Άντον Τσέχοφ

ΤΑ ΦΡΑΓΚΟΣΤΑΦΥΛΑ

μετάφραση: Γιάννης Παπαδόπουλος

επιμέλεια: Λαμπρινή Κρικώνη

«Τα Φραγκοστάφυλα» είναι το πλέον γνωστό και μεταφρασμένο διήγημα του Άντον Πάβλοβιτς Τσέχοφ. Πρόκειται για το δεύτερο διήγημα μιας τριλογίας του. Το πρώτο διήγημα της τριλογίας είναι το «Ένας Άνθρωπος σε θήκη» και το τρίτο είναι το «Για την Αγάπη». Η παρούσα μετάφραση δεν έγινε από τα ρωσικά αλλά από τα γερμανικά και την επιμέλεια έκανε η Λαμπρινή Κρικώνη. Μεταφράσαμε το διήγημα από τον πρώτο τόμο μιας ανατολικογερμανικής έκδοσης διηγημάτων του Τσέχοφ με ημερομηνία 1947, από τις εκδόσεις «Ίνζελ , Βιβλία Τσέπης». Η έκδοση ήταν δίτομη: ο πρώτος τόμος είχε τίτλο «Η Κυρία με το Σκυλάκι και άλλα διηγήματα» και ο δεύτερος «Το Παραστράτημα και άλλα διηγήματα». Την ανθολόγηση και τον επίλογο έκανε ο γερμανός εκδότης, κριτικός ρωσικής λογοτεχνίας, αντιναζιστής στα δύσκολα χρόνια της ναζιστικής κυριαρχίας και κομμουνιστής, Βέρνερ Μπέρτχελ. Την μετάφραση απ’ τα ρωσικά στα γερμανικά έκανε ο σημαντικότερος σλαβολόγος, ο βαθύτερος γνώστης της ρωσικής λογοτεχνίας, και σημαντικός μεταφραστής της, Ράινχολντ Τράουτμαν. Η δίτομη αυτή έκδοση είχε εικονογραφηθεί από δύο ζωγράφους: τον Ούγγρο Αντρέ Καράκας, καθηγητή στη Σχολή Καλλών Τεχνών της Βουδαπέστης και, αργότερα, ο γερμανός Λουτς Ζίμπερτ εικονογράφησε τον δεύτερο τόμο.

Τον Τσέχοφ δεν τον είχε αφήσει ανεπηρέαστο η προτροπή των επαναστατών διανοουμένων, κυρίως των Ναρόντνικων, στα τέλη του 19ου αιώνα, για «εισοδισμό» και δουλειά μέσα στις αγροτικές κοινότητες στις οποίες διέκριναν «σπέρματα κομμουνισμού». Οι Ναρόντνικοι θεωρούσαν πως η αγροτική μεταρρύθμιση που εγκαινίασε ο Τσάρος Αλέξανδρος το 1861-ένα έτος μετά την γέννηση του Τσέχοφ- και η οποία νομοθέτησε το τέλος της δουλοπαροικίας, ενείχε τις προϋποθέσεις για μια μη καπιταλιστική εξέλιξη της Ρωσίας. Γιατί πράγματι στις κοινότητες αυτές -στη μεγάλη τους πλειοψηφία- η γη ανήκε στη συλλογική ιδιοκτησία της κοινότητας και ο αγρότης νέμονταν ό,τι η κοινότητα του παραχωρούσε. Πράγματι -όπως γράφει ο Μπέρτχελ- περίπου απ’ το 1876 οι Ναρόντνικοι προσπάθησαν, οργανωμένοι σε κομμούνες στην επαρχία, να δημιουργήσουν κοινότητες ανάμεσα στον λαό. Κατά τη διαδικασία αυτή οι αντιλήψεις τους ήρθαν σε επαφή με αυτές του Λέοντα Τολστόι, αυτές όμως του Τολστόι είχαν στο υπόβαθρό τους ένα μεταρρυθμιστικό, θρησκευτικό μοτίβο. Με το όνειρο αυτό της ζωής στην ύπαιθρο, της φυγής απ’ την πόλη καταπιάστηκε ο Τσέχωφ σε μερικά του διηγήματα.

Τον Τσέχοφ τον απασχολεί αυτή η επιστροφή στην αγροτική ζωή κυρίως από την άποψη της μεταβολής του ψυχισμού όσων αποτολμούν ένα τέτοιο εγχείρημα, γιατί στην ουσία κουβαλούν μαζί τους τη φιλαυτία, το ατομικό βόλεμα αλλά και τη δυσλειτουργική σχέση τους με τη φύση και τους ανθρώπους της υπαίθρου. Και εκεί στη «νέα» τους ζωή χτίζουν φράχτες και κατά κυριολεξία αλλά και μέσα τους, προκειμένου να υπερασπιστούν την περιουσία τους. Τελικώς επικρατεί ένας απέραντος εγωκεντρισμός και εντείνεται η αδιαφορία για τον άνθρωπο της υπαίθρου. Τα φραγκοστάφυλα είναι τελικά ένα κούφιο όνειρο ζωής, ένα παράδειγμα προς αποφυγήν.

Υ.Γ. Κλείνοντας πρέπει να επισημάνω πως η μετάφραση είναι απ’ τα γερμανικά και όχι απ’ τα ρωσικά. «Παρηγορούμαστε» όμως απ’ το γεγονός πως φτασμένοι μεταφραστές του Τσέχοφ, ενδεικτικά αναφέρω τους Α. Παπαδιαμάντη, Γ. Πολιτόπουλο, τον μετέφρασαν απ’ τα γαλλικά, ενώ οι Α. Μίχας, Σ. Κανονίδης απ’ τα γερμανικά.

