γράφει η Μαρία Δανιήλ

Ευριπίδη «Φοίνισσες»

Ένας λαός συμπάσχει με τα δεινά άλλου λαού!

Ήταν αγαπημένος κι έγινε εχθρός – Μα μένει αγαπημένος

Το θέμα του έργου είναι παρμένο από το μύθο της οικογένειας των Λαβδακιδών1 και αναφέρεται στη σύγκρουση των γιων του Οιδίποδα -Ετεοκλή και Πολυνείκη- για την εξουσία. Όταν διδάσκει ο Ευριπίδης τις Φοίνισσες, το 410 ή 409 πΧ, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι δραματική. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος μαίνεται πάνω από 20 χρόνια, οι Αθηναίοι έχουν καταστραφεί στη Σικελία, οι δυνάμεις των Ελληνικών πόλεων έχουν εξαντληθεί, οι Σπαρτιάτες οχυρωμένοι στη Δεκέλεια περισφίγγουν την Αθήνα και οι Πέρσες επεμβαίνουν στην εμφύλια σύγκρουση των Ελλήνων με στόχο την πλήρη αποδυνάμωσή τους. Πώς να συμπυκνώσει ο ποιητής σε ένα έργο τον άφατο πόνο του για το αδελφικό αίμα που χύνεται τόσα χρόνια και για την κατάρρευση όχι μόνο του μεγαλείου της πόλης του αλλά και της Ελλάδας ολόκληρης; Πώς να αποτινάξει την οδύνη ή την οργή του για την εμπλοκή των βαρβάρων στα ελληνικά πράγματα;

Συνθέτει ένα έργο με θέμα τον αδελφοκτόνο σπαραγμό, τον οποίο παρακολουθούν κάποιες γυναίκες από μια περιοχή της επικράτειας των Περσών, τη Φοινίκη (στα παράλια Συρίας–Λιβάνου). Πήγαιναν στους Δελφούς να υπηρετήσουν τον Απόλλωνα, αλλά ο στρατός του Πολυνείκη, που έχει στρατοπεδεύσει έξω από τη Θήβα, τις έχει αποκλείσει στην πόλη. Οι Φοίνισσες συνταράσσονται και θρηνούν για τον εμφύλιο σπαραγμό. Τι κι αν οι άρχοντες των Περσών επιδιώκουν την παράταση του εμφύλιου για να διαλυθούν εντελώς οι Έλληνες; Ο λαός τους συγκλονίζεται από τη συμφορά που έχει χτυπήσει τους γείτονές του και θέλει να την αποτρέψει.

Για πρώτη φορά στην παγκόσμια λογοτεχνία ένας λαός συμπάσχει με τα δεινά άλλου λαού! Πάνω σ’ αυτόν τον εκπληκτικό καμβά ο ποιητής κεντά ένα πλήθος θεμάτων που αφορούν την εμφύλια διαμάχη.

Το έργο αρχίζει με την Ιοκάστη μπροστά στο παλάτι της Θήβας κι οι θεατές καθηλώνονται από τα πρώτα λόγια.

Ω! Ήλιε που ανάμεσα απ’ τ’ αστέρια
διαβαίνεις τ’ ουρανού μες στο χρυσό σου
το άρμα και με γρήγορες φοράδες
σκορπάς ολούθε τη φεγγοβολή σου,
πώς έριξες στη Θήβα απάνω τέτοιο
συφοριασμένο φως τη μέρα εκείνη,
όταν στη χώρα τούτη έφτασε ο Κάδμος
από τη θαλασσόβρεχτη Φοινίκη!

(στ. 1-6)

Πώς ο ύμνος στον ήλιο μετατράπηκε σε απόγνωση; Ποιο φοβερό γεγονός έχει συμβεί στη Θήβα; Ο ποιητής μαγνητίζει εξαρχής την προσοχή των θεατών και πιο πολύ με την απόδοση των χαρακτήρων στην αφήγηση της Ιοκάστης που ακολουθεί.

Η Ιοκάστη κι ο πρώτος της άντρας, ο Λάιος, δεν είχαν παιδί. Αυτός ζήτησε χρησμό απ’ τον Απόλλωνα κι ο θεός του είπε να μην τεκνοποιήσει, γιατί το παιδί του θα τον σκοτώσει.

Όμως εκείνος
από ηδονή και πόθο τυφλωμένος
μου έσπειρε παιδί κι όταν το σφάλμα
και του θεού τα λόγια ήρθαν στο νου του,
δίνει σε γελαδάρηδες το βρέφος
στης Ήρας να τ’ αφήσουν το λιβάδι
στον Κιθαιρώνα, αφού του ’χε τρυπήσει
μ’ ατσάλινα καρφιά τους αστραγάλους
και Οιδίποδα έτσι οι Έλληνες το λέγαν2
.
(στ. 21-27)

Αυτό το παιδί μια άλλη το πήρε στην αγκαλιά της κι έπεισε τον άντρα της πως είναι δικό τους παιδί! Κι όταν έγινε παλικάρι κι έβγαλε γένια, πήγε στους Δελφούς να μάθει για τους γονιούς του. Σ’ ένα σταυροδρόμι συνάντησε το αμάξι του Λάιου κι ο αμαξάς τον πρόσταξε να μεριάσει μπροστά στους βασιλιάδες. Αυτός, όμως, βουβός προχωρούσε γεμάτος περηφάνια. Τ’ άλογα του αμαξιού τού μάτωναν τα πόδια.

Τότε… μα τι χρειάζεται να λέω
για κείνα που ’ναι ξένα στα δεινά μου;
Σκοτώνει τον πατέρα ο γιος.

(στ. 43-44)

Πόσο εύκολα προσπερνά το φόνο του άντρα της! Είναι κάτι ξένο στις συμφορές της. Αυτός, τυφλωμένος από τα πάθη του, της έκανε παιδί κι έπειτα -σα βάρβαρος- τρύπησε τα πόδια του μωρού και της το πήρε. Γιατί άραγε να λυπηθεί για το θάνατό του; Όμως, οι άλλες λεπτομέρειες που αναθυμάται πόσο πόνο φανερώνουν για το παιδί που έχασε, πόση τρυφερότητα και καμάρι για το παλικαράκι που ’γινε άντρας κι αντιμετώπιζε με περηφάνια τις προκλήσεις της ζωής του! Κι όταν λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας και εν αγνοία του παντρεύεται τη μάνα του, με πόση διακριτικότητα στέκεται ο ποιητής απέναντι στην ψυχολογία της γυναίκας που ήταν μάνα και εν αγνοία της σύζυγος! Η Ιοκάστη, αναφερόμενη στην αιμομιξία που η ίδια διέπραξε, χρησιμοποιεί τρίτο ενικό πρόσωπο. Δεν αντέχει να χρησιμοποιήσει πρώτο.

Παντρεύεται, χωρίς να ξέρει, ο δόλιος
τη μάνα του, κι αυτή, χωρίς να ξέρει,
ερωτικά πλαγιάζει με το γιο της.

