Η ειδική συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Βορείου Αιγαίου για τον αφθώδη πυρετό στη Λέσβο ανέδειξε το βαθύ αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί ο κτηνοτροφικός κόσμος. Σε κλίμα έντασης, οι παραγωγοί απαίτησαν απαντήσεις για τις μαζικές θανατώσεις ζώων, τις αποζημιώσεις, τους εμβολιασμούς και τη στήριξη των μονάδων τους. Υπό την πίεση των κινητοποιήσεων αποφασίστηκε η προσωρινή αναστολή των θανατώσεων κοπαδιών και των αιμοληψιών μέχρι την επίσκεψη του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης στο νησί.
Παράλληλα, υπήρξαν και πολιτικές συνέπειες, καθώς δήλωσαν την παραίτησή τους η αντιπεριφερειάρχης Πρωτογενούς Τομέα Αναστασία Αντωνέλλη και ο διευθυντής της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Στράτος Τσομπανέλλης, μετά τις έντονες αντιδράσεις των κτηνοτρόφων για τη διαχείριση της κρίσης.
Οι κτηνοτρόφοι επιμένουν στην ανάγκη εμβολιαστικού προγράμματος, όπως εφαρμόστηκε και στην Κύπρο, ενώ καταγγέλλουν καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις, έλλειψη κτηνιατρικού προσωπικού και αδυναμία διαχείρισης της κρίσης. Ταυτόχρονα, κάνουν λόγο για απώλεια μεγάλου μέρους του ζωικού κεφαλαίου του νησιού, προβλήματα στη διάθεση του γάλακτος και καταγγέλλουν ανεξέλεγκτες ή παράτυπες ταφές σε κτηνοτροφικές εκτάσεις, που δημιουργούν επιπλέον υγειονομικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους.
Πέρα όμως από τη συγκεκριμένη υγειονομική κρίση, τα γεγονότα αποκαλύπτουν μια βαθύτερη πολιτική και παραγωγική κρίση. Η αντιμετώπιση της καταστροφής από την πλευρά της πολιτείας, με έμφαση στην «ατομική ευθύνη» των παραγωγών, μεταφέρει το βάρος της αποτυχίας του κρατικού μηχανισμού στους ίδιους τους κτηνοτρόφους. Αντί να αναζητούνται οι ευθύνες για την ανεπαρκή πρόληψη, την υποστελέχωση των υπηρεσιών και την απουσία ολοκληρωμένου σχεδιασμού, οι παραγωγοί εμφανίζονται συχνά ως υπεύθυνοι για την εξάπλωση των ασθενειών.
Το ίδιο μοτίβο καταγγέλλεται και στην περίπτωση της ευλογιάς στην Πρέβεζα, όπου οι αγροτικοί σύλλογοι αμφισβητούν την επίκληση των «φυσικών φαινομένων» και ζητούν απαντήσεις από τον Περιφερειάρχη για την έλλειψη υποδομών, απολυμαντικών σταθμών και επαρκούς στελέχωσης των κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Η σημερινή κρίση δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά την κορύφωση μιας μακροχρόνιας εγκατάλειψης της ελληνικής κτηνοτροφίας. Η απουσία στρατηγικής για την ύπαιθρο, η συρρίκνωση της μικρής και παραδοσιακής παραγωγής και η προώθηση ενός μοντέλου οικονομίας που στηρίζεται κυρίως στις υπηρεσίες και τον τουρισμό αφήνουν τον πρωτογενή τομέα εκτεθειμένο.
Η αιγοπροβατοτροφία, βασικός πυλώνας της αγροτικής οικονομίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επιταχυνόμενη συγκεντροποίηση και βιομηχανοποίηση της παραγωγής. Οι μικροί παραγωγοί, που επί χρόνια αντιμετώπιζαν αυξημένο κόστος, χαμηλές ενισχύσεις και έλλειψη ουσιαστικής στήριξης, κινδυνεύουν πλέον να οδηγηθούν σε πλήρες αδιέξοδο.
Η κρίση του αφθώδους πυρετού φέρνει στην επιφάνεια το ερώτημα για το μέλλον της ελληνικής υπαίθρου και της ίδιας της παραγωγικής βάσης της χώρας. Η προστασία της κτηνοτροφίας δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτήν, αλλά ολόκληρη την κοινωνία, καθώς συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των προϊόντων που καταναλώνουμε, τη στήριξη των τοπικών οικονομιών και τη διατήρηση ζωντανών αγροτικών περιοχών. Η εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας δεν είναι πρόβλημα ενός μόνο κλάδου, αλλά αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Γι’ αυτό η υπεράσπιση της παραγωγής και των ανθρώπων της υπαίθρου αποτελεί συλλογική υπόθεση και απαιτεί οργανωμένο συλλογικό αγώνα και διεκδίκηση απέναντι σε πολιτικές που οδηγούν στη συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα.
Πηγή: Λαϊκός Δρόμος
e-prologos.gr