Γιάννης Παπαδόπουλος
Πάτμος, Δεκέμβριος του 2024

Άντον Τσέχοφ, «Τα Φραγκοστάφυλα»

Σύννεφα βροχής κάλυψαν ήδη από νωρίς το πρωί όλο τον ουρανό. Ήταν ήρεμη μέρα, όχι πνιγηρή και μονότονη, όπως φροντίζουν να είναι οι γκρίζες, μουντές ημέρες, όταν, για μεγάλη διάρκεια, σύννεφα κρέμονται πάνω απ’ την πεδιάδα και αναμένεται η βροχή που ποτέ δεν έρχεται. Ο κτηνίατρος Ιβάν Ίβανιτς και ο δάσκαλος γυμνασίου, ο Μπούρκιν, είχαν κουραστεί εξαιτίας της πεζοπορίας και η πεδιάδα τούς φαινόταν ατελείωτη. Μπροστά τους μπορούσε κανείς να διακρίνει τους ανεμόμυλους του χωριού Μιρονοσίτσκογιε, δεξιά εκτεινόταν μια σειρά λόφων και χανόταν μακριά, εκείθεν του χωριού. Ήξεραν ότι εδώ ήταν η όχθη του ποταμού, ότι εκεί υπήρχαν αγροί, πράσινη θαμνώδης βλάστηση, αγροκτήματα και αν κανείς στεκόταν πάνω σ’ έναν απ’ τους λόφους, τότε μπορούσε από κει να δει μια ομοίως εκτεταμένη πεδιάδα, τηλεγραφόξυλα και το τρένο, που από μακριά φαινόταν όμοιο με κάμπια που έρπει, όπως και με καθαρό καιρό μπορούσε να φανεί ακόμη και η πόλη. Τώρα, με ήρεμο καιρό, επειδή όλη η φύση φαινόταν ήπια και συλλογισμένη, ο Ιβάν Ίβανιτς και ο Μπούρκιν ήταν γεμάτοι αγάπη για τις πεδιάδες αυτές και σκεπτόντουσαν και οι δυο, πόσο μεγάλη είναι πράγματι αυτή η χώρα, πόσο θαυμαστή.

«Την τελευταία φορά που καθίσαμε στην αποθήκη του κοινοτάρχη Προκόφιγ», είπε ο Μπούρκιν, «θέλατε να μου διηγηθείτε μια ιστορία».

«Ναι, ήθελα τότε να σας διηγηθώ για τον αδελφό μου».

Ο Ιβάν Ίβανιτς αναστέναξε βαριά και άναψε την πίπα του για να ξεκινήσει τη διήγηση, όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισε η βροχή. Και μετά από μερικά λεπτά από τον γκρίζο ουρανό ξεχύθηκε μια δυνατή βροχή και ήταν δύσκολο να προβλεφθεί πότε θα σταματήσει. Ο Ιβάν Ίβανιτς και ο Μπούρκιν στάθηκαν σκεπτικοί. Τα σκυλιά, ήδη εντελώς μούσκεμα, στέκονταν εκεί με μαζεμένες τις ουρές τους και κοίταζαν γεμάτα θλίψη τα αφεντικά τους.

«Πρέπει κάπου, οπουδήποτε, ν’ απαγκιάσουμε», είπε ο Μπούρκιν.

«Πάμε στον Αλέχιν. Δεν είναι μακριά».

«Σύμφωνοι».

Έστριψαν προς το πλάι και βάδισαν σ’ ένα αθέριστο χωράφι, στην αρχή ευθεία, μετά κράτησαν την πορεία τους δεξιά, μέχρι που έφτασαν στο δρόμο. Αμέσως εμφανίστηκαν ευκάλυπτοι, ο κήπος, μετά οι κεραμιδί σκεπές των αποθηκών. Το ποτάμι έλαμπε και η θέα ξάνοιξε προς μια φαρδιά λίμνη μ’ ένα μύλο και ένα ασπρισμένο δημόσιο λουτρό.

Ήταν το Σόφγινο, όπου έμενε ο Αλέχιν.

Ο μύλος δούλευε και ο θόρυβός του υπερκάλυπτε το θρόισμα της βροχής. Εκεί στις αγροτικές άμαξες στέκονταν βρεγμένα άλογα με χαμηλωμένα κεφάλια και άνθρωποι καλυμμένοι με τσουβάλια που έτρεχαν εδώ κι εκεί. Ήταν υγρά, βρόμικα, άβολα και ο αέρας στο ποτάμι ήταν κρύος και όχι φιλικός. Ο Ιβάν Ίβανιτς και ο Μπούρκιν ένιωθαν ήδη σε όλο τους το κορμί την αίσθηση της υγρασίας, της μη καθαρότητας, της δυσφορίας και όταν διάβηκαν το μόλο και ανέβαιναν προς τις μεγαλόπρεπες αποθήκες, σιωπούσαν σαν να ήταν θυμωμένοι μεταξύ τους.

Σε μια από τις αποθήκες αυτές ηχούσε η φτερωτή, οι πόρτες ήταν ανοικτές και σκόνη στροβιλιζόταν προς τα έξω. Στο κατώφλι στεκόταν ο Αλέχιν, ένας άντρας γύρω στα σαράντα, υψηλόσωμος, δυνατός, με μακριά μαλλιά που περισσότερο έμοιαζε με καθηγητή ή καλλιτέχνη παρά με κτηματία. Φορούσε ένα άσπρο, καιρό άπλυτο πουκάμισο με μια κανάβινη ζώνη, αντί για παντελόνι φορούσε σκελέα και επί πλέον και οι μπότες του ήταν γεμάτες βρομιά και άχυρα. Μύτη και μάτια ήταν μαύρα απ’ τη σκόνη. Αναγνώρισε τον Ιβάν Ίβανιτς και τον Μπούρκιν και εμφανώς χάρηκε που τους είδε.

«Πηγαίνετε παρακαλώ στο σπίτι, κύριοί μου», είπε χαμογελώντας. «Έρχομαι αμέσως».

