Μικρή αγρυπνία στο μαγικό κόσμο του κυρ Αλέξανδρου …

Η μικρή αυτή αγρυπνία δεν τελείται κατανυκτικά στο εξωκκλήσι του προφήτη Ελισσαίου κοντά στου Μακρυγιάννη, όπου ο κυρ Αλέξανδρος έψελνε βραχνά και συγκινητικά τον Εσπερινό, όσο ζούσε στην Αθήνα, είναι απλά ένα ταπεινό συλλειτουργό για την καλύτερη προσέγγιση της ψυχής, της σκέψης, της συνείδησης και της γραφίδας του Παπαδιαμάντη, αυτού του αγίου των Ελληνικών Γραμμάτων και των φτωχών ανθρώπων του λαού μας, όπως τον χαρακτήρισαν κάποιοι, και που ο ίδιος, αν ζούσε και γνώριζε, θα θεωρούσε ασέβεια αυτό το χαρακτηρισμό.

Οι ερμηνευτικοί άξονες του έργου του Παπαδιαμάντη είναι λιτοί και αυστηροί σαν τους θρησκευτικούς κανόνες ή τα απολυτίκια των αγίων και ακολουθούν την παρακάτω ιεράρχηση:

  • Η πάλη του καλού με το δαιμονικό και το μεταφυσικό κακό. Αυτή η πάλη είναι διαρκής και ασίγαστη και συνυπάρχει στα κυριότερα πρόσωπα των έργων του, τα οποία ζουν στην αμαρτία ή στην αγιότητα. Τα κυριότερα πρόσωπα του κυρ Αλέξανδρου ανήκουν στην εξαίρεση του δαιμονικού, όχι στον κανόνα. Απέναντι στη Φραγκογιαννού, τη φόνισσα, και στις άλλες στρίγγλες, έχουμε το «Φτωχό άγιο» και τον «Κακόμη»· απέναντι στον τοκογλύφο της Σταχομαζώχτρας στέκει η γριά Αχτίτσα, η πανάγαθη και βασανισμένη. Έτσι, το έργο του είναι μία διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στον ουρανό και στην κόλαση με σύνθεση την καθημερινότητα, τη ζωή με τα παιχνίδια της τύχης, στην οποία οι συμπτώσεις και το κακό έρχονται να δώσουν τραγική διάσταση και δραματική εξέλιξη στις ιστορίες των ανθρώπων. Στην Υπηρέτρα η κρίση ξεσπάει, όταν «το ονάριο» δίνει «ανυπόμονον λάκτισμα» στο σανίδι «της υποσάθρου λέμβου» με αποτέλεσμα το τραγικό ναυάγιο. Στην παρουσία αυτή του κακού ο κυρ Αλέξανδρος αντιτάσσει τη θεία πρόνοια, η οποία επεμβαίνει και ματαιώνει την καταστροφή ή άλλοτε δεν επεμβαίνει καθόλου. Όσο ο κυρ Αλέξανδρος προχωρεί στην ηλικία, η απογοήτευση φαίνεται να τον κυριεύει σαν να ξέχασε ο θεός τον κόσμο και τα πλάσματά του, σαν να απουσιάζει από τα ανθρώπινα. Η πάλη με το κακό γίνεται σκληρότερη, ανελέητη και ο ίδιος αισθάνεται ώρες ώρες να καταρρέει. Αυτό είναι ολοφάνερο στα τελευταία διηγήματά του π.χ. “Το μοιρολόγι της φώκιας” κ.ά., όπου το παιδί πνίγεται, κανείς δεν το γλιτώνει και κανείς δεν το αντιλαμβάνεται, ενώ η φύση συνεχίζει αμέριμνη την πανέμορφη λειτουργία της αγνοώντας το θάνατο.

  • Πέρα από το μεταφυσικό κακό στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη των φτωχών υπάρχει και το κοινωνικό κακό, η κοινωνική αδικία χωρίς το μεταφυσικό υπόστρωμα π.χ. η Φόνισσα δεν παραδίδεται στο θεό ή στους ανθρώπους γιατί τα εγκλήματα του ψηλωμένου νου της είναι προϊόντα της καταπίεσης και της εξαθλίωσης της γυναίκας στα χρόνια εκείνα. Οι Χαλασοχώρηδες είναι έργο στο οποίο ο κυρ Αλέξανδρος ασκεί δριμύ κοινωνικό έλεγχο και οξύτατη σάτιρα της πολιτικής ζωής, της κομματικής συναλλαγής των αστικών κομμάτων, της ασύστολης ψηφοθηρίας και ψευτιάς τους. Όμως, η αδικία συνυπάρχει με το δίκαιο και η ζωή με το θάνατο. Ο Παπαδιαμάντης δεν υποδεικνύει διέξοδο από την κυριαρχία του κακού. Πώς θα μπορούσε άλλωστε αυτός ο ταπεινός κοσμοκαλόγερος να τολμήσει κάτι τέτοιο; Τα παιδιά που πνίγονται, οι κόρες που μαραίνονται, το πλήθος των ναυτικών και των ψαράδων που αφανίζονται στη θάλασσα και τη στεριά, οι χήρες και οι μαυροφορεμένες μάνες με τα ορφανά, όλος αυτός ο χορός του θανάτου από τη μια και από την άλλη μεριά ο έρωτας σαν πάθος ή σαν όνειρο και η απέραντη ομορφιά της φύσης με τις εκπληκτικές ποιητικές περιγραφές του αγιογραφούν τον κόσμο, τη ζωή και τα πρόσωπα. Η νεοελληνική πεζογραφία στον Παπαδιαμάντη

