«Σε αντίθεση με την αφήγηση στα σιωνιστικά λογοτεχνικά κείμενα, οι Παλαιστίνιοι συγγραφείς υπερασπίστηκαν τις πόλεις τους με μια αρχαία κληρονομιά, ένα ζωντανό πληθυσμό, μια ισχυρή πίστη και μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα, διατηρώντας την αξιοπρέπεια της πένας»
Όταν οι πρώτοι Εβραίοι άποικοι πάτησαν το πόδι τους σε παλαιστινιακά εδάφη πριν από περίπου 150 χρόνια, το Πρώτο Σιωνιστικό Συνέδριο (1897) απείχε χρόνια. Με άλλα λόγια, ενώ ο σιωνισμός δεν είχε ακόμη αναδυθεί ως οργανωμένη πολιτική δύναμη, το κύμα μετανάστευσης προς την Παλαιστίνη είχε ήδη ξεκινήσει.
Όταν ο Θέοντορ Χερτζλ συγκάλεσε εκείνο το Συνέδριο, το έργο του δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φαίνεται. Τα υλικά του γεύματος είχαν ήδη προετοιμαστεί και τοποθετηθεί στην κατσαρόλα – το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να ανάψει τη σόμπα. Αυτοί που μπήκαν στην «κουζίνα» πριν απ’ αυτόν δεν ήταν άλλοι από μια ομάδα πρώιμων σιωνιστών συγγραφέων και ποιητών.
Πρώιμη σιωνιστική Λογοτεχνία: Ψέματα Κατασκευασμένα Ενάντια στην Αλήθεια
Με την κατοχή της Βρετανικής Εντολής που ακολούθησε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Παλαιστινιακή λογοτεχνία απέκτησε μια καθαρή αντιστασιακή ταυτότητα, λέγοντας στον κόσμο την ιστορία ενός λαού του οποίου την ύπαρξη είχαν αρνηθεί οι εχθροί του για πάνω από έναν αιώνα. Διαφύλαξε μια ταυτότητα που απειλούνταν με διαγραφή. Κοιτάζοντας πίσω στον αιώνα, διαπιστώνουμε ότι οι Παλαιστίνιοι συγγραφείς πολέμησαν σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα.
Ο αγώνας τους δεν περιοριζόταν στην αντιμετώπιση των αρχών της βρετανικής εντολής, ούτε των σιωνιστικών πολιτοφυλακών όπως η Χαγκάνα, η οποία άρχισε να δραστηριοποιείται λίγο αργότερα. Οι Παλαιστίνιοι αντιμετώπισαν επίσης ένα λογοτεχνικό εχθρό – ένα στρατό σιωνιστών ποιητών και συγγραφέων που ζούσαν σ’ όλον τον κόσμο, των οποίων τα έργα ήταν γεμάτα δραματικά στοιχεία. Κάποιοι ζούσαν στην Αγγλία, κάποιοι στη Γαλλία, κάποιοι στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, κάποιοι στη Ρωσία. Κάποιοι ήταν ακόμα και μη Εβραίοι. Το ν’ αντισταθείς στα κείμενά τους ήταν τόσο δύσκολο όσο το να αντιμετωπίσεις έναν αλαζόνα Βρετανό στρατιωτικό κυβερνήτη ή ένα αδίστακτο μέλος μιας σιωνιστικής πολιτοφυλακής.
Η σιωνιστική λογοτεχνία, η οποία στόχευε στη δημιουργία μιας εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη και στην προώθηση της ιδέας του αποικισμού μέσω μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποίησης και θεατρικών έργων, αγνόησε εντελώς την πραγματικότητα και ανασύνθεσε φαντασιακά τα παλαιστινιακά εδάφη. Σύμφωνα με το «Η θαυμαστή ιστορία του Αλρόι» (1833) του Μπέντζαμιν Ντισραέλι, οι Εβραίοι μπορούσαν ν’ ανακτήσουν την προηγούμενη δύναμή τους μόνο αποκτώντας Παλαιστινιακά εδάφη. Πριν καν εκδοθεί, αυτό το μυθιστόρημα είχε πεντακόσιες προπαραγγελίες από αριστοκρατικούς κύκλους του Λονδίνου και σύντομα μεταφράστηκε στα ρωσικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά.