Το σπίτι ήταν μεγάλο και διώροφο. Ο Αλέχιν κατοικούσε τα κάτω δυο δωμάτια με τις καμάρες και τα μικρά παράθυρα που κάποτε έμεναν οι κτηματίες. Η επίπλωση ήταν απλή, μύριζε σικάλινο ψωμί, φτηνό ρακί και παρελκόμενα αλόγων. Στο πάνω όμως πάτωμα, με τα δωμάτια στη σειρά, παρέμενε σπάνια, μόνον όταν έρχονταν καλεσμένοι. Τον Ιβάν Ίβανιτς και τον Μπούρκιν τους δέχτηκε στο σπίτι η καμαριέρα, ένα νεαρό, τόσο όμορφο πλάσμα που και οι δυο έμειναν συγχρόνως ακίνητοι και κοιτάζονταν.

«Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο χαίρομαι που σας βλέπω, κύριοί μου», είπε ο Αλέχιν, ο οποίος μπήκε στο διάδρομο μετά απ’ αυτούς. «Δεν το περίμενα! Πελαγία», στράφηκε προς την καμαριέρα: «φρόντισε να μπορέσουν οι φιλοξενούμενοι να αλλάξουν. Με την ευκαιρία θα κάνω κι εγώ το ίδιο. Πρέπει όμως πριν απ’ όλα να κάνουμε ένα μπάνιο. Κύριοί μου ασφαλώς δεν θα θέλατε να πάμε για μπάνιο στο ποτάμι; Εν τω μεταξύ θα ετοιμαστούν όλα εδώ».

Η όμορφη Πελαγία, η οποία ήταν τόσο ελκυστική και κρίνοντας από την εξωτερική της εμφάνιση τόσο καλόκαρδη, έφερε σεντόνια και σαπούνι και ο Αλέχιν με τους φιλοξενούμενους πήγαν στο λουτρό.

«Ναι, έχω καιρό να κάνω μπάνιο», είπε, ενώ γδυνόταν. «Έχω, όπως βλέπετε, ένα όμορφο λουτρό, ο πατέρας μου το έχτισε αλλά για μπάνιο δεν έχω χρόνο».

Κάθισε σ’ ένα σκαλί, σαπούνισε τα μακριά του μαλλιά και το λαιμό του και το νερό έγινε γύρω του εντελώς καφέ.

«Ναι, πρέπει να ομολογήσω…», είπε ο Ιβάν Ίβανιτς με σημασία και παρατηρούσε τα μαλλιά του Αλέχιν…

«Από καιρό δεν έχω πλυθεί…», επανέλαβε ο Αλέχιν κάπως σε σύγχυση, σαπουνίστηκε άλλη μια φορά και το νερό γύρω του έγινε μπλε σκοτεινό όπως το μελάνι.

Ο Ιβάν Ίβανιτς βγήκε έξω, έπεσε με θόρυβο στο νερό και ενώ έβρεχε κολυμπούσε, κάνοντας με τα χέρια απλωτές. Έφευγαν απ’ αυτόν κυματισμοί και πάνω τους ταλαντεύονταν άσπροι κρίνοι. Κολύμπησε μέχρι τη μέση της λίμνης, βουτούσε, εμφανιζόταν στην αμέσως επόμενη στιγμή σε μια άλλη θέση, ξαναβουτούσε και προσπαθούσε να φτάσει στο βυθό. «Αχ, Θεέ μου…» φώναζε δυνατά, ασταμάτητα, γεμάτος ενθουσιασμό. «Αχ, Θεέ μου…» Κολύμπησε προς τον μόλο, κουβέντιασε εκεί με τους αγρότες και μετά έκανε μεταβολή και έμεινε στη μέση της λίμνης ανάσκελα, εκθέτοντας το πρόσωπό του στη βροχή. Ο Μπούρκιν και ο Αλέχιν είχαν μόλις ντυθεί και ετοιμάζονταν να φύγουν αλλά αυτός κολυμπούσε και συνέχισε να βουτάει.

«Αχ, Θεέ μου…», είπε. «Αχ, Θεέ μου λυπήσου μας!»

«Φτάνει όμως, αρκετά!» του φώναξε ο Μπούρκιν.

Επέστρεψαν στο σπίτι και αμέσως μετά, αφού στο μεγάλο σαλόνι του πάνω πατώματος είχε ανάψει η λάμπα και ο Μπούρκιν και ο Ιβάν Ίβανιτς κάθισαν στις πολυθρόνες, εφοδιασμένοι με βελούδινες πυτζάμες και ζεστές παντόφλες, όταν ο ίδιος ο Αλέχιν, πλυμένος, χτενισμένος, με καινούργια ρούχα πήγαινε πάνω-κάτω στο σαλόνι εμφανώς γεμάτος ικανοποίηση, νιώθοντας τη ζεστασιά, την καθαριότητα και τα στεγνά ρούχα, όταν η Πελαγία, βαδίζοντας αθόρυβα στο χαλί και χαμογελώντας με ηπιότητα, πρόσφερε πάνω στο δίσκο τσάι, ακριβώς τότε άρχισε ο Ιβάν Ίβανιτς την ιστορία του και είχε κανείς την εντύπωση πως δεν τον άκουγαν μόνο ο Μπούρκιν και ο Αλέχιν αλλά επίσης και οι ηλικιωμένες και νέες κυρίες και οι αξιωματικοί που κοίταζαν ήρεμα και αυστηρά απ’ τις χρυσές κορνίζες προς τα έξω.