  • παρουσιάζει μια κοινωνία, όπου μήτε ο αστός έχει προφτάσει να καλοκαθήσει μήτε ο προλετάριος να επαναστατήσει, γιατί έτσι συνέβαινε στα χρόνια του και ο κοινωνικός ρεαλισμός του αυτή την υποχρέωση έχει.

  • Οι μορφές του είναι λαξευμένες στα βράχια και ακατάλυτες στο χρόνο, είναι πρότυπα ηθογραφίας και ψυχογραφικής δυναμικής. Η καθαρότητα της ψυχής του Παπαδιαμάντη ζωγραφίζει το λαό μας φτιαγμένο όπως ήταν και είναι, από το μακρόθυμο εργάτη και μάστορα, την παιδική αθωότητα, τους γερόντους και τις γερόντισσες, τους χαρακωμένους από τους λεβάντηδες και τις κρουστές σαν τα βότσαλα κοπέλες. Όλοι αυτοί, η Ακριβούλα, η γραία Λούκαινα, ο Μπαρμπ’ Αναγνώστης, η Λενιώ, η μαμή η Μπαλαλόνα, το Κατερινιώ, ο Μπαρμπα-Γιαννιός είναι ο πικρός και βασανισμένος λαός μας με τα πάθη και τα λάθη του, στον αγώνα του για ζωή σε εποχές, όπου μια δεκαετία μετρούσε όσο μια σημερινή μέρα. Τα πρόσωπά του είναι ζωντανοί μάρτυρες και ψαλμοί σύμπασας της Ρωμιοσύνης.

  • Η φύση στο έργο του Παπαδιαμάντη. Με τη γραφίδα του καθρεφτίζεται η ελληνική φύση στο μαγικό καθρέφτη των διηγημάτων. Τα λιόδεντρα, οι αιγιαλοί, η θάλασσα, τα άνθη, τα αλειτούργητα εξωκκλήσια, ο ήλιος, το φεγγάρι και καθετί που βλασταίνει, κινείται και μελωδεί στη φύση περιγράφεται με μεγάλη ακρίβεια και ηδονική αίσθηση. Το ίδιο ανάγλυφα με τη σεληνοφώτιστη νύχτα και τα ταπεινά περιβολάκια της Σκιάθου ιχνογραφούνται τα φτωχά καμαράκια, τα μπαλωμένα πανωφόρια, το κρασί, ο χαλβάς, οι ελιές και όλα αυτά σαν το όλο του κόσμου της δουλειάς. Μα πάνω απ’ όλα, ο κυρ Αλέξανδρος συναναστρέφεται με τη φύση όπως με τους ανθρώπους. Η φύση ξέρει να γίνεται παιδιάστικη για ένα παιδί, τρυφερή σαν τα στήθη της Μοσχούλας, άγρια και φονική σαν τα σκοτεινά βάθη και πάθη της Φραγκογιαννούς, ψυχρή και αδιάφορη σαν εκείνη την ηλιόλουστη μέρα που προσπερνά τον πνιγμό της Ακριβούλας, ενώ την προηγούμενη κιόλας νύκτα ξέβρασε με την καταιγίδα μνήματα και σώματα νεκρών, λευκές δαντέλες και παπούτσια. Η φυσιολατρία του Παπαδιαμάντη δεν έχει μυστικές εξάρσεις, αντίθετα βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τους ήρωές του σε τέτοιο βαθμό, που σχεδόν ανατρέπεται και αναιρείται. Το ίδιο συμβαίνει και στη Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, τοπίο και άνθρωποι είναι διαλεκτικά δεμένοι. Ο Παπαδιαμάντης φανερώνει τον εσωτερικό κόσμο μέσα από τον εξωτερικό. Είναι ένας σωστός πατέρας και για τη φύση και για τον άνθρωπο. Τα αμπέλια, τα κύματα, οι άνεμοι και τα πλεούμενα αυλακώνουν τις ιστορίες του και λειτουργούν σαν απλό σκηνικό στους ήρωές του. Όμως η περιγραφή της φύσης από τον κυρ Αλέξανδρο είναι δείγμα άριστης ποιητικής, ζωγραφικής και κινηματογραφικής τεχνικής, μέγιστης αισθητικής αξίας.