Ένα άλλο πρώιμο σιωνιστικό μυθιστόρημα, το «Δανιήλ Ντερόντα», της μη Εβραίας Αγγλίδας συγγραφέα Τζωρτζ Έλιοτ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαίρη Αν Έβανς), παρουσίαζε έναν πρωταγωνιστή που βίωνε κρίση ταυτότητας. Ο Ντερόντα, ήταν ένας νεαρός Άγγλος που ανακάλυψε σε μεθύστερη περίοδο την εβραϊκή του καταγωγή. Εκδόθηκε μια βροχερή μέρα του Σεπτεμβρίου του 1876• το μυθιστόρημα υπερασπιζόταν το επιχείρημα ότι ο δρόμος για την υπέρβαση όλων των δυσκολιών και κρίσεων βρισκόταν στην επιστροφή στις εβραϊκές ρίζες και στη γη της Παλαιστίνης. Όσοι έκαναν αυτό το βήμα θα γίνονταν ξαφνικά τόσο ψυχικά όσο και σωματικά δυνατοί και ολοκληρωμένοι.
Μία από τις κύριες στρατηγικές που χρησιμοποίησαν αυτοί οι συγγραφείς, οι οποίοι μεταχειρίζονταν επιδέξια τη λογοτεχνία για να ενθαρρύνουν την εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη και να τη μετατρέψουν σ’ ένα ισχυρό εργαλείο προπαγάνδας, ήταν να απεικονίσουν όσους μετανάστευαν ως δυνατούς, ανεξάρτητους και ικανούς ανθρώπους, ενώ όσους έμεναν πίσω ως αδύναμους και αξιολύπητους. Ο Αντρέ Σπάιαρ, ο πιο εξέχων εκπρόσωπος της σιωνιστικής αναβίωσης στη γαλλική ποίηση, απευθύνθηκε στους Εβραίους σ’ ένα από τα ποιήματά του:
«Τι κάνεις στη γωνιά σου, αδέξιος και θλιμμένος; Τόσο αξιολύπητος, τόσο χαμηλά. Ω, Εβραίε, δεν έχεις θάρρος;!»
Ένα άλλο θέμα που επανερχόταν τακτικά ήταν η σύνδεση με τη γη και τη γεωργία. Αυτά τα κείμενα εξιδανίκευαν την εγκαθίδρυση μιας ζωής βασισμένης στη γεωργία στην Παλαιστίνη και την αναζωογόνηση της γης. Ωστόσο, η πιο εντυπωσιακή πτυχή ήταν η απεικόνιση της Παλαιστίνης ως εντελώς ακατοίκητης. Το 1847, ο Μαρκ Τουέιν ταξίδεψε στην Παλαιστίνη με Χριστιανούς προσκυνητές και αργότερα περιέγραψε τη γη ως άγονη κι έρημη στο ταξιδιωτικό του βιβλίο «Αθώοι στο Εξωτερικό: Η Πρόοδος των Νέων Προσκυνητών», το οποίο αργότερα θα γινόταν μπεστ σέλερ στις ΗΠΑ. Αυτό το κείμενο έγινε ένα από τα βασικά έργα που πυροδότησαν τη σιωνιστική φαντασία.
Δύο διαφορετικές αναπαραστάσεις αναδύθηκαν: μια εντελώς ακατοίκητη Παλαιστίνη, «μια γη χωρίς λαό», και άλλες που αναγνώριζαν κάποια «ερημιά» στην Παλαιστίνη. Αυτά τα κείμενα αναφέρονταν επίσης στην αντίσταση και την αυτοάμυνα των Εβραίων εναντίον αυτών των «άγριων» κατοίκων, απεικονίζοντάς τους ως ένα έθνος που ανερχόταν για να επιβιώσει στην Παλαιστίνη. Τέτοιου είδους γραπτά θα βοηθούσαν αργότερα στη νομιμοποίηση των ενεργειών των σιωνιστικών τρομοκρατικών ομάδων, οι οποίες θα πραγματοποιούσαν πολυάριθμες σφαγές σε παλαιστινιακές πόλεις και χωριά τα επόμενα χρόνια.
*****
Η Σιωνιστική Λογοτεχνία Πριν τη Νάκμπα
Διάβασαν τα ποιήματα «Μασάντα» και «Η Πόλη της Σφαγής». Στη συνέχεια, πραγματοποίησαν σφαγές στην Παλαιστίνη.
