αυτή είναι η τρίτη παρατήρηση. Οι πολλοί αυτουργοί της άμεσης δίκης, καταδίκης και εκτέλεσης του Κωστόπουλου, αν και δεν βρισκόταν οι ίδιοι σε κάποια κατάσταση «άμυνας», υπηρέτησαν μια άλλη «αυτοάμυνα», που τους ξεπερνά ως άτομα. Η λύσσα με την οποία χτυπούσαν ξανά και ξανά τον Κωστόπουλο, ακόμη και άψυχο πια, δεν είναι συμμετρική της ατομικής (υποτιθέμενης) απειλής από πλευράς του Κωστόπουλου μα αντιστοιχεί στην πεποίθηση ότι αποτελούν το υγιές κομμάτι της κοινωνίας και το υπερασπίζονται απέναντι «ΣΤΟΥΣ» Ζακ (και όχι απλά «στον κάθε Ζακ»), που πρέπει να εξαερωθούν. Οι εκτελεστές του Ζακ «αμυνόταν», σε τελική ανάλυση, όχι επειδή κάπως κινδύνευαν εκείνη τη στιγμή, μα για λογαριασμό όλων όσων δεν θα μπορούσαν να δουν την εκτέλεση του Κωστόπουλου παρά μόνο ως «αυτοάμυνα».

Τέταρτη παρατήρηση. Ο κίνδυνος της αποσπασματικότητας υπάρχει και στις εξηγήσεις της δικής μας πλευράς: ο Ζακ ως Ζάκυ, ο Ζακ ως εξαρτημένος, ο Ζακ ως οροθετικός. Κάθε μία από τις αφηρημένες αυτές εικόνες μεταθέτει το εξηγητικό βάρος στις ιδιότητες του θύματος, αντί να επικεντρώνεται στη συγκρότηση της μηχανής του θανάτου. Ο Ζακ δεν εκτελέστηκε για καμία από τις ιδιότητές του (όπως και ο Μιχάλης Καλτεζάς, ο Νίκος Σακελλίων, ο Σαχζάτ Λουκμάν, ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος και τόσοι άλλοι), αλλά γιατί εκείνοι που τον σκότωσαν θεώρησαν ότι μπορούσαν να το κάνουν. Η συγκεκριμένη εκτίμηση των πραγμάτων δεν αφήνει περιθώρια για άλλες ερμηνείες. Έχουμε μπροστά μας τους πεζικάριους του Κράτους Έκτακτης Ανάγκης. Το ότι η προσχώρηση ομάδων ανθρώπων σ’αυτό το μαύρο πεζικό (ή τις μονάδες επιμελητείας και εφεδρείας του) δεν είναι αυτή τη στιγμή ολότελα συνειδητή, δεν αλλάζει τίποτα. Εάν γίνει ολότελα συνειδητή, τότε θα μιλάμε πια σε άλλο επίπεδο…

Πέμπτη, και τελευταία, παρατήρηση. Αν ο ιμπρεσιονισμός μπορεί να υπηρετήσει μια καλλιτεχνική, μια ποιητική ματιά στη φρίκη των ημερών, είναι εντελώς ανίκανος να μας προσανατολίσει πολιτικά (μάλλον το αντίθετο). Τόνοι ψηφιακής (και πραγματικής) μελάνης χύθηκαν για να σχολιάσουν το ζήτημα των ναρκωτικών, της λειτουργίας συγκεκριμένων κοσμηματοπωλείων και της αγοράς χρυσού, του ρόλου των ΜΜΕ, του ιδιαίτερου χαρακτήρα των «νοικοκυραίων». Σ’αυτά τα σχόλια μπορεί φυσικά να βρει κανείς πολλές μικρές ή μεγάλες αλήθειες, μα όχι την αλήθεια για το φόνο του Κωστόπουλου. Καμία απ’αυτές τις μικρές ή μεγάλες αλήθειες δεν λέει κάτι για τη συγκρότηση του Κράτους Έκτακτης Ανάγκης, για την επιλογή του κανακέματος του Φασισμού, για την «αυτοάμυνα» των αφεντικών όχι σε κατάσταση Κρίσης, μα Επίθεσης, για τις πολιτικές -δεξιές ή «αριστερές»- που εξυπηρετούν όλα αυτά.

Τελικά, ο φόνος του Ζακ, της Ζάκυ, Κωστόπουλου δεν ήταν ο φόνος ενός «ληστή», ενός gay ακτιβιστή, ενός τζάνκι, ενός οροθετικού, κάποιου «από εμάς». Ο φόνος του Κωστόπουλου ήταν το φυσικό γέννημα του ζευγαρώματος του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» με το «τάξη και ασφάλεια», κομμάτι λοιπόν της βαρβαρότητας που συνειδητά συγκροτείται εδώ και χρόνια, μέρα με την ημέρα, στην κρατική μηχανή, στην πολιτική, στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία, στις γειτονιές. Ποιοι, ποιες θα σταθούν απέναντί της;

Πηγή: lefterisp.wordpress.com

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το