(στ. 53-54)

Η Ιοκάστη κάνει τέσσερα παιδιά με τον Οιδίποδα. Αυτός αυτοτυφλώνεται όταν μαθαίνει το ανοσιούργημά του και τ’ αγόρια κλειδώνουν τον πατέρα τους στο παλάτι, για να ξεχάσει ο κόσμος τη ντροπή! Αυτός τα καταριέται να αλληλοσφαχτούν για την εξουσία κι αυτά συμφωνούν να μοιράζονται τη βασιλεία από ένα χρόνο το καθένα. Ο Ετεοκλής, όμως, όταν πέρασε ο χρόνος, δεν παραδίδει την εξουσία στον Πολυνείκη κι αυτός μαζεύει στρατό από το Άργος κι έρχεται να τη διεκδικήσει. Η Ιοκάστη, για να λύσει την έχθρα ανάμεσα στα παιδιά της, καλεί τον Πολυνείκη στην πόλη για να συζητήσει με τον αδελφό του.

Ο ποιητής έχει αγγίξει με τόση ευαισθησία την ψυχολογία της μάνας, που οι θεατές αντιλαμβάνονται αμέσως τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Ιοκάστη που είχε παρουσιάσει, 15 χρόνια πριν, ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα Τύραννο και σ’ αυτήν του Ευριπίδη. Στον Οιδίποδα η Ιοκάστη είναι η σύζυγος που δεν αντέχει το βάρος της αιμομιξίας και αυτοκτονεί. Στις Φοίνισσες είναι μάνα. Δεν επιτρέπει στον εαυτό της να αφεθεί στη δίνη των ενοχών. Την αυτοκτονία δεν τη διανοείται καν. Γιατί έχει παιδιά. Κι αφού τα παιδιά της βρίσκονται σε αδιέξοδο, αυτή πρέπει να είναι ζωντανή και παρούσα για να βρει διέξοδο.

Γιατί, όμως, ο Οιδίποδας παρουσιάζεται κλειδωμένος απ’ τα παιδιά του και δεν έχει αυτοεξοριστεί, όπως στο Σοφοκλή; Μια απορία που οι θεατές θα περιμένουν να λυθεί στη συνέχεια του έργου.

Η Ιοκάστη μπαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται ο παιδαγωγός με την Αντιγόνη η οποία θέλει να δει από τα τείχη το στρατό που πολιορκεί την πόλη της. Με την Αντιγόνη να παρατηρεί και τον παιδαγωγό να της εξηγεί ποιοι είναι αυτοί που βλέπει, ο ποιητής απλώνει με μεγάλη επιδεξιότητα το οπτικό πεδίο των θεατών πέρα από την περιοχή της σκηνής, έξω από τα τείχη της πολιορκημένης πόλης. Ένα ισχυρό νήμα συνδέει αυτά που συμβαίνουν έξω μ’ αυτά που συμβαίνουν μέσα. Κι άλλοτε τα έξω φοβίζουν την Αντιγόνη,

…στέρεα κλεισμένες είναι τάχα οι πύλες
με μάνταλα χαλκόδετα και σύρτες;

(στ. 114-6)

Ποτέ, ποτέ μου, ω! Άρτεμη σεβάσμια, …
Τέτοια σκλαβιά μη με παιδέψει.

(στ. 190-2)

άλλοτε την οργίζουν,

Όμως η Άρτεμη …….
θανάσιμες σαΐτες να του ρίξει
και να τον αφανίσει που ήρθε
να μου κουρσέψει την πατρίδα.

(στ. 151-3)

άλλοτε την εντυπωσιάζουν.

Πώπω! Τι μεγαλόπρεπος, και πόση
φοβέρα έχει στην όψη του, παρόμοιος
με γίγαντα

(στ. 127-8)

Με τη χρυσή του πανοπλία
πώς ξεχωρίζει, γέρο, σαν τις πρωινές
λάμποντας ηλιαχτίδες.

(στ. 168-9)

με πόση
φρόνηση κι ηρεμία μες στους αστόχαστους
τ’ άλογα κυβερνάει!

(στ. 177-8)

Οι εχθροί που επιτίθενται πάντα φοβίζουν τους πολιορκούμενους. Οι συγκεκριμένοι εχθροί, όμως, δε φοβίζουν μόνο. Εντυπωσιάζουν με την αρματωσιά, το παράστημα, τις κινήσεις τους. Ο ποιητής, με τη νεανική αφέλεια της Αντιγόνης, περνά έμμεσα το μήνυμα: Γιατί οι Έλληνες, που μπορούν να εντυπωσιάζουν τους ομοεθνείς τους, επιμένουν να τους προξενούν φόβο;

Η Αντιγόνη και ο παιδαγωγός αποχωρούν και εμφανίζονται οι Φοίνισσες, οι γυναίκες του χορού. Έχουν διάθεση να τραγουδήσουν για τον Παρνασσό, το ιερό βουνό όπου γίνονται οργιαστικές τελετές για το Διόνυσο κι όπου βρίσκεται το μαντείο του Απόλλωνα. Όμως,

Τώρα φρενιασμένος ο Άρης
μου ’ρθε μπρος στα τείχη
και στην πόλη καταπάνω
ξεσηκώνει τους εχθρούς,
που να μη σώσει·
γιατί η θλίψη των δικών είναι κοινή
κι όποιες συμφορές χτυπήσουν
την εφτάπυργη αυτή χώρα,
μοιάζει σάμπως να χτυπήσαν τη Φοινίκη……
Ω! πελασγικό Άργος, πόσο
με φοβίζει η δύναμή σου
και το δίκιο απ’ τους θεούς·
γιατί άδικο δεν ήρθε
πόλεμο να κάνει ετούτος
που γυρεύει να γυρίσει στην πατρίδα.

(στ. 239-60)

Πολύ θα ’θελε ο χορός να τραγουδά για τη χαρά της ζωής. Ο φόβος, όμως, για τον επικείμενο πόλεμο δεν αφήνει περιθώρια για τέτοια τραγούδια. Οι γυναίκες του χορού πονούν για τη συμφορά που θα πλήξει τη Θήβα, σαν να έπληττε τη δική τους πατρίδα! Θεωρούν, ωστόσο, ότι ο Πολυνείκης δεν έχει άδικο. Αντίστοιχα, η Ιοκάστη και ο παιδαγωγός, παρότι φοβούνται γι’ αυτά που θα πάθει η πόλη τους, νιώθουν ότι ο Ετεοκλής -που φροντίζει για την άμυνα της πόλης- έχει διαπράξει αδικία, ενώ ο Πολυνείκης -που επιτίθεται- δίκαια ζητά την εξουσία.

ΙΟΚ: ….. Όμως
όταν επήρε αυτός την εξουσία,
το θρόνο δεν αφήνει κι αποδιώχνει
τον Πολυνείκη απ’ την πατρίδα.

(στ. 74-6)

ΠΑΙΔ: μα έχουν δίκιο που ήρθαν και φοβάμαι
μήπως το κρίνουνε σωστό οι θεοί τούτο.

(στ. 154-50)

Ο Πολυνείκης αδικήθηκε. Οι θεατές, όμως, αναρωτιούνται. Είναι σωστό να διεκδικήσει το δίκιο του με επίθεση εναντίον της πατρίδας του; Έτσι όπως οργανώνει ο ποιητής το θέμα του, οφείλει να δώσει απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα.