Το 1927, ένα ποίημα που δημοσιεύτηκε στην Παλαιστίνη προκάλεσε αμέσως αίσθηση και έγινε μανιφέστο των σιωνιστών κατακτητών. Το ποίημα είχε τίτλο «Μασάντα: Ένα Ιστορικό Έπος». Σύμφωνα με τον εβραϊκό θρύλο, το Φρούριο Μασάντα πολιορκήθηκε από τους Ρωμαίους το 73 μ.Χ. και οι Εβραίοι υπερασπιστές που βρίσκονταν μέσα επέλεξαν τη μαζική αυτοκτονία αντί της παράδοσης. Ο ποιητής παρομοίασε τον αγώνα ζωής και θανάτου στο φρούριο με τον αγώνα των εισβολέων Εβραίων εποίκων που έφταναν σε Παλαιστινιακά εδάφη.
Στο ρεφρέν του ποιήματος, ο σιωνιστής έποικος Γιτζάκ Λάμνταν δήλωνε: «Μασάντα λο τιπόλ σούβ» («Η Μασάντα δεν θα ξαναπέσει ποτέ»). Με άλλα λόγια, η Μασάντα βρισκόταν τώρα στην Παλαιστίνη -αλλά αυτή τη φορά, αντί να αυτοκτονήσουν, θα πολεμούσαν. Το ποίημα είχε βαθύ αντίκτυπο στο σιωνιστικό κίνημα και επιτάχυνε τις σφαγές που πραγματοποιούσαν οι σιωνιστικές πολιτοφυλακές. Εμπνεύστηκε ωστόσο από ένα προηγούμενο έργο: το ποίημα «Η Πόλη της Σφαγής», που συνέθεσε ο Χαΐμ Ναχμάν Μπιάλικ μετά το πογκρόμ του 1903 εναντίον των Εβραίων στη Ρωσία. Ο Μπιάλικ έγραψε:
«Όλα έχουν καταστραφεί… Και τώρα θα ξεκινήσετε… Τα λουλούδια είναι σαν φτερά, κι όμως μυρίζουν αίμα. Και ο γλυκός καπνός τους θα μπει στο στήθος σας… Θα σας καλέσει στην άνοιξη, τη ζωή και την ευεξία».
Η Πόλη της Σφαγής είχε βαθιά απήχηση, λειτουργώντας ως μανιφέστο κι ενισχύοντας τους σιωνιστικούς ισχυρισμούς για αυτοάμυνα και, το πιο σημαντικό, για εθνική πατρίδα. Πολλοί νεαροί Ρωσο-Εβραίοι που διάβασαν το ποίημα άρχισαν να οργανώνονται γύρω από τον Σιωνισμό για να διασφαλίσουν ότι δεν θα ήταν ποτέ ξανά ανυπεράσπιστοι σε τέτοιες επιθέσεις. Αρχικά εντάχθηκαν σε υπόγειες ομάδες που αντιστέκονταν στον Τσάρο και, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, εντάχθηκαν στην Παλαιστίνη στη σιωνιστική παραστρατιωτική Χαγκάνα. Με λίγα λόγια, ένας από τους πιο κρίσιμους παράγοντες που επέτρεψαν στις σιωνιστικές πολιτοφυλακές να στρατολογήσουν τόσους πολλούς, ήταν η ίδια η σιωνιστική λογοτεχνία.
Παλαιστινιακή Λογοτεχνία: Η Αξιοπρέπεια της Πένας
Οι Σιωνιστές συγγραφείς και ποιητές συνέχισαν να σκεπάζουν επιδέξια την αλήθεια σ’ όλα τα κείμενα που παρήγαγαν. Μετά την υπογραφή της Διακήρυξης Μπάλφουρ το 1917, η αλαζονεία τους εκφράστηκε ακόμα πιο έντονα. Η Βρετανική Εντολή, προσέφερε στους Σιωνιστές συγγραφείς πρωτοφανή ελευθερία. Δεν χρειαζόταν να παραμένουν εξόριστοι, μπορούσαν να μεταβούν στην Παλαιστίνη και να εκδίδουν ελεύθερα περιοδικά και εφημερίδες. Την 1η Ιουνίου 1925, άρχισε να εκδίδεται η πρώτη εβραϊκή εφημερίδα στην Παλαιστίνη, η Davar-Iton Poalei Eretz Yisrael (Νταβάρ – Η Εφημερίδα των Εργατών της Γης του Ισραήλ). Ένα μεγάλο μέρος της ήταν αφιερωμένο σε πολιτιστικά και καλλιτεχνικά νέα, καθώς και σε ποιήματα και ιστορίες Σιωνιστών συγγραφέων.