«Είμαστε δυο αδέλφια», ξεκίνησε, «εγώ, ο Ιβάν Ίβανιτς και ο Νικολάι Ίβανιτς, ο οποίος είναι δυο χρόνια μικρότερος. Εγώ επιδόθηκα σ’ ένα επάγγελμα που απαιτούσε σπουδές και έγινα κτηνίατρος, ενώ ο Νικολάι υπηρετούσε ήδη από δεκαεννέα ετών στην εφορία. Ο πατέρας μας, ο Τσίσμα Γκιμαλάισκιγ, ήταν στρατιώτης, κέρδισε όμως το βαθμό του αξιωματικού και μας κληροδότησε τον τίτλο ευγενείας και ένα μικρό κτήμα. Το κτηματάκι μας το απέσπασαν μετά το θάνατό του κατόπιν δικαστικής διεκδίκησης εξαιτίας χρεών αλλά, όπως συνέβη και με τον πατέρα μας, περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια στην ύπαιθρο μέσα σε απόλυτη ελευθερία. Όπως ακριβώς τα παιδιά των αγροτών περνούσαμε μέρες και νύχτες στους αγρούς, στο δάσος, φυλούσαμε τα άλογα, ξεφλουδίζαμε χορταρένια σκοινιά, πιάναμε ψάρια και κάναμε τέτοια πολλά και άλλα… και ξέρετε πως όποιος μια φορά στη ζωή του έπιασε ποταμίσια πέρκα ή είδε το φθινόπωρο τις τσίχλες να πορεύονται και να τραβούν, τις διαυγείς, κρύες μέρες, κατά σμήνη πάνω απ’ το χωριό, αυτός δεν μπορεί να γίνει πια κανονικός κάτοικος της πόλης και μέχρι το τέλος της ζωής του θα αναπολεί την ελευθερία του.

Ο αδελφός μου χολόσκαγε στην εφορία. Τα χρόνια περνούσαν και καθόταν πάντοτε στην ίδια θέση, έγραφε πάντα ακριβώς στα ίδια χαρτιά και σκεπτόταν πάντα ένα και το αυτό, με ποιόν τρόπο δηλαδή θα μπορούσε να μεταβεί στην ύπαιθρο. Αυτή του η αναπόληση έπαιρνε πάντοτε τη μορφή μιας καθορισμένης επιθυμίας, μιας ονειρικής εικόνας: να αγοράσει ένα μικρό κτήμα οπουδήποτε στην όχθη ενός ποταμού ή μιας λίμνης.

Ήταν ένας καλόκαρδος, μαλακός άνθρωπος που τον αγαπούσα αλλά δεν συμπάθησα ποτέ αυτή την επιθυμία, να θαφτώ για όλη μου τη ζωή σε μια δικιά μου ιδιοκτησία. Πατροπαράδοτα λέγεται πως ο άνθρωπος χρειάζεται μόνο τρία άρσιν γη. Αλλά τρία άρσιν γη χρειάζεται το πτώμα και όχι ο ζωντανός άνθρωπος. Λέγεται επίσης πως είναι καλό η διανόησή μας να τείνει προς τη ζωή της υπαίθρου και να πασχίζει για κατοχή γης στην ύπαιθρο. Αλλά αυτή η κατοχή γης σημαίνει όμως ακριβώς αυτά τα τρία άρσιν γη. Να ξεφύγει κανείς από την πόλη, από τη μάχη, από την τύρβη της ζωής, να δραπετεύσει απ’ αυτά και να κρυφτεί σ’ ένα αγρόκτημα, αυτό είναι εγωισμός, νωθρότητα, αυτό είναι μια ιδιαίτερη μορφή μοναχισμού αλλά μοναχισμός χωρίς ηρωισμό. Ο άνθρωπος δε χρειάζεται τρία άρσιν γη, δεν χρειάζεται ένα αγρόκτημα, αλλά όλη την υδρόγειο, όλη τη φύση, όπου στον ελεύθερο ευρύ χώρο μπορεί να αποκαλύψει όλες τις ιδιότητες και τις ιδιαιτερότητες ενός ελεύθερου πνεύματος.

Ο αδελφός μου, ο Νικολάι το ονειρευόταν, όταν καθόταν στην υπαλληλική του θέση, πώς θα έτρωγε τη δική του λαχανόσουπα, από την τόσο δελεαστική μυρωδιά της οποίας θα γέμιζε όλη η αυλή –ονειρευόταν πως θα έτρωγε, καθισμένος στο πράσινο χόρτο, πως θα κοιμόταν στον ήλιο, πως θα καθόταν για ολόκληρες ώρες στο παγκάκι δίπλα στην πόρτα και πως θα αγνάντευε πέρα στην πεδιάδα και στο δάσος. Τη χαρά του και την αγαπημένη του πνευματική τροφή τη διαμόρφωναν βιβλία αγροτικής οικονομίας και όλες οι συμβουλές στα ημερολόγια· εκτιμούσε επίσης το να διαβάζει εφημερίδες αλλά σ’ αυτές διάβαζε μόνο τις αγγελίες, πως: πωλείται έτσι και τόσες ντεσγιατίνες χωράφι και αγρός ομού μετά αυλής, ποταμού, κήπου, μύλων, με τεχνητές λίμνες που διατρέχονται από χείμαρρους. Και στο κεφάλι του φανταζόταν τους διαδρόμους του κήπου, λουλούδια, οπωροφόρα δέντρα, τεχνητές φωλιές ψαρονιών, κουρούνες στις τεχνητές λίμνες και, ξέρετε, παρόμοια τέτοια πράγματα… Αυτές οι εικόνες της φαντασίας του ήταν διαφορετικών ειδών, αναλόγως των αγγελιών που έπεφταν στο μάτι του αλλά για κάποια αιτία σε κάθε φανταστική αναπαράσταση παρουσιάζονταν απαραιτήτως φραγκοστάφυλα. Δεν μπορούσε να φανταστεί κανένα αγρόκτημα, καμιά ποιητική γωνιά που εκεί να μην υπήρχαν φραγκοστάφυλα.

“Η ζωή στην ύπαιθρο έχει τα μεγάλα της πλεονεκτήματα”, έλεγε συχνά. “Κάθεσαι στο μπαλκόνι και πίνεις τσάι, στην τεχνητή σου λίμνη κολυμπούν οι πάπιες σου, μυρίζει τόσο όμορφα και… και ωριμάζουν τα φραγκοστάφυλα.”