«φρίσσει το κύμα εις την επαφήν της ψυχράς πνοής, φρικιά ο πορφυρούς πόντος από την κραταιάν αύραν, ρυτιδούται η θάλασσα από την αλλεπάλληλον και ραγδαίαν ριπήν, αγριαίνει το πέλαγος, ωρύεται μανιωδώς η καταιγίς, ρήγνυται το κύμα εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους. Συννεφούται ο ουρανός από τας μαύρας κάπας των θυελλών, …» (από “Το σπιτάκι στη θάλασσα” στο Οδ. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη)

Το απόσπασμα αυτό τι άλλο είναι παρά ταυτόχρονα συγκλονιστικό ποίημα, πανέμορφος ζωγραφικός πίνακας και έξοχη κινηματογράφηση της φύσης;

  • Η περιγραφή του Παπαδιαμάντη είναι αραχνοΰφαντη, αναβρύζει, ρέει ελεύθερα – αβίαστα και πηγάζει από όλο το υλικό που έχει συσσωρεύσει στην ψυχή του τη γεμάτη παιδικές μνήμες, πικρές εμπειρίες, παρατηρήσεις και ιστορίες που άκουσε. Σαν αφηγητής δείχνει αποστασιοποιημένος (γ΄ ενικό), ενώ λειτουργεί σαν βιωματικός, με άψογη χρήση του στοχαστικού μονολόγου και των διαλόγων. Ο εξωτερικός κόσμος, ο γύρω κόσμος φιλτράρεται μέσα από το δικό του, την ψυχή του, έχει τελικά υποστεί καθολική μεταμόρφωση, έχει γίνει “παπαδιαμαντικός”. Έτσι ο έξω κόσμος εμφανίζεται στο έργο του τόσο συμβολικός όσο και πραγματικός: η ύλη μαζί με το μυστήριό της. Γι’ αυτό αποκτά βάθος, μαγεία και γοητεία. Η φύση, πλούσια και ζωντανή, αποτελεί προβολή του εσωτερικού του κόσμου πάνω στη φύση και καθρέφτισμα του φυσικού κόσμου μέσα του, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Ν. Τωμαδάκης. Ακέραιος έμεινε μέσα του μόνο ο φυσικός κόσμος, όπως τον έζησε στα παιδικά του χρόνια, αυτή η πρώτη πατρίδα χαράς και η τελευταία πικρή νοσταλγία, αφού το φυσικό στοιχείο παλεύει αδιάκοπα να παραμείνει αγνό και να σωθεί από την επέμβαση της απληστίας του ανθρώπου για το κέρδος, που το καταστρέφει, ενώ ο κοινωνικός κόσμος μαστίζεται από τη φρίκη της εκμετάλλευσης και της αδικίας. Στη φύση ο Παπαδιαμάντης αναζητεί λυτρωτικό καταφύγιο, ενώ η κοινωνία θα εξαγνιστεί, όταν η ασυμφιλίωτη ταξική πάλη θα κατακτήσει έναν πραγματικά ανθρώπινο και δίκαιο κόσμο.

  • Ο νεοελληνικός κόσμος στο έργο του κυρ Αλέξανδρου συνοψίζει όλες τις προγενέστερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας και ζωής. Σ’ αυτόν συγχωνεύεται το ασκητικό Βυζάντιο, ο παγανισμός και η γλωσσική αρτιότητα της αρχαιότητας με τη φτώχεια και την καχεξία του ελληνικού κόσμου των ημερών μας, με τη βαριά κληρονομιά των αλλεπάλληλων κατοχών από τους ξένους. Δείγμα της πολυσήμαντης αυτής απεικόνισης είναι η γλώσσα του: ένα μωσαϊκό από αρχαϊσμούς, λόγιες εκφράσεις, τύπους από συναξάρια και όλα αυτά ανακατεμένα με το λαϊκό λεξιλόγιο της καθημερινότητας, υφασμένα πάνω στον καμβά της καθαρεύουσας, όσο δυσνόητη και αν είναι αυτή για τα λαϊκά στρώματα και άγνωστη για τα παιδιά του σχολείου. Η προσφορά του κυρ Αλέξανδρου ξεπερνά τη λογοτεχνική της αξία και τη γλωσσική της ιδιορρυθμία, γιατί πάνω απ’ όλα είναι η ψυχή και το παρόν ενός λαού που ξαναζεί το φάσμα της φτώχειας, χωρίς την ανθρώπινη αγνότητα και τα ιδανικά που περίσσευαν σε άλλες περασμένες κρίσιμες εποχές. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μάρτυρας ενός λαού, που φέρνει απάνω του όλα τα σημάδια της τραγικής ιστορικής του περιπέτειας και που πρέπει επιτέλους να διδαχτεί και με το ταξικό του χρέος να επιβάλει την κάθαρση. Γι’ αυτό μένει πάνω απ’ όλα ελληνικός, αμετάφραστος από τους ξένους, αποκλειστικά δικός μας. Ένας κορυφαίος του χορού της ελληνικής τραγωδίας, που μπορούμε να επικαλούμαστε σε δύσκολες ώρες, όπως αυτές της κρίσης, για να ξαναπάρουμε πίσω τα δικά μας, τον υλικό και πνευματικό πλούτο αυτού του τόπου, που ο λαός μας παράγει. Το ίδιο μας προτρέπει και ο Οδυσσέας Ελύτης στο “Άξιον εστί”:

