Makis Malafekas από το fb

Πολύ πριν τον περίφημο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» (War on Terror) του Τζορτζ Μπους, ο αμερικανικός «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» (War on Drugs) ήταν το πρώτο πολιτικο-στρατιωτικό δόγμα αυτού του είδους που λειτούργησε παράλληλα ως παγκοσμιοποιημένη πολιτική ασφάλειας, και ως αυτοτελές εργαλείο αυτοκρατορικής επιβολής. Όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον κήρυξε τα ναρκωτικά «υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο» το 1971, η καταστολή τους απέκτησε γρήγορα διεθνή διάσταση, με δυσανάλογη στόχευση προς τη Λατινική Αμερική. Σημειώνουμε ότι εν έτει 1971, παρόλο που στη δημόσια σφαίρα των ΗΠΑ εξακολουθούσε να κυριαρχεί μια κάποια αισιοδοξία για τον πόλεμο του Βιετνάμ, ότι δηλαδή με λίγη παραπάνω προσπάθεια γινόταν ακόμα να κερδηθεί, στην πραγματικότητα όλα τα επιτελεία γνώριζαν ήδη ότι αυτό ήταν πλέον εντελώς ανέφικτο. Με τις εκλογές του ’72 προ των πυλών, ο Νίξον έπρεπε αφενός να δώσει έναν νέο θετικό τόνο στη λέξη «πόλεμος», και αφετέρου να στρέψει τα βλέμματα στη Λατινική Αμερική που έβραζε από εργατικά και φοιτητικά κινήματα, αντάρτικα, κ.λπ., κ.λπ. Μέσα σε αυτό το πολύ συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο φόβου παρακμής και πτώσης της αυτοκρατορίας, είναι που επινοείται το War on Drugs. Τη δεκαετία του 1980, η κυβέρνηση Ρήγκαν συνδέει ρητά την καταπολέμηση των ναρκωτικών με την αντίδραση στον «κομμουνιστικό κίνδυνο», χαρακτηρίζοντας αναφανδόν αριστερά κινήματα στην Κολομβία, τη Βολιβία και το Μεξικό ως «ναρκο-τρομοκράτες». Στον Παναμά, οι κατηγορίες περί ναρκωτικών κατά του (πρώην συνεργάτη της CIA) Μανουέλ Νοριέγκα χρησιμοποιήθηκαν για να νομιμοποιήσουν την αμερικανική εισβολή του 1989. Στο Περού, για «ναρκο-τρομοκρατία» κατηγορήθηκε και το μαοϊκό αντάρτικο Φωτεινό Μονοπάτι του Αμπιμαέλ Γκουσμάν (που συνελήφθη το ’92, και πέθανε στη φυλακή το 2021). Στην Κολομβία, το Plan Colombia, που τέθηκε σε εφαρμογή το 2000 υπό τον Μπιλ Κλίντον, διοχέτευσε πάνω από δέκα δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια και εκπαίδευση, τεχνολογία επιτήρησης κ.λπ., εντείνοντας τη στρατιωτικοποίηση, τον εκτοπισμό πληθυσμών και την αμερικανική επιρροή επί της εσωτερικής ασφάλειας της χώρας ώστε να χτυπήσει τα πολύ δημοφιλή αντάρτικα των FARC και ELN. Όλα αυτά, ήταν φυσικά μόνο ένα γεωπολιτικό παιχνίδι καθώς στην κραυγαλέα περίπτωση της Νικαράγουας, για να αναφέρουμε μόνο αυτή, ο Ρήγκαν και η CIA στη μάχη τους ενάντια στο λαϊκό κίνημα των Σαντινίστας υποστήριξαν τους Κόντρας που ήταν, μεταξύ άλλων φρικαλέων, και σπουδαίοι παραγωγοί και διακινητές ναρκωτικών.