Σχεδίαζε ένα σχέδιο του κτήματός του και κάθε φορά εμφανιζόταν στο σχέδιο ένα και το αυτό πράγμα: α) Το κύριο σπίτι, β) ο ξενώνας, γ) ο λαχανόκηπος, δ) τα φραγκοστάφυλα. Ζούσε τσιγγούνικα, δεν χόρταινε το φαγητό και το ποτό, ντυνόταν ένας Θεός ξέρει πώς, σχεδόν σαν ζητιάνος, συσσώρευε όλα τα χρήματα και τα έφερνε στην τράπεζα. Ήταν τρομερά άπληστος. Με πονούσε να τον κοιτάζω και του έδινα το ένα και το άλλο -ακόμη και στη νηστεία

του έδινα κάτι- αλλά κι αυτό το αποταμίευε. Αν ένας άνθρωπος είναι χαμένος σε μια ιδέα κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Τα χρόνια περνούσαν, τον μετέθεσαν σε μια άλλη νομαρχία, ήταν ήδη πάνω από σαράντα ετών και συνέχισε να διαβάζει εφημερίδες, τις αγγελίες στις εφημερίδες και να συσσωρεύει χρήματα. Μετά άκουσα πως παντρεύτηκε. Με τον ίδιο στόχο: να αγοράσει ένα αγρόκτημα με θάμνους φραγκοστάφυλων· παντρεύτηκε με μια ηλικιωμένη, άσχημη, χωρίς καθόλου αισθήματα χήρα, μόνο και μόνο επειδή είχε χρήματα. Αλλά και μ’ αυτήν έζησε τσιγγούνικα, την άφηνε σχεδόν να λιμοκτονεί, όμως τα χρήματά της τα έβαζε στην τράπεζα στο όνομά του. Παλιότερα αυτή ήταν γυναίκα ενός διευθυντή ταχυδρομείου συνηθισμένη στα πιροσκί και στα λικέρ, δίπλα όμως στον δεύτερο άντρα της δεν αξιώθηκε ούτε μια φορά αρκετό μαύρο ψωμί· ζώντας μια τέτοια ζωή, άρχισε να μαραζώνει και μετά από τρία χρόνια πέθανε. Ασφαλώς ο αδελφός μου δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή πως ήταν υπεύθυνος για το θάνατό της. Τα λεφτά όμως και το ρακί κάνουν τους ανθρώπους ιδιόρρυθμους. Στην πόλη μας πέθανε ένας έμπορος. Πριν το θάνατό του, ζήτησε να του φέρουν ένα πιάτο μέλι και καταβρόχθισε όλα τα χαρτονομίσματα και τις μετοχές μαζί με το μέλι ώστε κανένας να μην έπαιρνε τίποτε· κάποτε κοίταζα στο σταθμό κάτι βοοειδή και την ίδια στιγμή ένας ζωέμπορος βρέθηκε κάτω απ’ το τρένο και του κόπηκε το πόδι. Τον μεταφέραμε στην αίθουσα αναμονής, το αίμα έτρεχε ποτάμι –ήταν τρομακτικό, αυτός όμως ακατάπαυστα παρακαλούσε να ψάξουν το πόδι του και δεν είχε ησυχία: στην μπότα του κομμένου του ποδιού υπήρχαν είκοσι ρούβλια– φοβήθηκε πως θα μπορούσαν να χαθούν».

«Αυτό όμως είναι άλλου παπά ευαγγέλιο», είπε ο Μπούρκιν.

«Μετά το θάνατο της γυναίκας του», συνέχισε ο Ιβάν Ίβανιτς, αφού συλλογίστηκε για λίγο, «άρχισε να αναζητάει ο αδελφός μου ένα αγρόκτημα. Φυσικά όταν κάποιος αναζητάει κάτι για πέντε χρόνια, τότε στην καλύτερη περίπτωση απατάται και δεν αγοράζει καθόλου αυτό που ονειρεύτηκε. Ο αδελφός μου ο Νικολάι αγόρασε μέσω ενός μεσίτη ένα αγρόκτημα με υποθήκη, εκατόν είκοσι ντεσγιατίνες γης, με κύριο σπίτι, ξενώνα, πάρκο αλλά δεν υπήρχε ούτε λαχανόκηπος, ούτε θάμνοι φραγκοστάφυλων, ούτε τεχνητή λίμνη με πάπιες· υπήρχε βέβαια ποτάμι αλλά το νερό ήταν καφετί γιατί από τη μια μεριά του κτήματος υπήρχε ένα κεραμοποιείο και απ’ την άλλη ένα αποτεφρωτήριο. Όμως ο αδελφός μου, ο Νικολάι Ίβανιτς, δεν έδινε σημασία σ’ αυτό. Παρήγγειλε είκοσι θάμνους φραγκοστάφυλα, τα φύτεψε και ξεκίνησε να ζει σαν κτηματίας.

Πέρσι πήγα επίσκεψη σ’ αυτόν· πρέπει όμως να πάω μια φορά, σκέφτηκα και να δω με τα ίδια μου τα μάτια τι τρέχει εκεί πέρα. Στα γράμματά του ο αδελφός μου είχε ονομάσει το κτήμα “αγριάδα του Τσουμπαρόκλ” και “χωριό Γκιμαλάισκιγ”.

Έφτασα κατά το μεσημέρι στο “χωριό Γκιμαλάισκιγ”. Ήταν κάψα, παντού λάκκοι, φράκτες με σανίδια και στύλους, έλατα στη σειρά μόλις φυτεμένα, έτσι που κανείς δεν ξέρει πώς να πάει στην αυλή, που πρέπει να αφήσει το άλογό του. Φτάνω στο σπίτι, ένα κόκκινο, χοντρό σκυλί που έμοιαζε με γουρούνι με προϋπάντησε. Θα το ήθελε πολύ να γαυγίσει, ήταν όμως πολύ τεμπέλικο για να το κάνει. Απ’ την κουζίνα έρχεται η μαγείρισσα, ξυπόλυτη, χοντρή, σαν γουρούνι κι αυτή και λέει πως ο κύριος φροντίζει να ξαπλώνει μετά το φαγητό. Πηγαίνω μέσα, στον αδελφό μου -κάθεται στο κρεβάτι, το γόνατα σκεπασμένα με μια κουβέρτα- είναι γέρος και πάχυνε, σαν πρησμένος είναι, τα μάγουλα, η μύτη και τα χείλια εξέχουνε προς τα μπρος –εν ριπή οφθαλμού θα ανασηκωθεί και θα αρχίσει να γρυλίζει.

