Γράφει η Κατερίνα Κοφφινά

Πώς απεικόνισαν οι τρεις κορυφαίοι ζωγράφοι τη σχέση των ασθενών με τους γιατρούς και την επιστήμη

«Ο Γκόγια δεχόμενος τις πρώτες βοήθειες από το γιατρό Arrieta».

 Είναι μια ελαιογραφία σε μουσαμά την οποία φιλοτέχνησε ο Γκόγια το 1820. Το έργο απεικονίζει τον Γκόγια να δέχεται τη φροντίδα του γιατρού του σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για τον ίδιο.

Ο Γκόγια είχε προσβληθεί από μια βαριά ασθένεια ήδη από το 1793, πολλοί είχαν μιλήσει για σύφιλη ενώ πιο σύγχρονες απόψεις, με βάση τα συμπτώματα, υποστήριξαν ότι ήταν μια μορφή δηλητηρίασης από τον μόλυβδο που υπήρχε στα χρώματα που χρησιμοποιούσε. Μετά τις επώδυνες κρίσεις με αφόρητους πόνους στο κεφάλι και τα αυτιά, έχασε δια παντός την ακοή του.

Το 1819 είχε απομακρυνθεί οριστικά από τη βασιλική αυλή και είχε αποφύγει τα αντίποινα του απολυταρχικού καθεστώτος του Φερδινάνδου Ζ’. Αγόρασε ένα σπίτι έξω από τη Μαδρίτη στην άλλη πλευρά του ποταμού Μανθάρες, το οποίο ο απλός λαός το είχε ονομάσει «Έπαυλη του Κουφού» επειδή ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ήταν κουφός. Στους τοίχους αυτού του σπιτιού ζωγράφισε τους «Μαύρους Πίνακες» (1820 – 1821).

Μετά την αγορά του σπιτιού μετακόμισε εκεί με τη Λεοκάδια Θορίγια, η οποία ήταν 31 ετών, και η σχέση τους ήταν αρκετά ταραχώδης με πολλούς τσακωμούς και συγκρούσεις. Ο Γκόγια είχε αρχίσει να αρρωσταίνει και την περίοδο 1819 – 20 κινδύνευσε να πεθάνει. Αλλά σώθηκε χάρη στη φροντίδα του γιατρού Arrieta.

Ο πίνακας αποτυπώνει τη στιγμή που ο γιατρός κρατάει τον ασθμαίνοντα και σε πολύ κακή κατάσταση καλλιτέχνη και του δίνει να πιει το φάρμακό του. Στο κάτω μέρος υπάρχει η αφιέρωση «ο Γκόγια ευγνώμων στο φίλο του Arrieta:  για την επιδεξιότητα και τη φροντίδα με την οποία του έσωσε τη ζωή από τη σοβαρή και επικίνδυνη ασθένεια που τον χτύπησε στα τέλη του 1819, σε ηλικία εβδομήντα τριών ετών. Ζωγραφισμένο το 1820».

Μια εκφραστικότατη αυτοπροσωπογραφία η οποία τυχαίνει να είναι και η τελευταία γνωστή του. Ο ζωγράφος πιστός στις ιδέες και τις απόψεις του διαφωτισμού την αφιερώνει στο γιατρό του. Ο ασθενής κυριολεκτικά παραδομένος στα χέρια του γιατρού. Μια απεικόνιση που μας δείχνει την πάλη με το θάνατο, όπως αυτή αποτυπώνεται στο πρόσωπο του ασθενούς αλλά και την προσπάθεια του γιατρού να αποτρέψει αυτή την κατάσταση, έως την τελευταία στιγμή.

Το έργο «Προσωπογραφία του γιατρού Gachet» είναι μια ελαιογραφία σε μουσαμά του Βαν Γκογκ  που δημιούργησε το 1890.

Την άνοιξη του 1890 ο Τεό ανέφερε στον αδελφό του Βίνσεντ τον γιατρό Πολ Γκασέ ο οποίος ήταν λάτρης της τέχνης και ερασιτέχνης χαράκτης. Ο γιατρός ζούσε στην Οβέρ – σιρ- λ Ουάζ και ο καλλιτέχνης αναχώρησε για να τον συναντήσει. Αρχικά δεν τον συμπάθησε, όμως στην πορεία άλλαξε γνώμη και σταδιακά δέθηκε πολύ μαζί του. Η εκκεντρικότητα του γιατρού, ήταν το στοιχείο που έκανε τον ζωγράφο, που μόλις είχε βγει από το ψυχιατρείο, να έρθει σε στενότερη επαφή μαζί του και να ανακαλύψει πτυχές της προσωπικότητας του που τον γοήτευσαν.