Σταδιακά έγινε ξεκάθαρη και μια άλλη πτυχή αυτού του διεθνούς πολέμου. Το War on Drugs στηρίχθηκε σε ήδη υφιστάμενα φυλετικοποιημένα, νεο-αποικιακά στερεότυπα, εμπλουτίζοντάς τα με νέες μυθολογικές κατασκευές. Ο αμερικανικός πολιτικός λόγος, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το Χόλιγουντ, έφτιαξαν την εικόνα μιας εκ νέου «καθαρής», πειθαρχημένης, λευκής Αμερικής που απειλείται από «βρώμικους», διεφθαρμένους και βίαιους Λατινοαμερικανούς, από aliens που έρχονται να την εκφυλίσουν εξάγοντας ναρκωτικά και εγκληματικότητα προς τον Βορρά. Αυτή η «φαντασίωση μόλυνσης» ενίσχυσε τη WASP αυτοεικόνα ηθικής αγνότητας (σε μια εποχή, ακριβώς, όπου αποκαλύπτονταν καθημερινά τα ανείπωτά της εγκλήματα στο Βιετνάμ και αλλού), αποκρύπτοντας παράγοντες όπως η ευρύτατη εγχώρια παραγωγή και διακίνηση, και νομιμοποιώντας την καταστολή στο εσωτερικό (σε φοιτητικούς και πολιτικούς κύκλους, σε κοινότητες ισπανόφωνων, αφροαμερικανών, κ.λπ.), τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων και τις, χωρίς πολλά πολλά, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.

Το μακρύ χέρι αυτού του αμερικανικού πολέμου, είναι η περιβόητη DEA (Drug Εnforcement Administration) που συχνά δουλεύει μαζί με τη CIA. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, η DEA –που στις κοινωνίες της κεντρικής Αμερικής είναι συνώνυμη παρακρατικής τρομοκρατίας– έχει διαδραματίσει ρόλο πολιτικής αποσταθεροποίησης, στοχεύοντας κυβερνήσεις που αντιστέκονται στα αμερικανικά συμφέροντα. Στη Βολιβία, παραδείγματος χάριν, οι επιχειρήσεις της DEA και η ανταλλαγή πληροφοριών υπονόμευαν ανοιχτά την πολιτική του Έβο Μοράλες για την κόκα, που ήταν βασισμένη στον αυστηρό διαχωρισμό ανάμεσα στη παραδοσιακή καλλιέργεια κόκας και στην παραγωγή κοκαΐνης, με αποτέλεσμα το 2008 ο Μοράλες να εκδιώξει τη DEA κατηγορώντας την για πολιτική παρέμβαση και υποστήριξη της ακροδεξιάς αντιπολίτευσης. Στον Παναμά, οι έρευνες της DEA ήταν που συνέβαλαν τα μέγιστα στην απομόνωση της κυβέρνησης Νοριέγκα. Στο Περού και στην Κολομβία, τα προγράμματα καταστολής και στρατιωτικής εκπαίδευσης που προωθούσε η DEA αποδυνάμωσαν τη νομιμοποίηση του κράτους σε αγροτικές περιοχές, ενισχύοντας ταυτόχρονα το ευθυγραμμισμένο με τις ΗΠΑ εγχώριο επιχειρηματικό στοιχείο (δηλαδή τους εκπροσώπους μονοπωλιακών οικονομικών συμφερόντων). Εκτεταμένη είναι, δε, η δραστηριότητά της στο Μεξικό (βλ. Merida Initiative, κ.ά.) με στόχο τον απευθείας στρατιωτικό έλεγχο και την αποσταθεροποίηση όλο και μεγαλύτερου μέρους του εθνικού εδάφους της χώρας.

Οι νταήδες που έσυραν τον εκλεγμένο πρόεδρο της Βενεζουέλας από το Καράκας στη Νέα Υόρκη για να τον «δικάσουν» φορούσαν τζάκετ «DEA», και είναι βασικό να ξέρουμε τι σημαίνει αυτό το σύμβολο, η όλη εικόνα του λατινοαμερικανού με το μουστάκι που τον σέρνουν σαν ζώο οι λευκοί σερίφηδες – ένα σύμβολο στο οποίο συμπτύσσεται όλη η νεο-αποικιακή βία από το ’70 μέχρι τις μέρες μας, κι η μεταφυσική σχεδόν φαντασίωση του καθάριου έθνους που νικά τον μολυσματικό σκουρόχρωμο εχθρό. Δηλαδή ενός imperium σε οριστική παρακμή, που χτυπάει τυφλά όπου βρει γύρω του για να μαζέψει ξένο πλούτο και να κερδίσει λίγο ακόμη χρόνο παρασιτικής κυριαρχίας.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το