Με το ίδιο θέμα είχε ασχοληθεί και ο Αισχύλος 60 περίπου χρόνια πριν, στο Επτά επί Θήβας. Εκεί ο Ετεοκλής αυτοπροβαλλόταν ως προστάτης της πόλης, παρότι ο Αισχύλος παρουσίαζε την εικόνα ενός υπερφίαλου βασιλιά, που έδινε μόνο εντολές και δεν ήξερε από συμπόνια. Τον Πολυνείκη τον ανέφερε, αλλά δεν τον εμφάνιζε στο έργο. Ήταν ο εχθρός.

Ο Ευριπίδης, αντίθετα, τον παρουσιάζει. Μπαίνει στην πόλη μετά από την πρόσκληση της μάνας του, φοβισμένος. Όπως φοβούνται όλοι όσοι μπαίνουν «σε χώρα εχθρών»! Για τον Πολυνείκη, εχθρός δεν είναι μόνο ο αδελφός του. Είναι και η πατρική γη! Θεωρώντας τη χώρα του εχθρά, αίρει ο ίδιος το δίκιο που πριν από λίγο του έδιναν ο χορός, η μάνα του και ο παιδαγωγός.

Η Ιοκάστη βγαίνει απ’ το παλάτι, σπεύδει να τον αγκαλιάσει και χορεύει απ’ τη χαρά της. Ήρθε ο γιος της που τον έδιωξε η αδικία του αδελφού του, μα που όλη η Θήβα τον αγαπά. Το παλάτι ερήμωσε με τη φυγή του κι αυτή έκοψε τα μαλλιά της και φόρεσε μαύρα κουρέλια θρηνώντας για τη συμφορά του. Είναι τόσο χαρούμενη όταν τον βλέπει, που δε νοιάζεται για το γεγονός ότι έχει έρθει για να επιτεθεί στη χώρα της. Αυτή τη στιγμή είναι μόνο μάνα. Το παιδί της πνίγεται απ’ το άδικο και μόνο αυτό την αφορά. Βλέπει τα πάντα μέσα από τα μάτια του γιου της και φτάνει στο σημείο, όταν αναφέρεται στον Οιδίποδα, όχι μόνο να μην τον ονομάζει, αλλά να τον αποκαλεί τυφλό γέρο που ζει κρυμμένος στα σκοτάδια. «Μα, ο Οιδίποδας είναι πολύ νεότερος από την Ιοκάστη» σκέφτονται οι θεατές. Και λοιπόν; Για τον Πολυνείκη είναι ένας γέρος που ανοσιούργησε και που καλά θα κάνει να μείνει στο σκοτάδι. Ο Οιδίποδας -γιος, παλικαράκι- δεν υπάρχει πλέον για την Ιοκάστη. Υπάρχει μόνο η αλήθεια του γιου που τώρα έχει μπροστά της.

Κι όπως θα ’κανε μια τυπική μάνα, τον μαλώνει που ξενοπαντρεύτηκε! Προσπερνά, όμως, γρήγορα το «ατόπημά» του μπροστά στις συμφορές που έχουν έρθει, όποιος κι αν είναι ο αίτιος γι’ αυτές τις συμφορές· ο Άρης, η διχόνοια, ο Οιδίποδας ή κάποιος δαίμονας(!). Ο κόσμος όλος μπορεί να ευθύνεται για το κακό που χτύπησε τη Θήβα. Τα παιδιά της δε φταίνε σε τίποτα! Κι οι γυναίκες του χορού, που νιώθουν πως από αγάπη στα παιδιά της παραβλέπει τα σφάλματά τους, κάνουν ένα εκπληκτικό σχόλιο για να ερμηνεύσουν τη στάση της:

Φοβερό πράγμα η γέννα στις γυναίκες,
γι’ αυτό αγαπάνε τα παιδιά τους όλες.

(στ. 355-6)

Μια τρυφερή συζήτηση ακολουθεί ανάμεσα στη μάνα και το γιο για τα βάσανά του στην ξενιτιά. Αυτός δηλώνει ότι αθέλητά του ήρθε ενάντια στην πόλη του και ζητά από τη μάνα να βρει τρόπο να συμφιλιωθεί με τον αδελφό του. Η ατμόσφαιρα στο θέατρο χαλαρώνει. Θα αποσοβήσει άραγε τη σύγκρουση η συμφιλιωτική διάθεση του Πολυνείκη;

Η εμφάνιση, του Ετεοκλή διαλύει τη χαλαρή ατμόσφαιρα. Φουριόζος κι αγριεμένος, με ύφος που δείχνει ότι ήδη έχει πάρει την απόφασή του, ρωτά τη μάνα του τι θέλει. Αυτή τον επιτιμά για τη βιασύνη του και με αυστηρό τρόπο του ζητά να κοιτάξει τον αδελφό του.

Μην ξεφυσάς και τ’ άγριο βλέμμα
παράτησε· δεν είναι το κομμένο
κεφάλι της Γοργόνας που αντικρίζεις·
τον αδελφό σου βλέπεις που ’χει έρθει.
Στρέψε κι εσύ σε τούτον, Πολυνείκη·
στα μάτια αν τον κοιτάζεις, θα μιλήσεις
καλύτερα και πιο καλά θ’ ακούσεις.

(στ. 454-9)

Η μάνα θέλει να πιστεύει πως, όταν τ’ αδέλφια κοιταχτούν, θα ξυπνήσει το αδελφικό αίμα και η έχθρα θα διαλυθεί. Τα πράγματα, όμως, δυστυχώς δεν είναι έτσι. Και ναι μεν ο Πολυνείκης εμφανίζεται ήπιος και διαλλακτικός και δηλώνει πως αν βρει το δίκιο του, θα διώξει το στρατό από τη Θήβα. Ωστόσο, δεν απευθύνεται στον αδελφό του. Μιλάει στη μάνα του για ν’ ακούει ο αδελφός. Η διάσταση ανάμεσα στα δυο αδέλφια είναι πολύ μεγάλη. Η αδιαλλαξία, όμως, του Ετεοκλή κάνει το χάσμα να φαντάζει αγεφύρωτο. Αν για το δίκιο και το όμορφο συμφωνούσαν όλοι, δε θα υπήρχαν διχογνωμίες, λέει. Ο ίδιος θα πήγαινε ως τ’ αστέρια και τον ήλιο κι ως τα βάθη της γης για να κρατήσει την εξουσία, γιατί αυτό το αγαθό το θέλει μόνο για τον εαυτό του. Θεωρεί, εξάλλου, ντροπή να αφήσει τον αδελφό του να πετύχει αυτά που θέλει, αφού εκστρατεύει εναντίον της πατρίδας του. Αν θέλει να μείνει στη Θήβα, του το επιτρέπει. Την εξουσία, όμως, δε θα του την παραδώσει ποτέ. Δε θα γίνει δούλος στον αδελφό του αυτός, που είναι βασιλιάς. Γιατί «αν πρέπει να ’ναι άδικος κανείς για το χατίρι της εξουσίας, καλή ’ναι η αδικία»(!)