Αγκαλιαστήκαμε, κλάψαμε από χαρά και από θλίψη για το γεγονός πως κάποτε είμαστε νέοι και τώρα είμαστε και οι δύο γέροι και πως ήρθε η ώρα μας να πεθάνουμε. Ντύθηκε και με πήγε να δω το κτήμα.

«Λοιπόν, πώς είσαι;» τον ρώτησα

«Κάτι γίνεται, δόξα τω θεώ ζω καλά!»

Δεν ήταν πια ο παλιός, ντροπαλός, φτωχός υπάλληλος αλλά ένας πραγματικός κτηματίας και κύριος. Είχε εξοικειωθεί, είχε συνηθίσει τη ζωή εδώ και ήρθε στα συγκαλά του· έτρωγε πλούσια, πλενόταν στο λουτρό, έγινε χοντρός, αντιδικούσε ήδη δικαστικά με την κοινότητα και τα δύο εργοστάσια και προσβαλλόταν όταν οι αγρότες δεν τον προσφωνούσαν “Εσείς Εξοχότατε”. Φρόντιζε και για την ψυχή του, όπως φροντίζουν οι πλούσιοι γι’ αυτήν και έκανε καλές πράξεις, όχι επιπόλαια, όχι με ρηχότητα αλλά γεμάτος τιμή. Και τι είδους καλές πράξεις ήταν αυτές; Γιάτρευε τους μουζίκους απ’ όλες τις αρρώστιες με σόδα και ρετσινόλαδο, στην ονομαστική του εορτή φρόντιζε να τελεστεί θεία λειτουργία στη μέση του χωριού και μετά κέρναγε μισό κουβαδάκι, επειδή κάτι τέτοιο το θεωρούσε αναγκαίο. Αχ αυτοί οι τρομεροί μισογεμάτοι κουβάδες! Σήμερα ο χοντρός κτηματίας κουβαλάει τους μουζίκους στο νομάρχη γιατί τα ζώα τους βόσκησαν στα χωράφια του, αύριο όμως, στην ονομαστική του εορτή, τους κερνάει μισό κουβά- και αυτοί πίνουν και κραυγάζουν ζήτω και μεθυσμένοι υποκλίνονται βαθιά μπροστά του… Η βελτίωση των συνθηκών της ζωής, η χόρταση και η οκνηρία αναπτύσσουν σε μας την πιο ξεδιάντροπη αλαζονεία. Ο Νικολάι Ίβανιτς ο οποίος ήταν κάποτε φοβισμένος στην εφορία ακόμη και να διατηρεί καθαρά, εντελώς προσωπικά γι’ αυτόν, τη γνώμη του, τώρα όμως εξέφραζε “αλήθειες” με τον τόνο ενός υπουργού: “Η εκπαίδευση είναι απαραίτητη αλλά πρόωρη για το λαό, οι σωματικές τιμωρίες είναι εν γένει βλαβερές, σε ιδιαίτερες όμως περιπτώσεις είναι ωφέλιμες και αναντικατάστατες.”

“Γνωρίζω το λαό και ξέρω πώς να συναναστραφώ μαζί του”, έλεγε. “Με αγαπάει ο λαός. Αρκεί μόνο να κουνήσω το δάκτυλο και ο λαός θα κάνει τα πάντα για μένα, ό,τι θέλω”. Και όλα αυτά καλοπροαίρετα, συνοδευόμενα από ένα ζωηρό και φιλικό χαμόγελο. Και για εικοστή φορά επαναλάμβανε: “εμείς οι ευγενείς”, “εγώ ως ευγενής” και προφανώς δεν θυμόταν ότι ο παππούς μας ήταν μουζίκος και ο πατέρας μας στρατιώτης. Μάλιστα το επίθετό μας, το κατά βάση ασύμφωνο με ευγενή καταγωγή, τώρα του φαινόταν πομπώδες, ανώτερο και ευχάριστο.

Όμως στην πραγματικότητα δεν πρόκειται γι’ αυτόν αλλά για μένα τον ίδιο. Θέλω να σας διηγηθώ τι είδους αλλαγή συντελέστηκε σε μένα αυτές τις λίγες ώρες που πέρασα στο αγρόκτημά του. Όταν το βράδυ πίναμε τσάι, η μαγείρισσα τοποθέτησε στο τραπέζι ένα πιάτο γεμάτο φραγκοστάφυλα. Δεν ήταν αγορασμένα αλλά δικά του, τρυγημένες ρώγες, για πρώτη φορά αφότου φυτεύτηκαν οι θάμνοι. Ο Νικολάι Ίβανιτς γέλασε δυνατά και για μια στιγμή κοίταξε σιωπηλός, με δάκρυα στα μάτια, τα φραγκοστάφυλα –απ’ την έξαψη δεν μπορούσε να μιλήσει, μετά έβαλε μια ρώγα στο στόμα, με κοίταξε θριαμβευτικά όπως ένα παιδί, το οποίο επιτέλους απέκτησε το αγαπημένο του παιγνίδι και είπε: “τι γεύση!”

Και λαίμαργα τα έτρωγε και ασταμάτητα επαναλάμβανε: “Αχ, τι γεύση! Δοκίμασέ τα λοιπόν!”

Ήταν σκληρά και ξινά αλλά όπως είπε ο Πούσκιν: πιο ακριβή απ’ όλη μας την αλήθεια, είναι μια σε μας εντυπωσιακή εξαπάτηση. Είδα μπροστά μου έναν άνθρωπο, του οποίου το ιερότερο όνειρο πραγματοποιείται με τόση απόλυτη προφάνεια, ο οποίος έφτασε στο στόχο της ζωής του και απέκτησε αυτό που ήθελε, ο οποίος είναι ευτυχισμένος με τη μοίρα του, με τον ίδιο του τον εαυτό.

