«Δεν πέφτουμε από τα σύννεφα». Αυτή ήταν η μόνιμη επωδός της πλειοψηφίας των ΜΜΕ για το πρόσφατο σκάνδαλο στο χώρο του ελληνικού αθλητισμού, μετά τις αποκαλύψεις για τα στημένα παιχνίδια και τους χρηματισμούς διαιτητών στο ελληνικό μπάσκετ. Η υπερπροβολή από τα φιλοκυβερνητικά μέσα, ιδιαίτερα, του νέου αυτού σκανδάλου, σε συνδυασμό με τις αποκαλύψεις για τη φοροδιαφυγή σε μεγάλες επιχειρήσεις που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας έχει ένα διπλό στόχο. Από τη μία, να αποπροσανατολιστεί ο λαός από τα προβλήματα που συσσωρεύει η αντιλαϊκή πολιτική τής ακρίβειας και της φτώχειας, από τις κινητοποιήσεις που ταρακουνούν όλη σχεδόν την Ευρώπη, από το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τη στάση υποτέλειας της κυβέρνησης της ΝΔ και κάθε άλλο σοβαρό ζήτημα που απασχολεί το λαϊκό κόσμο.
Από την άλλη, η υπερπροβολή των σκανδάλων γενικά και του συγκεκριμένου σκανδάλου στο μπάσκετ ειδικά, δεν είναι τυχαία, ούτε αποτελεί σύμπτωση η ταυτόχρονη αποκάλυψή τους. Αποτελεί μία συντεταγμένη και ενορχηστρωμένη προσπάθεια -με προεκλογικό άρωμα και χρώμα- ξεπλύματος της κυβερνητικής πολιτικής και της ΝΔ, η οποία παρουσιάζεται ως η κυβέρνηση που τα «βάζει με τα μεγάλα συμφέροντα». Σε αυτό συνηγορεί και η έκφραση «δεν πέφτουμε απ’ τα σύννεφα», η οποία αποκαλύπτει πως λίγο-πολύ τα σκάνδαλα αυτά ήταν -λιγότερο ή περισσότερο- γνωστά.
Σε ό,τι αφορά στο στήσιμο αγώνων στο ελληνικό μπάσκετ, ήδη κρίθηκαν προφυλακιστέοι ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΟΚ, Βαγγέλης Λιόλιος, ο οποίος φαίνεται πως αποτελούσε το βασικό ενορχηστρωτή αυτής της σάπιας και διεφθαρμένης υπόθεσης, καθώς και άλλοι δύο πρώην διαιτητές και ο επιχειρηματίας και προσωπικός φίλος του προέδρου της ΕΟΚ Γιώργος Μαυραγάνης, ο οποίος αποτέλεσε βασικό παράγοντα ενορχήστρωσης των στημένων αγώνων. Σε κατ’ οίκον περιορισμό με βραχιολάκι τέθηκαν οι διαιτητές Πηλοΐδης και Τσαρούχα που κατηγορούνται για χρηματισμό.
Το σκάνδαλο που συγκλονίζει το ελληνικό μπάσκετ ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο την πλήρη διαφθορά του επαγγελματικού αθλητισμού, ο οποίος λειτουργεί πλέον ως πεδίο κερδοσκοπίας. Κυκλώματα που στήνουν αγώνες για να αποκομίσουν τεράστια ποσά μέσω του παράνομου στοιχήματος, διαιτητές που λειτουργούν ως όργανα μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων και μια ομοσπονδία που, αντί να διασφαλίζει την ακεραιότητα του αθλήματος, εμφανίζεται να αποτελεί η ίδια βασικό ενορχηστρωτή όλης αυτής της διεφθαρμένης λειτουργίας. Επί της ουσίας, στα γήπεδα του ελληνικού μπάσκετ δεν αναμετρώνται αθλητές και ομάδες, αλλά πρώτα απ’ όλα τμήματα του μεγάλου κεφαλαίου, που διαπλέκονται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο με την κυβέρνηση και με τα ΜΜΕ, αξιοποιώντας τον αθλητισμό για να ξεπλένουν τις άλλες «επαγγελματικές» τους δραστηριότητες. Ταυτόχρονα, ο λαός και η νεολαία αντιμετωπίζονται μόνο ως θεατές ενός πανάκριβου αθλήματος, την ίδια στιγμή που αποκλείονται οι ίδιοι από την άθληση, που έχει μετατραπεί από ανάγκη σε πολυτέλεια για λίγους.