Το θέατρο μουδιάζει. Τόσο χυδαίος πολιτικός αμοραλισμός δεν είχε παρουσιαστεί σε τραγωδία μέχρι τώρα. Συνήθως οι βασιλιάδες κάλυπταν τις αδικίες τους με ηθικολογίες. Ο Ετεοκλής, όμως, επιβάλλει τόσο απροκάλυπτα το άδικο, που οι θεατές μένουν άναυδοι. Θα καταφέρει, άραγε, η Ιοκάστη να φιλιώσει τα παιδιά της και να αποτρέψει τη σύγκρουση;

Η μάνα ξέρει ότι δεν έχει άλλη ευκαιρία. Αν δεν τα καταφέρει τώρα δε θα τα καταφέρει ποτέ. Επιστρατεύει, λοιπόν, όλα τα επιχειρήματα που έχει, με την τρυφεράδα που η μάνα μπορεί να απευθύνεται στα παιδιά της, ακόμη κι όταν βλέπει ότι οι επιλογές τους τα οδηγούν στο χείλος του γκρεμού.

Νιώθει ότι ο Ετεοκλής είναι φίλαρχος και προσπαθεί -χωρίς να τον προσβάλει- να τον αποτρέψει απ’ αυτήν την αρρώστια.

Γιατί ποθείς τόσο
την πιο κακιά θεά, τη φιλαρχία;
Όχι· είναι άδικη θεά· σ’ ευτυχισμένα
σπίτια και πόλεις μπαινοβγαίνει
φέρνοντας χαλασμό κι εσύ έχεις τέτοια
μανία γι’ αυτήν; Καλύτερα, παιδί μου,
να στέργεις την ισότητα που ενώνει
τις πολιτείες, τους φίλους, τους συμμάχους.

(στ. 531-9)

Αγωνίζεται να αναχαιτίσει τον αχαλίνωτο εγωισμό του, δείχνοντάς του τη μικρότητα των ανθρώπων μπροστά στα στοιχεία της φύσης, όπως ο ήλιος και η νύχτα, που

κάθε χρονιά κάνουνε τον ίδιο
τον κύκλο και κανένα τους δεν έχει
φθόνο γιατί νικιέται. Κι αν ο ήλιος
κι η νύχτα έτσι δουλεύουν, εσύ που είσαι
θνητός, δε θα δεχτείς την πατρική σου
την εξουσία με τούτον να μοιράσεις;

(στ. 544-8)

Του λέει ότι είναι κούφιο πράγμα να θέλει να τον θαυμάζουν κι ότι ο πλούτος που επιδιώκει είναι μόνο μια ιδέα. Οι συνετοί αρκούνται σ’ αυτά που καλύπτουν τις ανάγκες τους. Τα υλικά αγαθά δεν ανήκουν στους ανθρώπους. Οι θεοί τούς τα δίνουν, οι θεοί τούς τα παίρνουν. Αλλά, επειδή νιώθει ότι ο υπερφίαλος γιος της όλα αυτά μπορεί να τα θεωρεί φλυαρίες, αφήνει το πιο ισχυρό της επιχείρημα για το τέλος

Κι αν σε ρωτήσω
τι θέλεις απ’ τα δυο, να βασιλεύεις
ή τη χώρα να σώσεις, θ’ απαντήσεις
πως προτιμάς να βασιλεύεις;

(στ. 559-61)

και τον καθιστά υπεύθυνο -με τη φιλοχρηματία και τη φιλαρχία του- για τις συμφορές που θα χτυπήσουν την πόλη, αν νικήσουν οι Αργείοι.

Απευθύνεται μετά στον Πολυνείκη και του δείχνει πόσο παράλογο είναι να επιτεθεί στην πατρίδα του. Αν την κυριεύσει τι θα γράψει στην επιγραφή πάνω στο τρόπαιο νίκης που θα στήσει; Ότι αφιερώνει αυτές τις ασπίδες στους θεούς αφού έκαψε τη Θήβα; Κι αν νικηθεί, πώς θα επιστρέψει στο Άργος με τόσους νεκρούς πίσω του;

Παρά το ότι η Ιοκάστη αισθάνεται πως το άδικο ξεκινά απ’ τον Ετεοκλή, μπροστά στον έσχατο κίνδυνο, καταδεικνύει τα λάθη και των δύο παιδιών, επιμερίζει τις ευθύνες τους και τα παρακαλεί να παραμερίσουν το πείσμα τους, που μόνο συμφορά θα φέρει.

Οι θεατές με αγωνία περιμένουν την αντίδραση των δύο αδελφών στην έκκληση της μάνας τους. Η αδιαλλαξία, όμως, του Ετεοκλή τούς κόβει την ανάσα. Όχι μόνο απαξιώνει τα λόγια της μητέρας του,

Μάνα, δεν είναι πια καιρός για λόγια,
περνά του κάκου η ώρα και κανένα
η προθυμία σου όφελος δε φέρνει·
………………παράτησε τις τόσες
συμβουλές κι άφησέ με.

(στ. 588-92)

αλλά απειλεί να σκοτώσει τον Πολυνείκη. Ο Πολυνείκης αντιδρά κι ο ποιητής με συνεχόμενες αντιλαβές3 κορυφώνει την ένταση της σκηνής.

ΠΟΛ: Ω! των θεών μας πατρογονικοί βωμοί,
ΕΤ: Που έχεις έρθει για να τους ρημάξεις.
ΠΟΛ: μ’ ακούτε,
ΕΤ: Ποιος να σ’ ακούσει όταν χτυπάς τη γη σου.
ΠΟΛ: κι εσείς ναοί θεών με τ’ άσπρα τ’ άλογα,
ΕΤ: που σε μισούν.
ΠΟΛ: με διώχνουν από την πατρίδα,
ΕΤ: Γιατί ’ρθες για να διώξεις άλλους.
ΠΟΛ: άδικα, ω θεοί.
ΕΤ: Κράζε τους όχι εδώ, μα στις Μυκήνες.
ΠΟΛ: Ανόσιος είσαι,
ΕΤ: Μα όχι εχθρός, όπως εσύ, της χώρας.
ΠΟΛ: που δίχως τα δικά μου έτσι με διώχνεις.
ΕΤ: θα σε σκοτώσω κι από πάνω.
ΠΟΛ: Ακούς, πατέρα, τι παθαίνω;
ΕΤ: Ακούει κι αυτά που κάνεις.
ΠΟΛ: Κι εσύ, μητέρα;
ΕΤ: Μάνα δε σου ταιριάζει να φωνάζεις.
(στ. 605-12)

Το θέατρο παγώνει. Κι όταν ο Ετεοκλής απαγορεύει στον Πολυνείκη να δει τον πατέρα και τις αδελφές του, η αντιπαράθεση των δύο αδελφών ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της οξύτητας. Η σύγκρουση όχι μόνο είναι αναπόφευκτη, αλλά τα δυο αδέλφια αποφασίζουν να αντιπαραταχθούν στη μάχη για να αλληλοχτυπηθούν. Η απελπισμένη κραυγή της μάνας

Ω! η μαύρη· τι θα κάνετε, παιδιά μου;
(στ. 622)

δεν έχει τη δύναμη να αποτρέψει το κακό. Όταν ο Πολυνείκης φεύγει διωγμένος από τον Ετεοκλή, η Ιοκάστη αποχωρεί βουβή. Δεν έχει τη δύναμη ούτε καν τη βοήθεια των θεών να ζητήσει. Η απόγνωσή της τής κόβει τη λαλιά.