Τις σκέψεις μου για την ανθρώπινη ευτυχία τις συνόδευε πάντοτε το αίσθημα της μελαγχολίας, τώρα όμως, στη θέα αυτού του ευτυχισμένου ανθρώπου, με κατέβαλε ένα βαρύ αίσθημα κοντινό στην απελπισία. Ιδιαίτερα βαριά διάθεση είχα το βράδυ. Μου έστρωσαν το κρεβάτι στο δωμάτιο δίπλα στην κάμαρα του αδελφού μου και μπορούσα να ακούω πώς δεν κοιμόταν, πώς σηκωνόταν και πήγαινε στο πιάτο με τα φραγκοστάφυλα. Συλλογιζόμουν μέσα μου πόσοι στο βάθος ικανοποιημένοι και ευτυχισμένοι άνθρωποι υπάρχουν. Τι είδους επιβλητική δύναμη είναι αυτή! Κοιτάξτε αυτή

τη ζωή. Η αναίδεια και η οκνηρία των ισχυρών, η άγνοια και η προσίδια με τα ζώα ζωή των αδυνάμων, γύρω γύρω μια απίστευτη φτώχεια, καταπίεση, εκφυλισμός, αλκοολισμός, υποκρισία, ψευτιά… Δίπλα σ’ αυτά σ’ όλους τους δρόμους και τα σπίτια επικρατεί ηρεμία και ησυχία· απ’ τους πενήντα χιλιάδες κατοίκους της πόλης ούτε ένας που να ούρλιαζε και να ξεσηκωνόταν μεγαλόφωνα. Βλέπουμε μόνον αυτούς, οι οποίοι πηγαίνουν στην αγορά για ψώνια, οι οποίοι την ημέρα τρώνε, τη νύχτα κοιμούνται, οι οποίοι συζητάνε τις ανοησίες που τους απασχολούν, παντρεύονται, γερνάνε και μακάριοι φέρνουν στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους· αλλά δεν ακούμε και δεν βλέπουμε τίποτε από εκείνους οι οποίοι υποφέρουν και αυτό που είναι στη ζωή τρομακτικό διαδραματίζεται κάπου πίσω απ’ τις κουίντες. Όλα προχωρούν μπροστά ήρεμα και ήσυχα και μόνον η βουβή στατιστική διαμαρτύρεται: τόσοι και τόσοι τρελάθηκαν, τόσα και τόσα παιδιά έχασαν τη ζωή τους λόγω υποσιτισμού… Και κατά πως φαίνεται, αυτού του είδους η τάξη είναι απαραίτητη, κατά πως φαίνεται ο ευτυχισμένος αισθάνεται καλά διότι οι δυστυχείς κουβαλάνε σιωπηλοί το φορτίο τους και χωρίς αυτή τη σιωπή, η ευτυχία θα ήταν αδύνατη. Πρόκειται για μια γενική ύπνωση. Στην πόρτα κάθε ευτυχισμένου, ικανοποιημένου ανθρώπου θα έπρεπε να στέκει κάποιος μ’ ένα σφυράκι και κτυπώντας να του υπενθυμίζει συνεχώς, ότι υπάρχουν δυστυχείς, ότι η ζωή, όσο ευτυχισμένος κι αν είναι, αργά ή γρήγορα θα του δείξει τα νύχια της, ότι πάνω του θα ενσκήψει κάθε είδους κίνδυνος, αρρώστια, φτώχεια, απώλειες και κανείς δεν θα τον δει και δεν θα τον ακούσει, όπως τώρα αυτός δεν βλέπει και δεν ακούει τους άλλους. Βέβαια, αυτός ο άνθρωπος με το σφυράκι δεν υπάρχει. Ο ευτυχισμένος ζει ικανοποιημένος στο διηνεκές και οι ελάχιστες αγωνίες της ζωής του τον αναστατώνουν ελαφρά, όπως ο αέρας τα νεαρά έλατα, όλα πάνε στην εντέλεια καλά…».

«Εκείνη τη νύχτα μου έγινε σαφές πως κι εγώ ήμουν ευτυχισμένος και ευχαριστημένος», συνέχισε ο Ιβάν Ίβανιτς και σηκώθηκε. «Κι εγώ φρόντιζα στο μεσημεριανό φαγητό και στο κυνήγι να διδάσκω για το πώς πρέπει να ζούμε, τι πρέπει να πιστεύουμε, πώς πρέπει να κυβερνηθεί ο λαός. Φρόντιζα κι εγώ να λέω πως η διδασκαλία είναι ένα φως, ότι η παιδεία είναι απαραίτητη για τον απλό λαό, όμως ενίοτε αρκεί η δυνατότητα γραφής και ανάγνωσης. Η ελευθερία είναι ένα αγαθό, έτσι έλεγα, χωρίς το αγαθό αυτό μπορείς κανείς τόσο να ζήσει, όσο χωρίς αέρα αλλά ας περιμένουμε ακόμη. Ναι, έτσι φρόντιζα να μιλάω και τώρα ρωτώ: για ποιο λόγο να περιμένουμε, σας ρωτώ; Λόγω ποιών αιτιών; Μου λένε, ότι δεν γίνονται όλα με τη μία, ότι τέτοιου είδους ιδέες μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο βήμα-βήμα, στην ώρα τους. Αλλά ποιος όμως το λέει αυτό; Πού είναι οι αποδείξεις προς τούτο, πως δηλαδή αυτό είναι ορθό;

Βασίζονται στη φυσική τάξη των πραγμάτων, στη νομοτέλεια των φαινομένων· βρίσκεται όμως εκεί μέσα τάξη και νόμος όταν εγώ ο ζων και σκεπτόμενος άνθρωπος στέκομαι στο χείλος της τάφρου και περιμένω να κλείσει από μόνη της ή να γεμίσει λάσπη, ενώ εγώ πιθανόν να μπορώ να πηδήξω ή να μπορώ να ρίξω από πάνω της μια γέφυρα; Για άλλη μια φορά: ποιος ο λόγος που πρέπει να περιμένουμε, μέχρι να μην έχουμε καμία δύναμη πια για ζωή και εν τω μεταξύ να πρέπει να θέλουμε να ζήσουμε!

