γράφει η Νίνα Γεωργιάδου

Θέλησε πολλές φορές να πει του παιδιού, να μη φορτώνει τόσο την ουρά του με άχρηστες κορδέλες. 

Να του πει πως η ουρά είναι πηδάλιο, όχι βαρίδι. 

Αλλά οι χαρταετοί έχουν μόνο εύθραυστα κόκκαλα από καλάμι και ελαφρύ σώμα από χαρτί. Δεν έχουν στόμα. 

Όσο καθόταν κρεμασμένος στον τοίχο, ονειρευόταν. 

Λαχταρούσε μια ψηλή κορφή βουνού  κι ευνοϊκό άνεμο.

Όμως το παιδί ζούσε σε μια υπόγεια τρύπα, έφαγε χαλβά δίπλα στο παράθυρο του φωταγωγού, απ’ όπου δεν έμπαινε ούτε αέρας ούτε φως και δεν μπορούσε να ξέρει κανείς αν φυσάει ή αν έχει άπνοια. 

Όταν ανέβηκαν στη βρόμικη ταράτσα, ένοιωσε πως δεν είχε πολλές πιθανότητες στο όνειρο.  

Προσπάθησε, πολλές φορές,  να ελιχθεί μέσα από τις αντένες, να αποφύγει τις υγρές μπουγάδες που θα μούλιαζαν το χάρτινο σώμα του, να μην αγκιστρωθεί στα καλώδια των δρόμων, όμως  άλλες τόσες κατέπεσε με πάταγο.

Η γη, ακόμη και σε απόσταση, κάτω απ’ τους πολλούς ορόφους και τα βαριά θεμέλια, συνέχιζε να ασκεί τον αναπότρεπτο ρεαλισμό της έλξης της και το παιδί δεν ήξερε να συγχρονίζει την καλούμπα με τον πόθο του.

Πώς έγινε, μέσα στην άπνοια και φύσηξε ένα απροσδόκητο αεράκι και η μισή ουρά αγκιστρώθηκε σε μιαν αντένα και όση απέμεινε είχε τα ζύγια τα σωστά κι έγινε από βαρίδι, πηδάλιο και συνέπεσε η λαχτάρα του παιδιού να τον δει να πετάει, με τον δικό του πόθο, είναι δύσκολο να εξηγηθεί και πρέπει μάλλον να οφείλεται στη δύναμη που έχουν τα όνειρα για ελευθερία.

Υψώθηκε πάνω από τα σύρματα, απ’ όπου κρεμόντουσαν σερπαντίνες των παιδιών απ’ τα ψηλά μπαλκόνια και καταρρακωμένοι χαρταετοί, που δεν είχαν το δικό του πείσμα, έφυγε πάνω απ’ τις κορφές των παρακείμενων βουνών, πάνω από τα διερχόμενα αεροπλάνα, πιο πάνω  κι απ’ τα σύννεφα  και όσοι έτυχε να τον δουν, τον είπαν αιθεροβάμονα.

Όμως αυτός είχε πια νικήσει ακόμη και το ρεαλισμό της βαρύτητας, ήταν ελεύθερος κι ας είχε εύθραυστα κόκκαλα από καλάμι κι ελαφρύ σώμα από χαρτί.

Λυπόταν μόνο που δεν μπόρεσε να πάρει μαζί του το παιδί, να το γλιτώσει απ την υπόγεια τρύπα.

Μα ήταν σίγουρος πως το παιδί ένοιωσε τη δύναμη που έχουν τα πεισματάρικα όνειρα και ίσως, μεγαλώνοντας, υπερνικούσε την καθήλωση απ’ τις δικές του βαρύτητες.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το