Ό,τι, όμως, δεν μπορεί να κάνει η Ιοκάστη το κάνουν οι γυναίκες απ’ τη Φοινίκη! Αν και ξένες, έχουν φροντίσει να μάθουν την παλιά ιστορία της Θήβας κι αυτήν ανακαλούν στη μνήμη τους. Τραγουδούν, λοιπόν, για τον ιδρυτή της πόλης, τον Κάδμο, και τα νερά της Δίρκης, για τη γέννηση του Διόνυσου και τα τραγούδια που του λένε οι γυναίκες της Θήβας, για τους πρώτους κατοίκους της πόλης, τους σπαρτούς, από τα δόντια του δράκου. Στο τέλος προσεύχονται στον Έπαφο4, μιας κι οι Φοίνικες έχουν προμήτορα τη μητέρα του την Ιώ(!), να τρέξει να βοηθήσει την πόλη. Βαθιά συγκίνηση πρέπει να κατέλαβε τους θεατές από την επίκληση των ξένων γυναικών σ’ ένα δικό τους -ξένο- θεό να σώσει την πόλη!

Τι να περιμένουν οι θεατές μετά από την εκρηκτική σκηνή ανάμεσα στα δυο αδέλφια και τη συγκινητική συμμετοχή των ξένων γυναικών στα πάθη της πόλης; Κάποιον αγγελιαφόρο, ίσως, να τους πει πώς άρχισε και πώς εξελίσσεται η μάχη; Ή μήπως κάποιο απρόσμενο γεγονός που την αποτρέπει; Όμως, όχι. Ο ποιητής θέλει να ευτελίσει στα μάτια των θεατών τους πολεμοκάπηλους υποκινητές του εμφυλίου πολέμου. Παρουσιάζει, λοιπόν, τον Ετεοκλή, που επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία παραβιάζοντας κάθε έννοια δικαίου, ως έναν παντελώς ανίδεο με τον πόλεμο βασιλιά. Όχι μόνο αγνοεί πώς πρέπει να παρατάξει το στρατό του και ποια τακτική πρέπει να ακολουθήσει, αλλά δεν έχει καν συναίσθηση της δύναμης των αντιπάλων του. Αν δεν είχε το θείο του τον Κρέοντα να τον συμβουλεύει, θα οδηγούσε το στρατό του σε βέβαιη συντριβή. Σα να μην έφτανε αυτό, ο φίλαρχος κι άδικος βασιλιάς κατεβαίνει και το τελευταίο σκαλί στην κλίμακα της εμπάθειας και παραληρώντας δίνει εντολή στον Κρέοντα να μη θάψουν τον Πολυνείκη. Απαιτεί, δηλαδή, να παραβιασθεί ένας πανελλήνιος και βαθύτατα ιερός θεσμός, σύμφωνα με τον οποίο κανείς νεκρός δεν πρέπει να μένει άταφος.

Απ’ την αρχή του έργου ο ποιητής έχει προδιαθέσει το κοινό του αρνητικά για τον Ετεοκλή. Τώρα, καθώς ο βασιλιάς ξεπερνά κάθε ηθικό όριο, οι θεατές αναρωτιούνται γιατί ο ποιητής τον παρουσιάζει να προτείνει στον Κρέοντα να συμβουλευτεί το μάντη Τειρεσία για τις τελευταίες ενέργειες που πρέπει να γίνουν. Θα συνδράμει, άραγε, η θρησκευτική εξουσία αυτή την άκρατη αρχομανία του Ετεοκλή;

Ο ποιητής καθυστερεί την απάντηση στο ερώτημα αυτό, παρουσιάζοντας το χορό να διεκτραγωδεί τις συμφορές που φέρνει ο Άρης -σ’ αντίθεση με τις χαρές της ζωής που προτείνει ο Διόνυσος- και να θρηνεί για τις συμφορές που χτύπησαν τη Θήβα από τότε που ο Οιδίποδας έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας και οδηγήθηκε στη φοβερή αιμομιξία. Αυτό το αμάρτημα φαίνεται πως είναι για το χορό η αιτία της επερχόμενης τραγωδίας, γιατί

ό,τι δεν είναι καλό
δε θα γίνει καλό ποτέ του κι ούτε νόμιμα
τα παιδιά, που γέννησε μάνα αιμομίχτισσα·
γιατί κι ο πατέρας που τα ’σπειρεν ήταν
κι αυτός αδελφός τους.

(στ. 814-17)

Όταν, όμως, εμφανίζεται ο Τειρεσίας, ο ποιητής διαφοροποιεί αυτή τη θέση. Η αιμομιξία έγινε εν αγνοία του Οιδίποδα και της Ιοκάστης. Ο Τειρεσίας, λοιπόν, παρότι έμμεσα την αναφέρει,

η μάνα έχει γεννήσει
τον άντρα της, το δύστυχον Οιδίπου

(στ. 869)

δεν την αξιολογεί ως αιτία της συμφοράς. Ο Οιδίποδας, εξάλλου, με την αυτοτύφλωση τιμώρησε τον εαυτό του για το ακούσιο αμάρτημα. Έδειξε, έτσι, ότι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν τη δύναμη να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους ακόμη κι αν διαπράττουν κακό ασυνείδητα.

Ο Τειρεσίας καταδεικνύει ως αιτίες της συμφοράς δύο σφάλματα που έγιναν εν πλήρει συνειδήσει. Το ένα από το Λάιο, που έκανε παιδί ενάντια στη θέληση των θεών, και το άλλο από τα παιδιά του Οιδίποδα, που -παρά τις συμβουλές του μάντη- κλείδωσαν τον πατέρα τους στο παλάτι, χωρίς να συναισθάνονται το βάρος των ενοχών που ένιωθε. Τα δυο αδέλφια θα αλληλοσφαχτούν, λέει ο μάντης. Θα πληρώσουν τη μικροψυχία απέναντι στον πατέρα τους, σκέπτονται οι θεατές. Όπως πλήρωσε ο Λάιος που αφέθηκε έρμαιο στην ορμή του γενετήσιου πάθους του. Ο υπαινιγμός του ποιητή είναι σαφής. Η μικροψυχία και η κυριαρχία των παθών οδηγούν σε συγκρούσεις καταστροφικές. Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν είχε αυτοεξορισθεί ο Οιδίποδας -όπως απορούσαν οι θεατές στην αρχή του έργου κι όπως τον είχε παρουσιάσει ο Σοφοκλής. Γιατί ο Ευριπίδης ήθελε να μιλήσει για τα εκούσια σφάλματα, για τις μικρότητες και τις μικροψυχίες. Κι αυτό δεν θα το πετύχαινε αν παρουσίαζε τον Οιδίποδα αυτοεξορισμένο.

