Ας δούμε αναλυτικά, τις ελληνικές φιλοναζιστικές και αντικομμουνιστικές οργανώσεις και τις ελληνικές ομάδες πρακτόρων των Ναζί.

S.D. Η Υπηρεσία Ασφαλείας των Ες-Ες και οι έλληνες πράκτορές της

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στο κτίριο της οδού Σανταρόζα 3 ήταν η έδρα της υπηρεσίας Sicherheitsdienst ή S.D., που ήταν η Υπηρεσία Ασφαλείας των ναζιστικών Ες-Ες. Στο ίδιο κτίριο στεγάζονταν και η ομάδα αντικατασκοπίας Dienststelle 3000. Οι υπηρεσίες αυτές είχαν ως στόχο τη διενέργεια αντικατασκοπίας και τη δημιουργία ομάδων Ελλήνων σαμποτέρ, που θα ανατίναζαν βασικές υποδομές της πόλης αμέσως μετά την αποχώρηση των Ναζί από την Αθήνα.

Η ομάδα σαμποτάζ έφτασε να αριθμεί 50-60 έλληνες πράκτορες. Οι δολιοφθορές που έγιναν μετά την αποχώρηση των Γερμανών για να δημιουργήσουν μια κατάσταση χάους στην πρωτεύουσα ήταν η ανατίναξη του φράγματος του Μαραθώνα, των εγκαταστάσεων ηλεκτρικού ρεύματος σε Αθήνα και Πειραιά, καταστροφές στο λιμάνι του Πειραιά, στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και σε πολλές άλλες υποδομές.
Η “αντιστασιακή” ομάδα δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1943 υπό τον Έλληνα αξιωματικό Γ. Παντέλογλου, αρχηγό της ΟΕΔΕ (Οργάνωση Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδας), η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του υπό συγκρότηση αντάρτικου -όπως τον ονόμαζαν- στρατού, ο οποίος καταλαμβάνοντας θέση στην ορεινή Ελλάδα θα πολεμούσε ενάντια στον ΕΛΑΣ και στους συμμάχους όταν αυτοί θα εισέβαλαν στη χώρα. Μέσω της ΟΕΔΕ ο Παντέλογλου στρατολογούσε αντικομμουνιστές και γερμανόφιλους διευρύνοντας τον αρχικό πυρήνα των 70 περίπου ανδρών σε μια ομάδα 2500 περίπου ατόμων. Εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ στην οδό Μάρνης στις 26 Σεπτεμβρίου 1944.

Η οργάνωση 3000 είχε επίσης ομάδα πρακτόρων με αποστολή τον εντοπισμό των ελληνικών δικτύων διαφυγής προς τη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό το λόγο πράκτορες της είχαν μισθώσει βενζινοκίνητα καΐκια όπως το Αγία Μαρίνα, Άγιος Δημήτριος και Ευαγγελίστρια, τα πληρώματα των οποίων αποτελούνταν από “έλληνες” ναυτικούς – πράκτορες της 3000. Αυτοί υπόσχονταν σε Εβραίους και αξιωματικούς του ελληνικού στρατού ότι θα τους φυγάδευαν στη Μέση Ανατολή. Λάμβαναν εξαιρετικά υψηλή αμοιβή ανά άτομο συνήθως σε χρυσές λίρες Αγγλίας και στη συνέχεια συνελάμβαναν αυτά τα άτομα και τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.

Το Δεκέμβριο του 1947 έγινε η μεγάλη δίκη της οργάνωσης 3000. Η απόφαση του δικαστηρίου ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων που αποτυπώθηκε ακόμα και σε εφημερίδες της εποχής. Από τους 70 κατηγορούμενους οι 64 αθωώθηκαν. Αλλά και από τους μόλις 6 που δικάστηκαν μόνο ο ένας ήταν παρών. Συνεπώς από τα 70 άτομα που δικάστηκαν ως πράκτορες της ναζιστικής οργάνωσης 3000 καταδικάστηκε μόλις ένα σε ποινή φυλάκισης 9 ετών.

picture

«Μπουντ», «Ένωσις Φίλων Χίτλερ» ή τα «Ελληνικά Ες-Ες»

Στα κτίρια της οδού Παπαρηγοπούλου 5 και 7 στεγάστηκαν την περίοδο της Κατοχής η ναζιστική οργάνωση αντικατασκοπίας «Μπουντ» και οι έλληνες πράκτορές της. Στα κτίρια αυτά βασανίστηκαν δεκάδες αντιστασιακοί κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, πριν σταλούν στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία ή στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής προς εκτέλεση.