«Θα πέσει φως σε όλα τα οικονομικά της ΕΟΚ (Εθνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης)», δήλωσε ο υπουργός Αθλητισμού Γιάννης Βρούτσης, συνεχίζοντας στο δρόμο της κυβερνητικής επιχείρησης συγκάλυψης ενός ακόμη σκανδάλου. Αντίστοιχο «φως» έπεσε στα Τέμπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις πολεοδομίες, την αλιεία, την Pizza Fan, το Χωριάτικο και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Κοινό στοιχείο σε όλα αυτά τα σκάνδαλα είναι πως η κυβέρνηση αποτέλεσε είτε βασικό υπαίτιο ή -στην καλύτερη περίπτωση- σημαντικό εμπλεκόμενο σε αυτά, με την έννοια πως, ενώ υπήρχαν καταγγελίες και ενδείξεις, προσποιούνταν πως δε γνώριζε τίποτα.
Τα εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που βρέθηκαν στα σπίτια των κατηγορούμενων διαιτητών, το γεγονός πως στο νέο αυτό σκάνδαλο εμπλέκονται ακόμη και ιδιωτικά σχολεία, καθώς το κύκλωμα αυτό έστηνε ακόμη και σχολικούς αγώνες(!), αναδεικνύουν το βάθος της σήψης που χαρακτηρίζει το χώρο της ελληνικής καλαθοσφαίρισης. Η υπερπροβολή αυτής της σήψης από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, ωστόσο, δε στοχεύει στην πραγματική εξυγίανση του αθλητισμού. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα παραπέτασμα καπνού για τη συγκάλυψη της κυβερνητικής πολιτικής, ακόμα και στον επαγγελματικό αθλητισμό, στον οποίο τέτοια νοσηρά φαινόμενα συντηρούνται και ενισχύονται από όλες τις κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Αυτή ακριβώς η δυσωδία, όσο πραγματική και εκτεταμένη και αν είναι, αξιοποιείται συστηματικά για την απορρόφηση της κοινωνικής οργής που υπόκωφα εκφράζεται από έναν ολόκληρο λαό που στενάζει κάτω από το βάρος της αντιλαϊκής πολιτικής. Η «οπαδοποίηση» του σκανδάλου στο μπάσκετ και η τοξική αντιπαράθεση που πριμοδοτούν οι ιδιοκτήτες των μεγάλων ομάδων πριμοδοτούν αυτόν ακριβώς τον αποπροσανατολισμό, τον οποίο προωθεί και η κυβέρνηση, βγάζοντας από το κάδρο τις δικές της ευθύνες, που είναι και οι μεγαλύτερες. Από την άποψη αυτή, «θύμα» σφυριγμάτων δεν έπεσε η μία ή η άλλη ομάδα, αλλά πρώτα απ’ όλα ο ίδιος ο αθλητισμός και οι φίλαθλοι, που παρακολουθούν τη μετατροπή ενός λαϊκού αθλήματος σε ένα πανάκριβο εμπόρευμα.
Το νέο σκάνδαλο των στημένων αγώνων στο μπάσκετ δεν αφορά απλώς την κακοδιαχείριση ενός αθλήματος, αλλά αποτελεί τον καθρέφτη μιας συνολικά σάπιας πολιτικής. Όσο κι αν η κυβέρνηση επιχειρεί να προσφέρει «άρτο και θεάματα» στο λαό, ο «άρτος» δε φτάνει ούτε στο ελάχιστο για να καλύψει τις λαϊκές ανάγκες, ενώ τα «θεάματα» είναι βουτηγμένα στο βούρκο μιας σάπιας και διεφθαρμένης διαχείρισης.
Πηγή: Λαϊκός Δρόμος
e-prologos.gr

