Δημήτρης Μαυρίδης

«Θεός» για τους άλλους σε μια καπιταλιστική κοινωνία είναι αυτός που κονομάει τα περισσότερα. Όχι περισσότερα από κάποιους άλλους, αλλά τα περισσότερα απ’ όλους τους άλλους. Είναι το πρότυπο όλων όσοι πασχίζουν να τα κονομήσουν κι αυτοί κάποια στιγμή. Κι αυτό είναι κάτι που δε συμβαίνει μόνο στην εποχή μας, αλλά συνέβαινε από πάντα.

Το είδαμε στο φτωχόπαιδο της ασπρόμαυρης ταινίας που αγωνίζεται και κερδίζει, τελικά, την εύνοια του βιομήχανου υποψήφιου πεθερού του – αντικαθιστώντας τον σε μια επιχείρηση χαρωπών (πάντα) εργατών και εργατριών -, αλλά και το ζήσαμε σε σύγχρονους πρωταγωνιστές αρκετών «σαξές στόρι» περιφερειακού ή πανελληνίου επιπέδου. Και, άντε καλά, να δεχθούμε, σκεπτόμενοι απονήρευτα, την ικανότητα του ήρωα να πείθει για τις καλές του προθέσεις, την εργατικότητά του, τον άμεμπτο χαρακτήρα του και την κατοχή γνώσης, παραβλέποντας, στη βίντατζ εκδοχή, τη δύναμη του έρωτα ως το ισχυρότερο όπλο εκβιασμού μιας κόρης βιομηχάνου και στη δεύτερη περίπτωση, αυτήν της σύγχρονης εποχής, το οικονομικό υπόβαθρό του σαξεστορά.

Ωστόσο, το θέμα, ως το πρόβλημα κατάποσης μιας επαγγελματικής – οικονομικής επιτυχίας κάποιου άλλου, δεν καθίσταται τόσο προκλητικό και ευμέγεθες όταν μιλάμε για τον «Καΐλα» του ‘50 ή τον «Σπεκούλα» του ’10. Σοβαρός προβληματισμός αναφύεται όταν η σαξεσίλα αφορά ανθρώπους που επί πάρα πολλά έτη με τα λεφτά τους ρυθμίζουν την πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου ορίζοντας αναμφίβολα και τις συνθήκες διαβίωσης όλων των άλλων συγχρόνων τους. Το χειρότερο, όμως, όλων είναι η απόπειρα επιβολής τους σ’ αυτούς που έχουν το σθένος να αποκαλύπτουν το modus operandi τους στις σχέσεις τους τόσο με την εξουσία όσο και με το λαό.

Ο λόγος γίνεται για απροκάλυπτες απειλητικές ενέργειες ενάντια σε θαρραλέες φωνές που αποκαλύπτουν τις αδικίες των ισχυρών και που ασκούν κριτική σε πρόσωπα – ιερές αγελάδες του τόπου μας για τους τρόπους που μετέρχονται με σκοπό τη διατήρηση του πλούτου και της δύναμής τους και, κυρίως, για τη διαπλοκή τους με την εξουσία. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διαπλοκή είναι αμφίδρομη έννοια, καθώς απαιτείται αμφοτέρωθεν συναίνεση και διαπιστώνεται πως διαχρονικά το ένα μέρος προστατεύει εν είδει κυματοθραύστου το άλλο σε κάθε περίπτωση απειλής ή «προσβολής».

Συνεπώς, το μπραβιλίκι εμφανίζεται αμέσως και από τα πιο απίθανα σημεία, για να αποκαταστήσει την τάξη σε κάθε περίπτωση διαπίστωσης ύβρης απέναντι στους «θεούς» ενώ η εξουσία από διάφορες θέσεις θεσμικές σπεύδει να παράσχει την απαιτούμενη πολιτική και ενίοτε νομική κάλυψη των θερμοκέφαλων – μάλλον ανεγκέφαλων – μαντρόσκυλών της.

Απώτερος, φυσικά, σκοπός είναι ο εκφοβισμός αυτών που «ξεπερνούν το μέτρο», ως μια ιδιότυπη μονάδα μέτρησης ανοχής κομμένης και ραμμένης στις ιδιοτροπίες του εκάστοτε «θεούλη». Γι’ αυτό και τούτο περιλαμβάνει μια ευρεία γκάμα ενεργειών και προβλέπει άλλοτε μια απλή απειλή, άλλοτε έναν «τιμολογημένο» ξυλοδαρμό, άλλοτε έναν εξοντωτικό εκβιασμό ή μια δολοφονία χαρακτήρα και, όχι σπάνια, έναν κλασικό πυροβολισμό.