Η Μπουντ (που σημαίνει σύνδεσμος) ιδρύθηκε πριν τον πόλεμο και ήταν υπηρεσία αντικατασκοπείας. Οι ελληνικές αρχές γνώριζαν τη δράση της για λογαριασμό της ναζιστικής Γερμανίας αλλά δεν παρεμπόδισαν το έργο της. Όταν κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου αποφάσισαν να συλλάβουν κάποια από τα μέλη της ήταν πλέον αργά. Μετά την είσοδό τους στην Αθήνα, οι Ναζί αποφυλάκισαν τους έμπειρους κατασκόπους τους, οι οποίοι ανέλαβαν την ανασυγκρότηση της οργάνωσης.

Η οργάνωση είχε δικό της δίκτυο κατασκόπων που έδρασε στην Αθήνα και τη Μέση Ανατολή. Το δίκτυο αυτό ήταν υπό τις διαταγές του Γερμανού φρουράρχου Αθηνών Φρίτσε. Έργο τους ήταν να εντοπίζουν τις διαδρομές διαφυγής Ελλήνων πολιτών και στρατιωτικών προς τη Μέση Ανατολή. Δεκάδες από αυτούς πιάστηκαν εν πλω και παραδόθηκαν στους Γερμανούς προς εκτέλεση. Επίσης, μέλη της Μπουντ εντόπιζαν Έλληνες πράκτορες που υπηρετούσαν στις συμμαχικές δυνάμεις. Ήταν άτομα που επιχειρούσαν να φέρουν ασυρμάτους στην κατεχόμενη Ελλάδα με στόχο την επικοινωνία της ελληνικής Αντίστασης με τους Βρετανούς και την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το φθινόπωρο 1943 η δράση της Μπουντ αναβαθμίστηκε με τη συγκρότηση ομάδων κρούσης που έκαναν συλλήψεις και εκτελέσεις. Στο σκέλος της δίωξης των κομμουνιστών πρωτοστάτησε ο Α. Αγήνορας. Ο Αγήνορας είχε εμπλοκή σε τουλάχιστον 25 υποθέσεις που δικάστηκαν μεταπολεμικά και αφορούσαν σε καταδόσεις και δολοφονίες μελών του ΕΑΜ, ληστείες περιουσιών Εβραίων εμπόρων, συλλήψεις ατόμων και αποστολή τους στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία. Η τύχη του Αγήνορα είναι άγνωστη. Κατά μία εκδοχή εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ στη Μακεδονία κατά μια άλλη εκδοχή έφυγε στη Γερμανία.

Οι ομάδες κρούσης της Μπουντ είχαν καθαρά αντικομουνιστική δράση. Συνέλεγαν στοιχεία για τις κινήσεις μελών του ΕΑΜ από διάφορους μυστικούς πληροφοριοδότες που είχαν στις συνοικίες. Προτιμούσαν περιπτεράδες, θυρωρούς, οδηγούς ταξί και ιδιοκτήτες κουρείων. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής και τη Γκεστάπο, πράκτορες της Μπουντ έκαναν εφόδους σε σπίτια και καταστήματα πραγματοποιώντας συλλήψεις. Ακολουθούσαν ανακρίσεις και βασανιστήρια στα γραφεία της Μπουντ στην Παπαρηγοπούλου ή σε αυτά της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν.
Οι πληροφορίες που αντλούσαν μετά από σκληρά βασανιστήρια που πολλές φορές οδηγούσαν στο θάνατο των συλληφθέντων τους επέτρεπαν να οργανώνουν ακόμα μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατά μελών του ΕΑΜ και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων όπως τα μπλόκα ολόκληρων συνοικιών. Μεταξύ των θυμάτων της Μπουντ ήταν και η 17χρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου.