Ωστόσο, υπήρχε ένας παράγοντας που δεν είχαν πάρει υπόψη τους. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η Βρετανική Εντολή και η Σιωνιστική μετανάστευση, οι Παλαιστίνιοι συγγραφείς και ποιητές ήταν παρόντες στη δημόσια σφαίρα. Σε αντίθεση με την αφήγηση στα σιωνιστικά λογοτεχνικά κείμενα, οι Παλαιστίνιοι συγγραφείς υπερασπίστηκαν τις πόλεις τους και την αρχαία κληρονομιά, ένα ζωντανό πληθυσμό, μια ισχυρή πίστη και μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα, διατηρώντας την αξιοπρέπεια της πένας. Η Παλαιστίνη στάθηκε ανθεκτική.
Το 1920, ξέσπασαν αναταραχές στο ιερό Νάμπι Μουσά κοντά στην Ιερουσαλήμ. Το 1923, μαζικές διαμαρτυρίες πραγματοποιήθηκαν σ’ όλες τις Παλαιστινιακές πόλεις. Το 1929, η εξέγερση του Μπουράκ έλαβε χώρα γύρω από το Τζαμί Αλ-Ακσά και η γενική απεργία του 1936 ακολουθήθηκε από την τριετή Μεγάλη Αραβική Εξέγερση.
Το 1920, ο Ιτζεντίν Αλ-Κασάμ από τη Συρία έφτασε στη Χάιφα. Πραγματοποίησε μια δεκαετία εκτεταμένης ισλαμικής εκπαίδευσης και στις αρχές του 1930, ιδρύθηκαν οι πρώτες Ταξιαρχίες Κασάμ. Σ’ όλα αυτά τα κοινωνικά κινήματα, οι Παλαιστίνιοι συγγραφείς και ποιητές ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Ακόμα και μεταξύ των μαχητών της Αλ-Κασάμ, υπήρχαν ποιητές.
Γεννημένος το 1888, ο Ιτζάτ Νταργουάζα ήταν περισσότερο γνωστός στην περιοχή μας για την ερμηνεία του στο Κοράνι, αλλά έγινε ένας από τους σημαντικότερους Παλαιστίνιους συγγραφείς πριν τη Νάκμπα. Είχε γράψει πολλά θεατρικά έργα σε μια πρώιμη ακόμα περίοδο. Ηγέτης του Παλαιστινιακού Εθνικού Κινήματος, τα πρώτα θεατρικά έργα του Νταργουάζα επικεντρώνονταν στους σιωνιστές πράκτορες που προσπαθούσαν να κλέψουν παλαιστινιακά εδάφη, και αποκάλυπταν πολλά από τα ψέματα που διαδίδονταν από σιωνιστές συγγραφείς.
Μεταξύ των πρώτων μαχητών των Ταξιαρχιών Κασάμ, ο ποιητής Νουχ Ιμπραήμ, γεννημένος στη Χάιφα, έγραφε ποίηση την ημέρα και πραγματοποιούσε επιδρομές εναντίον βρετανικών δυνάμεων και σιωνιστικών εποικισμών τη νύχτα. Στις 18 Οκτωβρίου 1938, έπεσε σε ενέδρα και μαρτύρησε από τους Βρετανούς, όπως και ο διοικητής των Αλ-Κασάμ. Ένας άλλος μάρτυρας ποιητής ήταν ο Αμπντουραχίμ Μαχμούντ από την Τουλκαρέμ, ο οποίος έγραφε ποίηση με έμφαση στην ισχυρή ισλαμική ταυτότητα στην Παλαιστίνη. Αποκεφαλίστηκε και ρίχτηκε σ’ ένα πηγάδι από τους Βρετανούς και τις σιωνιστικές πολιτοφυλακές το 1948.
επιμέλεια: Θέμις Αμάλλου
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
e-prologos.gr