Αναμφισβήτητα, περισσότερο ευάλωτοι στο νταηλίκι αυτού του είδους είναι οι άνθρωποι που εκθέτουν χωρίς καμιά διαμεσολάβηση, άμεσα δηλαδή, μπροστά σε κοινό τις απόψεις τους για την κακώς κείμενη εγχώρια κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, μιλάμε για δημοσιογράφους ευθυγραμμισμένους με τις αρχές της αντικειμενικής και ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, για έντιμους πολιτικούς και πολύ συχνά για ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου. Είναι ο κόσμος στον οποίο, λόγω της αμεσότητας με το κοινό και της αναγνωρισιμότητας των προσώπων του χώρου, τα αντανακλαστικά των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων επιβάλλεται να λειτουργούν χωρίς καθυστέρηση.

Το «κακό» αντιμετωπίζεται, δηλαδή, εν τη γενέσει του πριν αυτό ξεχειλώσει. Άλλωστε, ο παραδειγματισμός λειτουργεί καλύτερα όταν ο χρόνος μεσολάβησης ανάμεσα στο ερέθισμα και την αντίδραση είναι μικρός. Επίσης, κανένας δε θα έδινε σημασία σε έναν τσομπάνη που θα κατήγγελλε σε ρεπορτάζ την ασφυξία αιωνόβιων ελάτων από τα υπολείμματα των λατομείων ούτε – και κυρίως – στον καταγγελτικό γραπτό λόγο ενός διανοούμενου με τον οποίο ελάχιστοι θα έρχονταν σε αναγνωστική επαφή. Όμως, όταν ο ηθοποιός «διδάσκει» με το έργο του και μάλιστα με δια ζώσης – απέναντι σε κοινό – επαναλαμβανόμενη «διδασκαλία» ή ο δημοσιογράφος καταγγέλλει ατόρνευτα την αδικία και τη διαπλοκή συμφερόντων, τότε αυτομάτως καθίσταται εχθρός του συστήματος και στόχος αυτού.

Μεγάλο ενδιαφέρον, ωστόσο, εμφανίζει η στάση των υπόλοιπων ανθρώπων απέναντι σε φαινόμενα απειλής της ελεύθερης έκφρασης μιας άποψης μπροστά σε μεγάλο κοινό. Ευτυχώς, οι περισσότεροι πολίτες καταδικάζουν αυτές τις μαφιόζικες πρακτικές και πολλές φορές εξοργίζονται με τις πιέσεις που δέχονται τα θύματα είτε γιατί τίθεται σε λειτουργία η ενσυναίσθηση είτε γιατί δεν υπάρχει σ’ αυτούς η αίσθηση του κινδύνου εξαιτίας της φανερής αντίδρασής τους. Εξάλλου, ο βαθμός ανταπόκρισης αυτού του «οργανισμού» προστασίας της εικόνας και του κύρους των οικονομικών παραγόντων που οι ίδιοι τον διευθύνουν αποκαλύπτει στον απλό πολίτη τη σκοτεινή, ύπουλη και εκβιαστική μεθοδολογία του, όχι μόνο κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία, αλλά γενικότερα σ’ οτιδήποτε αφορά τον τρόπο της καθιέρωσης κάποιων σκοτεινών τύπων στην οικονομική και, δυστυχώς, στην πολιτική ζωή του τόπου. Τότε μόνον κατανοεί ο κόσμος και το υπόβαθρο αυτών των «θεών». Όταν τα «διαολάκια» της δημοσιογραφίας, της μουσικής και του θεάτρου λένε απλώς και μόνον αλήθειες πικρές γι’ αυτούς που πιστεύουν ότι θα βρίσκονται πάντα στο απυρόβλητο λόγω οικονομικής ισχύος ή θα «καθαρίζουν» με οικείους σ’ αυτούς από το παρελθόν νταήδικους τρόπους.

Θα ήταν αφελής κάποιος να πιστέψει πως αυτοί οι «θεοί» θα σταματήσουν να τα κονομούν. Επίσης, όπως στο παρελθόν οι θεοί της αρχαιότητας αντικαταστάθηκαν από νέους – πιο πιασάρικους -, αυτούς τους σύγχρονους θεούς – θεομπαίχτες, σίγουρα, κάποιοι άλλοι με το μανδύα του «πετυχημένου» οικονομικού παράγοντα θα τους διαδεχθούν. Όμως, οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους έχουν επίγνωση του μεγέθους της διαπλοκής, του αθέμιτου κέρδους καθώς και του φασιστικού τύπου εκφοβιστικού μηχανισμού εις βάρος όσων χαλούν με τα λόγια και τις πράξεις τους τη σούπα των «νταβατζήδων» αυτής της κοινωνίας. Και όσο αυτοί οι «θεοί» οικονομούν ο λαός θα βρίσκεται πάντα στο πλευρό των «σατανάδων» που θα τους τα χαλούν.

Μαυρίδης Δημήτρης

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το