Τα 3 Έψιλον
Η Εθνική Ένωσής Ελλάς, γνωστή ως 3Ε, ήταν μια αντισημιτική και αντικομμουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1927 στην Θεσσαλονίκη και στράφηκε εναντίον της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μέλη της δραστηριοποιήθηκαν και στην Αθήνα καταδίδοντας εβραϊκές οικογένειες και μέλη του ΕΑΜ στους Ναζί. Τα γραφεία της οργάνωσης ήταν στο κτίριο της οδού Σίνα 8.

Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ)
Η Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ) ήταν μια ελληνική φιλοναζιστική και αντικομουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1941 με πρωτοβουλία του γιατρού Γ. Βλαβιανού, διορισμένου κατοχικού προέδρου της κοινότητας Κηφισιάς. Χρηματοδοτούνταν από τους Ναζί με στόχο τη στρατολόγηση ατόμων για τη δημιουργία ελληνικού στρατιωτικού σώματος που θα πολεμούσε στις γραμμές της ναζιστικής Βέρμαχτ κατά των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο. Για να το πετύχει αυτό είχε οργανώσει συσσίτια στα γραφεία της και προπαγανδιστικά μαθήματα σχετικά με τον κίνδυνο του μπολσεβικισμού. Επίσης, η οργάνωση συνέβαλε στην προσπάθεια των Γερμανών να προσελκύσουν Έλληνες εργάτες προς αποστολή στα εργοστάσια της Γερμανίας.

Σε μια περίοδο που ο κατοχικός λιμός αποδεκάτιζε τους Αθηναίους, η ΕΣΠΟ συντάχθηκε με το ελληνικό υπουργείο Εργασίας παρουσιάζοντας την εργασία στα γερμανικά εργοστάσια ως ευκαιρία που έδινε η χιτλερική Γερμανία στους Έλληνες. Όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές οι άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των Ελλήνων -και όχι μόνο- εργατών στη Γερμανία και οι θάνατοί τους από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, το υπουργείο Εργασίας επιδόθηκε σε έναν αγώνα προπαγάνδας προς διαστρέβλωση της πραγματικότητας.

Η εκμετάλλευση του εξαθλιωμένου εργατικού δυναμικού της χώρας από τους Ναζί αλλά και από το ελληνικό υπουργείο Εργασίας ήταν ο λόγος που οδήγησε στην εκτέλεση του υπουργού Εργασίας Νικόλα Καλύβα από την ΟΠΛΑ στις 27 Ιανουαρίου 1944 στην πλατεία Κολωνακίου.

Στην αρχή της η ΕΣΠΟ αριθμούσε περίπου 2500 άτομα στην πλειοψηφία τους νεαροί πρώην μέλη της μεταξικής νεολαίας. Για να καταστείλουν το αντιστασιακό κίνημα στους χώρους εργασίας, μέλη της ΕΣΠΟ προσλαμβάνονταν ως εργάτες στις επιταγμένες από τους Ναζί μονάδες παραγωγής. Έργο τους ήταν η εξάρθρωση των αντιστασιακών δικτύων μέσα στα εργοστάσια. Ήταν οι άνθρωποι που σε συνεργασία με την εργοδοσία παρέδιδαν στη Γκεστάπο ονομαστικές καταστάσεις οργανωμένων κυρίως του εργατικού ΕΑΜ. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Χαλυβουργίας Σταυριανού στο Κερατσίνι όπου εργάτης μέλος της ΕΣΠΟ κατέδωσε 18 συναδέλφους του ως μέλη του εργατικού ΕΑΜ.

Στις 17 Ιουνίου 1948, στη μεγαλύτερη δίκη μελών της ΕΣΠΟ δικάστηκαν 31 άτομα. Από τους 8 που καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές παρόντες στη δίκη ήταν μόνο οι 3.

G.F.P. Η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ και η δράση των Ελλήνων πρακτόρων της
Την περίοδο της Κατοχής στο κτίριο στη συμβολή των οδών Πατησίων 32 και Καποδιστρίου ήταν η έδρα της Geheime Feldpolizei (G.F.P.) που ήταν η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ. Στο κτίριο αυτό οδηγήθηκαν, προς ανάκριση, πολλοί αντιστασιακοί που πιάστηκαν από τους Έλληνες πράκτορες της υπηρεσίας κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, απεργιών και άλλων αντιστασιακών ενεργειών.