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

 

Η μεγάλη τέχνη τελικά βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει να αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μέσα στο ελάχιστο. Όταν τον βοηθά να μη χάσει την ιστορική του συνείδηση, την πολιτισμική και πατριωτική του ταυτότητα και τον αφυπνίζει επαναστατικά.

Γιώργος Ηρακλέους φιλόλογος

 (Αρχική δημοσίευση στο Θέματα Παιδείας τ. 45-46, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011)

 

Βιβλιογραφία

Κώστας Στεργιόπουλος, Ο Παπαδιαμάντης σήμερα. Διαίρεση και χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του, στο Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος (επιµ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 21 Κείμενα, Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979.

Αλέξανδρος Αργυρίου, Ένα ανεπανάληπτο παράδειγμα, στο Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος (επιµ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 21 Κείμενα, Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979.

Φώτης Κόντογλου, Ο Παπαδιαμάντης, ο πνευματικός οδηγός μας, στο Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος (επιµ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 21 Κείμενα, Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979.

Οδυσσέας Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, Ερμείας, Αθήνα 1977.

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον εστί, Τα πάθη ΙΑ΄, Ίκαρος Αθήνα 1959.

 

 

Τα κριτήρια διδασκαλίας και αξιολόγησης που ακολουθούν από διηγήματα του Παπαδιαμάντη είναι μια ταπεινή προσφορά στο φιλόλογο της Β΄ Λυκείου που θα διδάξει και θα αξιολογήσει πεζογραφία σύμφωνα με τον νέο τρόπο ερμηνείας και αξιολόγησης (Νέο σύστημα, Σεπτέμβρης 2018).

                                                        Γ.Η.


 

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία

Τάξη: Β΄

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

Η θεοδικία1 της δασκάλας (απόσπασμα) 

 

 

[…]Κατά τας πρώτας ημέρας του φθινοπώρου, αφού είχε διορισθή η Φιλίππα2, ήρχοντο καθ᾿ εκάστην κοράσια με τους κηδεμόνας των διά να εγγραφώσι. Η συνάδελφός της, η δευτεροβαθμία, παλαιά ούσα, ηθέλησε να της δείξη πώς να κάμνη τας εγγραφάς.

― Ξέρω εγώ! είπεν η Φιλίππα, προσπαθούσα συγχρόνως να κλέψη με το μάτι από τα περυσινά έγγραφα του Σχολείου, τα οποία ήσαν ιδιόχειρα της δευτεροβαθμίας.

Η πρώτη μικρά μαθήτρια ήτις επαρουσιάσθη της εμύρισε σκόρδα.

― Μπα! μυρίζεις… Να μη τρως σκόρδα, όταν έρχεσαι στο Σχολείον.

Μία άλλη ερωτηθείσα απήντησεν, ότι ονομάζεται Μαρούσα Σκυλοβοριά.

― Τι άσχημο όνομα! είπεν η δασκάλισσα.

Μία τρίτη, καθώς είχε πλησιάσει εις το γραφείον, είπε, ότι ο πατήρ της ήτο αμαξάς.

― Μπα! μυρίζεις σταύλους! είπεν η δασκάλα. Τι άσχημη μυρωδιά!

** *

Μίαν των ημερών, εις την καρδίαν του χειμώνος, η δασκάλισσα συνέβη να χάση την χρυσήν καδέναν του ωρολογίου της.

Τι δυστύχημα! Η υποψία έπεσεν εις τας μικράς μαθητρίας, εις όλην την τάξιν. Κάποια απ᾿ αυτάς θα την είχε κλέψει.

Η δασκάλα, αφού απηύθυνε μικρόν λογύδριον εις τα πτωχά κοράσια, και τα συνεβούλευσε να μη είναι κλέπτριαι κτλ., διέταξε ν᾿ αδειάσουν όλον το νερόν της στάμνας εις μικράν σκάφην, την οποίαν είχε στείλει να δανεισθούν από την γείτονα πλύστραν.

Το νερόν ήτο κρύον, παγωμένον. Διέταξε να φέρουν την σκάφην εις το μέσον, προ της δασκαλοκαθέδρας, είτα είπεν:

―Ορέξατε3 χείρας όλαι!