Για το πώς θα σωθεί, όμως, η πόλη ο μάντης δε θέλει να μιλήσει. Ο Κρέοντας τον πιέζει, γιατί -όπως λέει- νοιάζεται για την πατρίδα του. Ο Τειρεσίας τότε δίνει έναν εντελώς απροσδόκητο χρησμό. Για να σωθεί η Θήβα πρέπει να θυσιαστεί ο γιος του Κρέοντα, ο Μενοικέας. Εμβρόντητος ο Κρέοντας προσπαθεί να αποφύγει τη συμφορά

κι ας πάει στ’ ανάθεμα κι η πόλη.
(στ. 919)

Αυτός που λίγο πριν κοπτόταν για την πατρίδα του, τώρα την αναθεματίζει κι ο Τειρεσίας τον ειρωνεύεται που τόσο εύκολα αλλάζει γνώμη. Ο Κρέοντας τον παρακαλεί να κρατήσει το χρησμό μυστικό, αλλά ο μάντης, με κάποια χαιρεκακία, του δηλώνει ότι δεν πρόκειται να σιωπήσει. Όταν απομακρύνεται ο Τειρεσίας, ο Κρέοντας απεγνωσμένος ψάχνει τρόπο να φυγαδεύσει το γιο του πριν μάθουν το χρησμό οι άλλοι άρχοντες. Τώρα πλέον δε θέλει παινέματα από κανέναν, αν είναι να του σφάξουν τα παιδιά. Ο Μενοικέας υποκρίνεται ότι δέχεται την πρόταση του πατέρα του να φύγει από την πόλη, τον καθησυχάζει και τον απομακρύνει από τη σκηνή. Δηλώνει, έπειτα, στο χορό ότι έχει αποφασίσει να θυσιαστεί. Δε θα προδώσει την πόλη την ώρα που οι συμπολίτες του δίνουν αυτόβουλα τη ζωή τους γι’ αυτήν. Γιατί

αν έκανε ο καθένας ό,τι
καλό μπορούσε και για την ωφέλεια
το ’δινε της πατρίδας, θα υπόφεραν
πιο λίγες συμφορές όλες οι χώρες
κι ευτυχισμένα πιότερο θα ζούσαν.

(στ. 1015-18)

Ο ποιητής με τη στάση τού Μενοικέα δίνει το στίγμα για το χρέος των πολιτών απέναντι στην πόλη τους. Οι θεατές, όμως, εύλογα αναρωτιούνται για ποιο λόγο έπρεπε να χάσει τη ζωή του ο αθώος Μενοικέας. Ο Τειρεσίας είχε δώσει μια εξήγηση. Έπρεπε να εξευμενιστεί η Γη γιατί ο Κάδμος είχε σκοτώσει το φίδι που φρουρούσε την πηγή Δίρκη. Όσο όμως κι αν δίνεται κάποια εξήγηση, η απορία εξακολουθεί να υφίσταται. Γιατί η Γη επέλεξε αυτή τη χρονική στιγμή να ζητήσει τον εξευμενισμό της; Κάτι άλλο κρύβεται πίσω από τη θυσία του Μενοικέα. Όμως έτσι όπως οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη (με κινηματογραφική ταχύτητα, θα λέγαμε σήμερα) είναι δύσκολο για τους θεατές να διαγνώσουν την πρόθεση του ποιητή. Ίσως, όταν αργότερα σχολιάσουν την παράσταση, να συνειδητοποιήσουν ότι ήταν η δεύτερη φορά μέσα στο έργο που οι άρχοντες, μπροστά στο προσωπικό τους συμφέρον, επέλεξαν την καταστροφή της πόλης. Πριν από λίγο, ο Ετεοκλής -προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία- είχε ξεγράψει όχι μόνο την πόλη αλλά και το ίδιο του το σπίτι.

Κατά χαμού ας πάει όλο το σπίτι
(στ. 623)

Τώρα ο Κρέοντας θυσιάζει την πόλη, για να μη χάσει το γιο του. Οι άρχοντες είναι πολύ κατώτεροι των περιστάσεων. Την πόλη τη σώζουν οι πολίτες!

Ο Μενοικέας φεύγει κι ο χορός, με εικόνες φοβερής έντασης και ενάργειας, δίνει το προανάκρουσμα της συμφοράς που έρχεται, καθώς φέρνει μπροστά στα μάτια των θεατών τις συμφορές που είχαν χτυπήσει τη Θήβα όταν εμφανίστηκε η Σφίγγα,

τέρας φριχτό, πλατύφτερο,
μουγκρίζοντας ολοένα, πολυθάνατο,
που ορμητικά φτεροκοπώντας
με νύχια σαρκοφάγα αρπάζοντας
τα παλικάρια από της Δίρκης
τα μέρη, τ’ ανασήκωνες στα ουράνια,
με συνοδειά θρήνους πικρούς…..
Μοιρολογούσαν οι μανάδες,
μοιρολογούσαν οι παρθένες,
τα σπίτια βαριοστέναζαν·
θρήνος αντίλαλος στο θρήνο
και μοιρολόι στο μοιρολόι
κι άλλος εδώ κι άλλος εκεί
κλαίγαν απανωτά στην πόλη.
Κι ο βόγγος σα βροντή στη χώρα
αχολογούσε, όποτε κάποιον
η φτερωτή τον σκότωνε παρθένα.

(στ. 1024-42)

Ο αγγελιαφόρος που φτάνει καθησυχάζει την Ιοκάστη ότι ο στρατός των Θηβαίων κρατά γερά στη μάχη κι ότι οι δυο της γιοι ζουν. Μια εκπληκτικά παραστατική αγγελική ρήση «μεταφέρει» τους θεατές στο πεδίο της μάχης.

Μετά την εθελούσια θυσία του Μενοικέα, αρχίζει σύγκρουση σκληρή. Οι παραστάσεις στις ασπίδες των Αργείων προκαλούν τρόμο, αλλά οι Θηβαίοι νικούν σε μάχη άγρια. Εικόνες που προκαλούν φρίκη,

το ξανθό του
τσακίζοντας κεφάλι, στις ραφές του
τ’ άνοιξε και του μάτωσε τα γένια

(στ. 1159-61)

την οποία εντείνει ο Δίας χτυπώντας με κεραυνό.

βρόντησε ο τόπος
κι όλοι τρομάξαμε· απ’ τη σκάλα
χώρια τα μέλη του σφεντονιστήκαν,
στα ουράνια τα μαλλιά, στη γης το αίμα,
στροβίλισαν τα χέρια και τα πόδια,
καθώς του Ιξίονα ο τροχός, και πέφτει
καρβουνιασμένος κι άψυχος στο χώμα.