Στο πρόσωπο του Γκασέ βρήκε το ιδανικό μοντέλο που αναζητούσε, κι έτσι δύο εβδομάδες μετά την άφιξή του αποφάσισε να κάνει το πορτρέτο του. Εργάστηκε πυρετωδώς και δημιούργησε ένα πολύ ιδιαίτερο και  πρωτοποριακό έργο. Στον πίνακα κυριαρχούν οι μπλε αποχρώσεις και οι διαφορετικής υφής πινελιές οι οποίες ενισχύουν και τονίζουν την εκφραστικότητα και τον ψυχισμό του μοντέλου.

Η πόζα ξεφεύγει από τους κανόνες της στατικότητας και της συμβατικότητας και τοποθετείται σε διαγώνια διάταξη ενώ αποδίδει μια στιγμή χαλαρότητας ενός σκεπτόμενου ανθρώπου με μεγάλη δεξιοτεχνία. Αυτό που παρατηρεί ο θεατής με την πρώτη ματιά είναι η θλίψη και η ονειροπόληση του μοντέλου. Πράγματι ο Βαν Γκογκ έγραψε σε επιστολή στον αδελφό του Τεό πως του έδωσε «την πιο λυπημένη έκφραση του καιρού μας» διότι ήθελε να εκφράσει όλη τη βαθιά απογοήτευση της εποχής του. Η εικόνα του γιατρού αποτελεί ένα σύμβολο για τον καλλιτέχνη, είναι αυτό που υπάρχει ως επιθυμία στα ενδότερα της ψυχής του, ένας άνθρωπος που δεν θα τον προδώσει, θα τον κατανοεί και θα είναι πάντα μαζί του.

Μετά την απόπειρα αυτοκτονίας του στις 27 Ιουλίου 1890 ζήτησε να δει τον γιατρό Γκασέ αλλά αρνήθηκε να του  δώσει τη διεύθυνση του αδελφού του Τεό. Ο γιατρός κατάφερε να τη βρει και να τον ειδοποιήσει. Τη νύχτα της 29ης Ιουλίου πέθανε αφού είχε χάσει κάθε διάθεση για ζωή.

“Επιστήμη και Φιλανθρωπία” είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα από τα πρώτα χρόνια εκπαίδευσης του Πικάσο. Είναι μια ελαιογραφία σε καμβά (197Χ249,5 εκ.) και τη φιλοτέχνησε σε ηλικία μόλις 15 ετών. Αποτελεί το αποκορύφωμα των ακαδημαϊκών σπουδών του στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης. Το θέμα του έργου απεικονίζει μια ασθενή στο κρεβάτι αρκετά εξασθενημένη να εξετάζεται από τον γιατρό και συγχρόνως να δέχεται τη φροντίδα μιας μοναχής, η οποία κρατάει στην αγκαλιά της ένα παιδί. Η ατμόσφαιρα είναι μοναδική και η θαλπωρή που απλώνεται στο δωμάτιο από την παρουσία του γιατρού και της μοναχής αποδίδεται με τον πλέον αριστοτεχνικό τρόπο. Η ευαισθησία του νεαρού Πικάσο αντικατοπτρίζεται στην επιλογή ενός τέτοιου θέματος, που θέτει στο επίκεντρο την ιατρική αλλά και την προσφορά μέσω της φιλανθρωπίας.

Ο πατέρας του καλλιτέχνη, Jose Ruiz Picasso, ήταν το μοντέλο του για τον γιατρό, ζωγράφος και ο ίδιος και δάσκαλός του. Το έργο τιμήθηκε στην Έκθεση Γενικών Καλών Τεχνών στη Μαδρίτη την άνοιξη του 1897 και με το Χρυσό Μετάλλιο στην Επαρχιακή Έκθεση στη Μάλαγα, που πραγματοποιήθηκε αργότερα.

Μετά τις βραβεύσεις ο Joaquin Martinez de la Vega, ζωγράφος και φίλος του πατέρα του Πικάσο – κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνια και αφήνοντας μερικές σταγόνες να πέφτουν στο κεφάλι του Πικάσο – τον βάφτισαν ζωγράφο. .
Και ο θείος τού Πικάσο, εντυπωσιασμένος από αυτόν τον υπέροχο πίνακα έστειλε χρήματα ώστε ο ανιψιός του να μπορεί να σπουδάσει στη Μαδρίτη. Ωστόσο, παρά την επιτυχία, αυτό θα ήταν το τελευταίο μεγάλο έργο του Πικάσο σε παραδοσιακό ακαδημαϊκό ύφος. Οι βαθύτερες αναζητήσεις του θα τον οδηγήσουν σε ανατροπές που θα σφραγίσουν την τέχνη του 20ου αιώνα.


Βιβλιογραφία – Πηγές:

πηγή: toperiodiko

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το