Αι μικραί ήπλωσαν τα χεράκια τους.

―Εμβαπτίσατε ήδη τας χείρας εις το ύδωρ.

Αι μαθήτριαι εβούτηξαν τα χέρια μέσα εις το κρύον νερόν!

― Κρατήσατε όλαι τας χείρας εντός, είπεν η δασκάλα· οποία από σας αποσύρη πρώτη την χείρα, εκείνη είναι η κλέπτρια.

Δεν ηξεύρω πόσην ώραν διήρκεσεν η δοκιμασία. Νομίζω ότι πολλαί συγχρόνως ηναγκάσθησαν ν᾿ αποσύρουν τα τρυφερά παπουδιασμένα4 χεράκια τους, και η ένοχος δεν ανεκαλύφθη.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

α1. Να γράψετε περιληπτικά το νόημα του αποσπάσματος.

(30 μονάδες)

 

α2. Να χαρακτηρίσετε τη δασκάλα Φιλίππα από τη συμπεριφορά της στο διήγημα.

(15 μονάδες)

α3. Ποια η τεχνική της αφήγησης στα αφηγηματικά μέρη και ποια τα χαρίσματα των διαλόγων του διηγήματος;

(15 μονάδες)

Ββ. Να σχολιάσετε νοηματικά και ιδεολογικά τις παρακάτω προτάσεις:

«Περιμένετε, μετά 4 ή 5 γενεάς, όταν θα μορφωθώσιν χαρακτήρες εις την Ελλάδα, και τότε θα ιδήτε». Από την εποχή της παιδαγωγικής “το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο” μέχρι σήμερα, το σχολείο διαπαιδαγωγεί χαρακτήρες, ναι ή όχι και γιατί; (Λέξεις 100)

(40 μονάδες)

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία

Τάξη: Β΄

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

Για τα ονόματα (απόσπασμα)

 

 

[…] Κατά την Σύναξιν του Αγ. Ιωάννου, την επαύριον των Φώτων, εώρταζεν, ως είπομεν, και ο καπετάν Γιάννης ο Τζαφέρης, μαζί με όλους τους άλλους Γιάννηδες. Υπήρχον δε πολλοί εις το χωρίον. Σχεδόν πάσα τρίτη οικία είχεν ένα Γιάννην —τους οποίους ήξευρον ακριβώς όλους, και είχον τον κατάλογον, οι δύο πιστοί φίλοι, ο Αποστόλης ο Καλούμας και ο Πέτρος ο Γύφταρος, αμφότεροι βαστάζοι1 της αγοράς. Εδέχετο δε εξαιρετικώς κατ’ εκείνην την ημέραν η Διαμαντηρείζαινα όλους τους επισκέπτας, όλον το χωρίον, — σχεδόν χωρίς να μορφάζη2. Την ημέραν εκείνην έκαμνε θυσίαν το κάτω πάτωμα της οικίας της. Είχεν όμως ιδιαιτέραν υπηρεσίαν διωργανωμένην εις την αυλήν, ένδοθεν της αυλόπορτας, δια τα ξυπόλυτα και τους μάγκες της αγοράς, τους οποίους εφίλευεν3 εκεί διά χειρός της μητρός της ή της αδελφής της, χωρίς να τους επιτρέπη να εισέλθωσιν εις την οικίαν.

Μίαν χρονιάν, πριν έλθωσιν ακόμη αι μεγάλαι εορταί του χειμώνος, οι δύο ειρημένοι4 πιστοί φίλοι, ο Αποστόλης ο Καλούμας, κι ο Πέτρος ο Γύφταρος, διαβολική συνεργία, είχαν μαλώσει μεταξύ των. Κατά τ’ άλλα έτη συνήθιζον οι δύο να πηγαίνουν «κονσέρβα», ως έλεγαν, δηλ. ως δύο συμπλέοντα πλοία, να φέρουν γύραν εις όλας τας οικίας όσαι εώρταζον, και του Αγ. Νικολάου, και του Αγ. Ιωάννου, και τας άλλας εορτάς, τας εχούσας πολλά ονόματα. Οι δύο αχώριστοι φίλοι, ο εις στολισμένος τα εορτάσιμα, ο έτερος με τα μόνα ενδύματα του˙ ο πρώτος φέρων εις τους πρησμένους πόδας του πατημένα πέδιλα, ο δεύτερος ανυπόδητος, άρχιζαν το πρωί, απολείτουργα, την περιοδείαν των από την μίαν άκρην της κωμοπόλεως εις την άλλην.