(στ. 1181-86)

Η Ιοκάστη χαίρεται που τα παιδιά της ζουν και που η χώρα σώθηκε, αλλά δεν είναι ήρεμη. Θέλει να μάθει τι σχεδιάζουν τα παιδιά της. Ο αγγελιαφόρος υπεκφεύγει. Η μάνα επιμένει. Οπότε αυτός αναγκάζεται να πει ότι ο Ετεοκλής πρότεινε στον αδελφό του να μονομαχήσουν κι αυτός δέχτηκε. Οι δυο στρατοί χάρηκαν με την απόφαση και φρόντισαν να ενισχύσουν το ηθικό ο καθένας του δικού του μονομάχου. Ο αγγελιαφόρος, όμως, φοβάται ότι τα δυο αδέλφια θα αλληλοσφαχτούν και προτείνει στην Ιοκάστη να κάνει κάτι για να αποτρέψει το κακό.

Η μάνα, που άφωνη τόση ώρα άκουγε τον αγγελιαφόρο, μόλις αυτός τελειώνει, βάζει τις φωνές καλώντας την Αντιγόνη να πάει μαζί της στο πεδίο της μάχης. Μα δεν είναι κόσμιο θα βρεθούν δυο γυναίκες στο χώρο των αντρών! Η Αντιγόνη ντρέπεται.

Ντροπή για σένα τώρα δεν υπάρχει
(στ. 1276)

της λέει με ύφος απόλυτο η Ιοκάστη, αδιαφορώντας για κάθε εθιμοτυπία. Μάνα και κόρη τρέχουν να προφτάσουν να σώσουν παιδιά κι αδέλφια. Κάθε νέα σκηνή και μια δραματική κορύφωση. Οι δυο γυναίκες τρέχουν αλλόφρονες. Θα προφτάσουν, όμως; Η αγωνία στο κατακόρυφο.

Οι γυναίκες του χορού νιώθουν ότι η συμφορά είναι αναπότρεπτη. Ο προκαταβολικός τους θρήνος είναι ακόμη μια τραγική κορύφωση, που συγκλονίζει τους θεατές.

σπαράζει η καρδιά μου απ’ τον τρόμο·
και βαθιά απ’ το κορμί μου ανεβαίνει
φόβος και θλίψη για τη δόλια τη μάνα.
Ποιος απ’ τους δυο, ποιος τον άλλον
αδελφό θα ματώσει; Ώο, πόνοι,
ώο, Δία και Γης,
του αδελφού το λαιμό, την καρδιά του,
πανοπλία κι ασπίδα τρυπώντας;…….
Αχ! Δία, αχ! Δία,
δυο θεριά, δυο ψυχές φονικές
τη λόγχη βαστώντας, κουφάρια,
κουφάρια εχθρικά θα κυλήσουν
παρευθύς στο χώμα.
Δύστυχοι, που μπήκε στο νου σας
να σφαχτείτε.

(στ. 1284-1300)

Σε λίγο εμφανίζεται ένας αγγελιαφόρος για να ενημερώσει τον Κρέοντα -που έχει μεταφέρει στη σκηνή το νεκρό γιο του- τι έχει συμβεί. Οι θεατές παρακολουθούν ακόμη μια φοβερή σε ένταση και παραστατικότητα αγγελική ρήση, που τους κόβει την ανάσα. Και δεν είναι μόνο που ο ποιητής απέδωσε, σε περισσότερους από 60 στίχους, με κάθε λεπτομέρεια όλες τις κινήσεις και τα χτυπήματα των δυο αντιπάλων. Είναι και που τροποποίησε το τυπικό της μονομαχίας. Συνήθως για τη νίκη προσεύχονται οι στρατοί μαζί με τους μονομάχους. Εδώ προσεύχονται μόνο οι δυο μονομάχοι, που τυχαίνει(!) να είναι αδέλφια τα οποία ζητούν απ’ τους θεούς να τους βοηθήσουν να σφάξουν τον αδελφό τους! Είναι και που τους παρουσίασε να χτυπιούνται με τέτοια λύσσα, που οι στρατιώτες που τους βλέπουν ιδρώνουν από την αγωνία τους περισσότερο απ’ ό,τι οι ίδιοι! Κι όταν ο Ετεοκλής χτυπά θανάσιμα τον Πολυνείκη, νομίζοντας πως ο αδελφός του έχει πεθάνει, τρέχει να σκυλεύσει το νεκρό! Ο ετοιμοθάνατος Πολυνείκης χρειάστηκε μόνο να σπρώξει λίγο το ξίφος του στο σώμα του αδελφού του, που ήταν σκυμμένος πάνω του, για να τον σκοτώσει. «Ούτε άγρια θηρία να ’ταν!», μονολογούν συγκλονισμένοι οι θεατές.

Η σκηνή, όμως, δεν έχει τελειώσει ακόμη. Η Ιοκάστη τους προφταίνει μόλις ζωντανούς. Ο Ετεοκλής δεν μπορεί να μιλήσει. Απιθώνει, όμως, το χέρι του πάνω της και

βουβός με δακρυσμένη τη ματιά του
της δείχνει την αγάπη του.

(στ. 1440-41)

Ο Πολυνείκης καταφέρνει να μιλήσει.

Χαθήκαμε, μάνα· κλαίω κι εσένα
κι αυτή την αδελφή μου και το νεκρό αδελφό.
Ήταν αγαπημένος κι έγινε εχθρός. Μα μένει
αγαπημένος.

(στ. 1444-46)

Άναυδοι οι θεατές παρακολουθούν αυτή την εντελώς απρόσμενη εξέλιξη. Τα «άγρια θηρία» ξανάγιναν άνθρωποι που μπορούν να κλαίνε, να αγγίζουν, να αγαπούν. Κι αυτά που λέει ο Πολυνείκης, «Φίλος γάρ ἐχθρός ἐγένετ’ ἀλλ’ ὅμως φίλος»! Πώς μπορούν να ξεχαστούν τέτοια λόγια! Τα δυο αδέλφια πεθαίνουν και η Ιοκάστη αυτοκτονεί. Καθώς πέφτει, ένα μόνο πράγμα τη νοιάζει. Να ενώσει τα παιδιά της. Σωριάζεται ανάμεσά τους κρατώντας και τους δύο αγκαλιά! Με ποιες λέξεις θα μπορούσε, άραγε, κανείς να σχολιάσει τη φιλανθρωπία του ποιητή;

Τόσες πολλές, διαφορετικές και έντονες συγκινήσεις δεν είχαν ξανανιώσει οι θεατές από μία μόνο αγγελική ρήση. Κι ενώ έχουν την αίσθηση ότι έζησαν την κορυφαία σκηνή του έργου, μια ακόμη κορύφωση ακολουθεί.

Οι τρεις νεκροί μεταφέρονται στη σκηνή και η Αντιγόνη ξεσπά σ’ έναν απαρηγόρητο θρήνο.