Νωρίς το πρωί αναχώρησα απ’ τον αδελφό μου και έκτοτε μου έγινε ανυπόφορο να ζήσω στην πόλη. Η γαλήνη και η ηρεμία με καταπιέζουν, φοβάμαι να κοιτάξω στα παράθυρα γιατί τώρα για μένα δεν υπάρχει δυσκολότερη στιγμή από το να βλέπω μια ευτυχισμένη οικογένεια που κάθεται στο τραπέζι και πίνει τσάι. Είμαι ήδη γέρος και δεν είμαι κατάλληλος για μάχη και επιπλέον ανίκανος να μισήσω. Καταβασανίζομαι ψυχικά, είμαι εκνευρισμένος και οργισμένος, τις νύχτες φλέγεται το κεφάλι μου εξ αιτίας της πλημμύρας των σκέψεών μου και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Αχ, ας ήμουν νέος».

Ο Ιβάν Ίβανιτς πήγαινε αναστατωμένος από τη μια άκρη στην άλλη και επαναλάμβανε: «ας ήμουν όμως νέος!».

Ξαφνικά πλησίασε τον Αλέχιν και άρχισε να του σφίγγει μια το ένα και μια το άλλο χέρι. «Πάβελ Κωνσταντίνιτς», είπε με παρακλητική φωνή, «μην παραδοθείτε στην ακινησία, μην επιτρέψετε να βυθιστείτε στον ύπνο! Μην σταματάτε να ασκείτε το καλό, όσο είστε νέος, δυνατός και φρέσκος! Δεν υπάρχει ευτυχία και δεν θα υπάρξει στη ζωή και αν βρίσκεται ένα νόημα κι ένας σκοπός, τότε αυτό το νόημα και αυτός ο σκοπός δεν βρίσκεται καθόλου στην ευτυχία

μας αλλά σε κάτι συνετότερο και μεγαλύτερο: Ασκείτε το καλό!».

Και όλα αυτά τα έλεγε ο Ιβάν Ίβανιτς με ένα οικτρό, ικετευτικό χαμόγελο, έτσι σαν να τα λαχταρούσε προσωπικά γι’ αυτόν.

Μετά κάθισαν και οι τρεις τους στις πολυθρόνες τους, σε διαφορετικές άκρες του σαλονιού και σιωπούσαν. Η διήγηση του Ιβάν Ίβανιτς δεν ικανοποίησε ούτε τον Μπούρκιν ούτε τον Αλέχιν. Ενώ για τους στρατηγούς και τις κυρίες, που στο σούρουπο φαίνονταν ζωντανοί, και κοίταζαν έξω απ’ τις χρυσές κορνίζες τους, ήταν πληκτικό να ακούνε τη διήγηση για τον φτωχούλη, για τον αξιολύπητο υπάλληλο που έτρωγε φραγκοστάφυλα. Ήθελαν να ακούσουν κάτι για ανώτερους ανθρώπους, για γυναίκες. Και το ότι τώρα κάθονταν στο σαλόνι, όπου όλα -ο καλυμμένος πολυέλαιος, οι πολυθρόνες, τα χαλιά κάτω απ’ τα πόδια- διηγούνταν ότι κάποτε εδώ περπατούσαν οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, κάθονταν, έπιναν τσάι, αυτοί που τώρα κοιτάζουν απ’ τις κορνίζες τους και το ότι τώρα η ωραία Πελαγία περιπλανιέται αθόρυβα, αυτά από μόνα τους ήταν καλύτερα απ’ όλες τις διηγήσεις.

Ο Αλέχιν λαχτάρησε τον ύπνο· είχε σηκωθεί νωρίς, στις τρεις το πρωί για να ασχοληθεί με το νοικοκυριό και τώρα σχεδόν έκλειναν τα μάτια του αλλά φοβόταν πως οι καλεσμένοι κατά την απουσία του θα διηγηθούν κάτι ενδιαφέρον και έτσι δεν έφευγε. Το αν ήταν ευφυή, αν ήταν αμερόληπτα αυτά που μόλις πριν από λίγο είχε διηγηθεί ο Ιβάν Ίβανιτς, αυτό δεν το εξετάζει. Οι καλεσμένοι δεν μιλάνε για πλιγούρι, δεν μιλάνε για άχυρα και πίσσα αλλά για κάτι που δεν είχε άμεση σχέση με τη ζωή του και ως εκ τούτου χαιρόταν και ήθελε να συνεχίσουν να διηγούνται…

«Όμως τώρα είναι ώρα για ύπνο», είπε ο Μπούρκιν και σηκώθηκε. «Επιτρέψτε μου να σας ευχηθώ καληνύχτα».

Ο Αλέχιν χαιρέτησε και πήγε κάτω, στο χώρο του, ενώ οι καλεσμένοι έμειναν επάνω. Τους υπέδειξε για τη βραδιά ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου βρίσκονταν δυο παλιά, ξύλινα κρεβάτια και στη γωνία κρεμόταν ένας εσταυρωμένος από ελεφαντόδοντο· τα ευρύχωρα, κρύα κρεβάτια τους, που τα έστρωσε η ωραία Πελαγία, ευωδίαζαν ευχάριστα φρέσκια μπουγάδα.

Ο Ιβάν Ίβανιτς έβγαλε σιωπηλός τα ρούχα του και ξάπλωσε.

«Κύριε και Θεέ μου ευσπλαχνίσου μας εμάς τους αμαρτωλούς!» είπε και τράβηξε την κουβέρτα πάνω απ’ το κεφάλι του.

Η πίπα του, που βρισκόταν στο τραπέζι, μοσχοβολούσε έντονα τα υπολείμματα του καπνού και ο Μπούρκιν για ώρα δεν αποκοιμιόταν και δεν μπορούσε καθόλου να καταλάβει από πού ερχόταν αυτή η βαριά μυρωδιά.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας η βροχή χτυπούσε στα παράθυρα.

ΤΕΛΟΣ

πηγή: αντιτετράδια της εκπαίδευσης, τ. 139

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το