Μίαν φοράν, ο Πέτρος ο Γύφταρος, με ελαφρότητα κάπως, είχεν ειπεί αυθαδώς ότι «σηκώνουν τα υψώματα»5 οι δύο τους. Ακούσας την ασεβή παρωδίαν6 ο Αντώνης Μαραγκάκης ο νωματάρχης, Κρης την πατρίδα, τους εφίμωσε με την επιφώνησιν:

— «Ψώματα! ψώματα!», δηλ. «ψέματα! ψέματα!» και έκτοτε ο Γύφταρος δεν ετόλμησε πλέον να το ξαναπεί. Ως τόσον εξηκολούθουν πάντοτε την περιοδείαν των ανά τας οικίας. Αλλού τους εφίλευον τηγανίτες ή λουκουμάδες, σπανιώτερον μισό χαμαλί (μικρόν τρίγωνον γλύκισμα), συνηθέστερον λουκούμι ή μόνον στραγάλια, από τα οποία εγέμιζαν τους κόλπους των. Σχεδόν εις όλα τα σπίτια τους εκερνούσαν ροσόλι7 ή μαστίχαν ή εντοπίαν εκ στεμφύλων ρακήν.[…]

(1902)

 

1 βαστάζος : αχθοφόρος, χαμάλης

2 χωρίς να κάνει μορφασμούς, να στραβομουτσουνιάζει

3 φιλεύω: προσφέρω κάτι ως κέρασμα, κερνώ

4 για τους οποίους είχε μιλήσει παραπάνω

5 ύψωμα: το αντίδωρο από το κέντρο του πρόσφορου, που έχει τη σφραγίδα με το Σταυρό˙ «σηκώνουν τα υψώματα»: πρόκειται για θρησκευτική τελετή κατά την οποία όσοι έχουν την ονομαστική τους εορτή προσκαλούν τον ιερέα για να ευλογήσει λίγο σιτάρι που θα το βάλουν μαζί με αυτό που θα σπείρουν, ώστε να έχουν καλή σοδειά.

6 ασεβής παρωδία (εδώ): απομίμηση της θρησκευτικής τελετής με σκωπτική ή κωμική διάθεση

7 σκιαθίτικο ποτό

 

 

 

 

 

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

α1. Να αναφέρετε τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην αφήγηση.

(30 μονάδες)

 

α2. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι ένα κράμα από λόγια και λαϊκά στοιχεία. Να βρείτε στο παραπάνω κείμενο 5 λέξεις της δημοτικής και 5 της καθαρεύουσας. Καθώς και 3 εικόνες που περιγράφουν τη ζωή στο χωριό και να σχολιάσετε τη λειτουργία τους.

(30 μονάδες)

 

β. Ο Παπαδιαμάντης αποτυπώνει στο έργο του χαρακτήρες ταπεινών ανθρώπων του λαού. Να τεκμηριώσετε αυτή την άποψη με αναφορές στο κείμενο και να εξηγήσετε γιατί η προτίμησή του στρέφεται με ιδιαίτερη συμπάθεια σε αυτά τα πρόσωπα.

(40 μονάδες)

 

 

 

 

 


 

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία

Τάξη: Β΄

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

Τραγούδια του Θεού (απόσπασμα)

 

 

Με είχε καλέσει ο γενναίος φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ., εις την οικίαν του την ημέραν του Πάσχα, διά να συμφάγωμεν την ώραν του προγεύματος περί τας δέκα, από συγκατάβασιν1 και ευσπλαγχνίαν, διά να κάμω κ᾿ εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα οικιακόν, έρημος και ξένος στα ξένα. Εύχαρι2 και θαλπερόν3 ήτο το εσωτερικόν της εστίας του, αφού διήλθον την ευρείαν αυλήν, με την διάπλατον πύλην, και τους σταύλους των αλόγων, και την πρασινάδαν, και τας γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά του, η γραία Μαρία η συμβία του, αφελής και αρχαϊκή4, ο υιός του, αμόρφωτος και άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι ο αδελφός του, στιβαρός5, γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς και φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και θεατρίνα. Πλην όμως κι αυτή αφελής και απλή εις τους τρόπους: Είχε μίαν παιδίσκην επτά ετών, την Μαρίαν, πάντοτε μειδιώσαν και ανοικτόκαρδον, και εν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, την Τοτώ, ξανθήν, γαλανόμορφον, και αγγελοθωρούσαν. Η μικρά κόρη, δεν ηξεύρω ακριβώς πώς, είχε πέσει εις τας χείρας της, και απετέλει μέρος της οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή διδασκάλισσα εις πλουσίαν οικίαν, είχεν εμπέσει εις τα δίκτυα κανενός επιχειρητού6 και είχε συλλάβει το μαγικόν τούτο χρυσόψαρον της δεξαμενής, διά να πλεύση εις το πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλε ποτέ να πτεροφυήση7 εις τον αιθέρα του αχανούς. Είτα την φερέοικον8 μητέρα, οπού δεν είχε κτίσει την φωλεάν της ποτέ, την επήραν άλλαι πνοαί και την μετεκόμισαν, τις οίδε πού, εις άλλα κλίματα ― εύρε θέσιν καλυτέραν αλλού, κ᾿ εταξίδευσε, κ᾿ ενεπιστεύθη το έμψυχον κειμήλιον αυτό εις τας χείρας της Ρηνούλας, ήτις αφού την είχεν εγκαταλίπει κι αυτήν ο πλανήτης9, όστις την εστεφανώθη, ανέθρεψε το τέκνον της, κ᾿ έμεινε ζωντοχηρούσα, κ᾿ εδέχθη ως έρμαιον10 το ξένον βρέφος αυτό, ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τα στήθη της.