Για τους νεκρούς μου ξέφρενη πετώντας
απ’ το κεφάλι την καλύπτρα
και το κροκάτο πέπλο σκίζοντας,
το γοερό μου θρηνολόι
θ’ αρχίσω για τους σκοτωμένους……
Ω! σπίτι, σπίτι μου,
ποια τραγουδίστρα, ποια μοιρολογήστρα
να προσκαλέσω για να συνοδέψει
τα δάκρυά μου με τα δάκρυά της,
που τρίδιπλους σου φέρνω
συγγενικούς νεκρούς, μάνα και γιους;……..
Ποια γυναίκα
στους Έλληνες ή στους βαρβάρους
ή ποιος απ’ τους παλιούς
αρχοντογέννητους ανθρώπους
έπαθε τόσες δυστυχίες, όσες
θρηνολογώ η βαριόμοιρη;
Α! ποιο πουλί καθίζοντας σ’ αψηλό κλώνο
βαλανιδιάς ή έλατου
θα συνοδέψει τους πικρούς μου θρήνους
εμέ της ορφανής, που κλαίγοντας
με στεναγμούς και βόγγους, μόνη
θα ζήσω μες στα δάκρυα πάντα
γι’ αυτούς εδώ μοιρολογώντας;
Για ποιον να πρωτοξεριζώσω τα μαλλιά μου;
Για τον κόρφο της μάνας που με βύζαξε
ή για των αδελφών μου τα κουφάρια;

(στ. 1489-1529)

Μέσα σ’ αυτή την απόλυτη οδύνη και την απόγνωση καλεί τον πατέρα της να βγει έξω. Άλλη μια απρόσμενη σκηνή. Οι θεατές νόμιζαν πως το έργο έχει ουσιαστικά τελειώσει. Πώς να τελειώσει, όμως, χωρίς να «δει» ο Οιδίποδας τα αποτελέσματα της κατάρας του; Όταν, εξάλλου, ρωτά την κόρη του να του πει πώς συνέβη το κακό, αυτή του απαντά

Δε σου το λέω για κατηγόρια
μήτε με χαιρεκακία, μα πονώντας·
ο αλάστορας5, η μαύρη σου κατάρα,
σπαθιά γεμάτος και φωτιά
κι απαίσιες έχθρες, έπεσε
βαρύς πάνω στους γιους σου.

(στ. 1554-57)

Ο Οιδίποδας δεν αντέχει ν’ ακούσει τίποτ’ άλλο για τα παιδιά του. Ξέρει τη μαύρη τους τη μοίρα. Θέλει να μάθει, όμως, για τη γυναίκα του. Κι ο ποιητής, μέσω της Αντιγόνης, πληροφορεί τον Οιδίποδα αλλά και τους θεατές για μια εκπληκτική σκηνή, που ο αγγελιαφόρος ντράπηκε να μιλήσει γι’ αυτήν. Η Ιοκάστη έτρεχε κλαίγοντας προς τα δυο παιδιά της που μάχονταν σα λιοντάρια σε μαντρί. Και καθώς έτρεχε ξεγύμνωσε τα στήθη της και μ’ αυτά ικέτευε τους γιους της. Όπως έκανε κι η Εκάβη όταν παρακαλούσε τον Έκτορα να μη σταθεί απέναντι στον Αχιλλέα6! Για ποια ντροπή να νοιαστεί η μάνα, όταν τα παιδιά της σκοτώνονται;

Συγκλονισμένοι οι θεατές απ’ αυτή τη νέα κορύφωση, θέλουν να τελειώσει πια το έργο. Πόσες ακόμη συγκινήσεις μπορούν ν’ αντέξουν; Όταν, λοιπόν, αντί για κάποιο εξόδιο άσμα7, ακούνε τον Κρέοντα να διατάζει τον Οιδίποδα να φύγει από την πόλη, οργίζονται με το νέο βασιλιά. Κι η οργή τους γίνεται πολύ μεγαλύτερη όταν τον ακούνε να επιμένει, παρά το ότι ο Οιδίποδας διεκτραγωδεί όλες τις συμφορές που τον έχουν χτυπήσει και δηλώνει απόλυτη αδυναμία να κάνει αυτό που του ζητά. Και σα να μην έφτανε αυτό, απαγορεύει να ταφεί ο Πολυνείκης κι έχει το θράσος να διατάζει την Αντιγόνη να σταματήσει το μοιρολόι και να ετοιμαστεί να παντρευτεί το γιο του τον Αίμονα! Ο ίδιος μόλις ανέλαβε την εξουσία. Κι έχει ήδη ξεχάσει ότι μπροστά του κείτεται νεκρός ο άλλος του γιος, ο Μενοικέας!

Η οργισμένη αντίδραση τής Αντιγόνης για την εξορία του γονιού της και την απαγόρευση ταφής του αδελφού της προκαλεί στεναγμό ανακούφισης στο θέατρο. Επιτέλους! Κάποιος να αντισταθεί σ’ αυτόν τον αήθη νέο βασιλιά! Κι όταν ο Κρέοντας της απαγορεύει όχι μόνο να φροντίσει το νεκρό αδελφό της, αλλά ούτε καν να τον φιλήσει, πολύ χαίρονται οι θεατές που η Αντιγόνη καταφέρνει να τον αποπέμψει τρομοκρατημένο, λέγοντας πως θα γίνει Δαναΐδα8 για τον Αίμονα!

Πατέρας και κόρη μένουν στη σκηνή μόνοι με τους νεκρούς. Ο Οιδίποδας ζητά από την κόρη του να τον βοηθήσει να αγγίξει το πρόσωπο της γυναίκας του και των γιων του. Ένα άγγιγμα! Ο άλλοτε δοξασμένος Οιδίποδας, μόνο ένα άγγιγμα μπορεί να πάρει μαζί του, τώρα που φεύγει για την εξορία!

Το έργο τελειώνει και οι θεατές είναι μουδιασμένοι.

“Όλη η ζωή του ένα άγγιγμα!”

“Όλο το έργο για ένα άγγιγμα!”

“Διώχνει τον αλάστορα και ανθρωπεύει”, επισημαίνει κάποιος. “Ξαναγίνεται άνθρωπος”!

“Το ίδιο κάνει και ο χορός”, σχολιάζει κάποιος άλλος. “Έρχονται οι γυναίκες απ’ τη Φοινίκη να μας δείξουν τι σημαίνει ανθρωπιά. Εμείς -τόσα χρόνια πόλεμος- αγριέψαμε. Γίναμε θηρία…”.

“Έτσι είναι”, θα πει ένας τρίτος. “Αλλά εγώ κρατώ το «Ήταν αγαπημένος κι έγινε εχθρός. Μα μένει αγαπημένος». Αυτό με ανθρωπεύει εμένα”.

Σημειώσεις

1 Ο Λάβδακος ήταν πατέρας του Λάιου, πρώτου συζύγου της Ιοκάστης, και εγγονός του Κάδμου, πρώτου βασιλιά της Θήβας.

2 Οιδίπους σημαίνει «αυτός που έχει πρησμένα πόδια» (οιδέω = πρήζομαι).

3 Διάλογος όχι με ακέραιους, αλλά με “σπασμένους” στίχους. Έτσι δημιουργείται μεγάλη ένταση και δραματικότητα.

4 Γιος του Δία και της Ιώς, προπάτορας του Κάδμου.

5 Δαίμονας που παρακινεί στο κακό.

6 Ομήρου Ιλιάδα, Σ 79 – 80

7 Τραγούδι που λέει ο χορός καθώς αποχωρεί από την ορχήστρα στο τέλος του έργου.

8 Οι Δαναΐδες, κόρες του Δαναού, σκότωσαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα του γάμου τους.

πηγή: αντιτετράδια της εκπαίδευσης, τ. 139

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το