Πόση είναι η δύναμις της επιρροής, και αν η Ρηνούλα είχε γοητείαν και όμμα11 επιβάλλον διά ν᾿ ανατρέφη παιδία, το ησθάνθην την ημέραν εκείνην του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, ήρχισεν αίφνης να κλαυθμυρίζη εκεί που την είχαν βάλει να φάγη, δια μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη προς την μικράν και της είπεν απλώς με τον τρόπον και με το βλέμμα που αυτή ήξευρε:

― Faut pas pleurer! [φω πα πλερέ]. Δεν πρέπει να κλαίς.

Κ᾽ η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.

(1912)

 

1 συμπεριφορά σύμφωνα με την οποία κάποιος ή κάτι αντιμετωπίζεται με ηπιότητα, κατανόηση, ανεκτικότητα

2 ευχάριστο

3 από το ρήμα θάλπω: ζεσταίνω, θερμαίνω, εδώ μεταφορικά.

4 με απαρχαιωμένους τρόπους

5 σωματώδης, ρωμαλέος

6 τολμηρού

7 να βγάλει φτερά

8 χωρίς μόνιμη κατοικία

9 πλάνης, περιπλανώμενος

10 απροσδόκητο εύρημα

11 μάτι

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

α1. Να αφηγηθείτε σύντομα την ιστορία της μικρής Τοτώς και να περιγράψετε το χώρο και τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην αφήγηση.

(30 μονάδες)

 

 

α2. Να βρείτε στο κείμενο 5 εικόνες και να σχολιάσετε τη λειτουργία τους.

(30 μονάδες)

β1. Ο Παπαδιαμάντης με μεγάλη ακρίβεια αποδίδει τα χαρακτηριστικά των ανθρώπινων τύπων. Να γράψετε 2 χαρακτηριστικά επίθετα που χαρακτηρίζουν τη Ρηνούλα.

(10 μονάδες)

 

 

β2. Ποια είναι η γνώμη σας για την υιοθεσία των παιδιών σήμερα;

(30 μονάδες)

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία

Τάξη: Β΄

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

Το ψοφίμι 

 

― Παρακαλώ, κύριε αστυφύλακα· εδώ απάνω, στο φράχτη, κοντά στον δρόμο, έχουν ρίψει ένα ψοφίμι, ένα μεγάλο σκυλί… Με τέτοια ζέστη, Ιούλιον μήνα… Θα μας κολλήση πανούκλα όλους εδώ… Ίσα-ίσα στο ψήλωμα, εδώ, που είν᾿ εξοχικό μέρος… όπου έρχονται οι άνθρωποι να πάρουν λίγον αέρα καθαρόν.

Ο ομιλών ―ο κύριος Α.― ήτο παχύμισθος υπάλληλος της Κυβερνήσεως. Το δημόσιον του έδιδε, δια τας εκδουλεύσεις του, υπέρ τας τριακοσίας δραχμάς τον μήνα. Αλλά τας δραχμάς αυτάς τας εθεώρει ως ιεράς και δεν απεφάσιζε ν᾿ αποκόψη λεπτά δι᾿ ένα πτωχόν λούστρον, όπως σκάψη λάκκον και θάψη το ψοφίμι. Τοιαύτη θυσία θα του εφαίνετο ίσως μάλλον ιεροσυλία. Η δε οικία του έκειτο πλησιέστατα εκεί, και ήτο ο πρώτος ενδιαφερόμενος.

Όθεν1 απηυθύνθη εις τον υπ᾿ αριθ. 3 χιλιάδας τόσα αστυφύλακα. Ο αστυφύλαξ εφόρει λευκά, κ᾿ εσύχναζεν εις το εγγύς καφενεδάκι. Απήντησε δε λίαν προθύμως και φιλοφρόνως:

― Μάλιστα·τώρα, να πούμε εις ένα αστυφύλακα ―μπορώ να πάω κ᾿ εγώ― να πάρη κ᾿ ένα σκουπιδιάρη, να παν να το πετάξουν αποκεί.

Κ᾿ εκάθισε στο καφενεδάκι, διά να διαβάση τα νέα της ημέρας.

Εν τω μεταξύ ο κύριος Α. απηυθύνθη, εν απουσία του καφετζή, προς τον υπάλληλον του καφενείου, και του είπε:

― Δεν σας ήρθε σας η βρώμα;… Ειπέ του κυρ Τάσου (το όνομα του καφετζή) να λάβη τα μέτρα του… διά να μην αρρωστήση όλος αυτός ο κόσμος που έρχεται να πάρη τον αέρα του εδώ επάνω.

Ο μικρός υπάλληλος έσεισε την κεφαλήν, ως να ήθελε να είπη:

«Δεν βαριέσθε: Και ποιος θα φροντίση; Ό,τι εφροντίσατε σεις, ο πρώτος που ανεκαλύψατε αυτό το σπάνιον φαινόμενον».

** *

Ο αστυφύλαξ, ως να εκεντρίσθηκε από την δευτέραν αυτήν αναψηλάφησιν του ζητήματος, εσηκώθη, εκοίταξε τριγύρω, και ευτυχώς εξάνοιξε2 μακράν ένα συνάδελφόν του, βαίνοντα εις πλάγιόν τινα δρόμον. Τον έκραξε, κ᾿ εκείνος ήλθε.

― Να σου πω, του λέγει: πας στο Τμήμα, να πης του σκοπού, να πη του σταθμάρχη, να στείλη ένα αστυφύλακα, να βρη ένα σκουπιδιάρη, να παν εδώ παραπάνω, που λέει ο κύριος εδώ… είν᾿ ένα σκυλί ψόφιο… να το πάρουν απ᾿ εκεί, να το πετάξουν πουθενά;

― Καλά.

Και ο β´ αστυφύλαξ εκινήθη βραδύς, κατερχόμενος τον δρόμον.

Την νύκτα, όταν ο κ. Α. απεσύρετο δια να απέλθη οίκαδε, εις το φως της σελήνης, έστρεψε τα όμματα και την ρίνα3 προς το μέρος όπου είχεν ιδεί το δυσάρεστον πράγμα το πρωί. Το ψοφίμι ήτο ακόμη εκεί, αναδίδον λοιμώδη οσμήν.

Ο άνθρωπος, εν μεγάλη αδημονία4, έκλεισε τα παράθυρά του, κ᾿ εκοιμήθη. Την άλλην πρωίαν, εις το μικρόν καφενείον ηύρε πάλιν τον αστυφύλακα.

― Δεν εκάματε τίποτε για το ψοφίμι που σας είπα;

― Μάλιστα· έστειλα είδηση στον σκοπό… ν᾿ αναφέρη στον σταθμάρχη… να στείλη έναν αστυφύλακα ―μπορούσα να πάω κ᾿ εγώ― να πάρη ένα σκουπιδιάρη, να παν να λάβουν μέτρα… Και δεν το πέταξαν;

― Πεταμένο είναι από προχθές· μάλλον έπρεπε να το θάψουν.

― Ας είναι, θα φροντίσω· τώρα πάω στο τμήμα.

Την εσπέραν, όταν ο κυβερνητικός υπάλληλος επανήρχετο εις την οικίαν του, το ψοφίμι ήτο πάντοτε εκεί, δηλητηριάζον τον αέρα με την δυσωδίαν του.

Το πρωί, ο κ. Α. προς τον α´ αστυφύλακα:

― Μα δεν έγινε τίποτε για το ψοφίμι… Ζήτημα, βλέπω, κατήντησε κι αυτό… Καλά που δεν συνεδριάζει πλέον η Βουλή, διά να γίνη επερώτησις.

― Τι; Δεν το σήκωσαν αποκεί; Περίεργο! Εγώ έλαβα μέτρα. Ας είναι, ησυχάσατε. Σήμερα, χωρίς άλλο. Πάω επίτηδες να τους βιάσω, να στείλουν ένα αστυφύλακα ―μπορώ να πάω και μόνος μου― με ένα σκουπιδιάρη.

** *

Την επομένην νύκτα, ακόμη το ψοφίμι ήτο εκεί. Ευτυχώς είχε συννεφιάσει, και ήστραπτε ραγδαίως προς τον Μαΐστρον5, εις τα ΒΔ του ορίζοντος. Ο κ. Α. μόλις επρόλαβε να φθάση εις την οικίαν, να κλείση τα παράθυρα, κ᾿ ενέσκηψε σφοδροτάτη θύελλα, άνεμος και βροχή, δροσιστική και παρήγορος.

Το πρωί, ανάμεσα εις το ηλλοιωμένον υγρόν έδαφος, μόλις εφαίνοντο πλέον τα ίχνη του θνησιμαίου σκύλου, ολίγα μόνον γυμνά κόκκαλα του σκελετού· η ραγδαία βροχή είχε παρασύρει τας σαπράς6 σάρκας, και είχε διαλύσει την δυσοσμίαν.

Κ᾿ έτσι δεν έγινεν επερώτησις εις την Βουλήν. Μόνον έγινε χρονογράφημα εις εφημερίδα.

(1906)