Η υπηρεσία αυτή ασχολούταν με θέματα κατασκοπείας, αντικατασκοπείας, προπαγάνδας και καταπολέμησης της αντίστασης. Οι Γερμανοί και έλληνες πράκτορες της G.F.P. κυκλοφορούσαν με πολιτικά, συγκέντρωναν πληροφορίες για τη δράση διάφορων ατόμων και έκαναν αιφνιδιαστικές συλλήψεις. Ακολουθούσε ανάκριση στα γραφεία της και εγκλεισμός στις φυλακές Αβέρωφ.
Ένας από τους φανατικούς πράκτορες της G.F.P. ήταν ο χωροφύλακας ειδικής ασφάλειας Θ. Μπουρτζάλας. Ήταν ένας από τους λίγους έλληνες εθελοντές που πολέμησαν με τη στολή της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο ενάντια στον Κόκκινο Στρατό. Πολέμησε στο Στάλινγκραντ και κατάφερε όχι μόνο να επιζήσει αλλά και να επιστρέψει στην Αθήνα συνεχίζοντας τον αγώνα του κατά των Κομμουνιστών αυτή τη φορά ως πράκτορας της G.F.P. Αν και καταδικάστηκε σε τρεις φορές ισόβια αποφυλακίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50.

Πέρα όμως από την αντικατασκοπεία και τον εντοπισμό των αντιστασιακών η δράση όλων αυτών των οργανώσεων στόχευε στο να πλήξει το ηθικό των Ελλήνων. Εξίσου αν όχι πιο σημαντική με την εξάρθρωση μιας αντιστασιακής ομάδας ήταν η τρομοκράτηση των κατακτημένων. Οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους έδιναν μεγάλη δημοσιότητα στις φρικαλεότητες τους. Οι μαζικές εκτελέσεις στο σκοπευτήριο της Καισαριανής διαφημίζονταν στον ελεγχόμενο Τύπο και οι απαγχονισμένοι αντιστασιακοί σε διάφορα μέρη της Αθήνας παρέμεναν για ώρες κρεμασμένοι από δέντρα για να τους δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι πολίτες.
Στο έργο που βασίστηκε στη μελέτη κλινικών περιπτώσεων στα νοσοκομεία της κατοχικής Αθήνας, τέσσερις Έλληνες νευρολόγοι ψυχίατροι αναφέρουν ότι βασική επιδίωξη των κατακτητών ήταν να επιβάλουν ένα καθεστώς τρόμου, να δημιουργήσουν για τον πληθυσμό τέτοιες συνθήκες ώστε κάθε αίσθημα ασφάλειας να εξαφανιζόταν και τη θέση του να έπαιρνε ένας διαρκής αγχώδης φόβος που δεν θα επέτρεπε καμία άλλη σκέψη και κανένα άλλο συναίσθημα. Έτσι θα οδηγούνταν ο λαός σε μια πραγματική ψυχική οπισθοδρόμηση.

Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής
Η αιχμή του αντικομμουνιστικού μετώπου στην Αθήνα

Ο Ιωάννης Ράλλης ενθαρρύνει μικτό απόσπασμα από αξιωματικούς της Ειδικής Ασφάλειας, αστυφύλακες και ταγματασφαλίτες

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακης υπήρξε ο κύριος οργανωτής των ένοπλων επιχειρήσεων (κατοχικά μπλόκα, έρευνες σε σπίτια) ενάντια στα μέλη του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος. Στα κτίρια της οδού Ελπίδος 3 και 5 βρίσκονταν οι χώροι ανάκρισης και τα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας, τόποι μαρτυρίου για εκατοντάδες αντιστασιακούς. Στα κτίρια αυτά έχασαν τη ζωή τους από τα σκληρά βασανιστήρια τουλάχιστον 28 αντιστασιακοί.

Η Ειδική Ασφάλεια ιδρύθηκε το 1929 από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου με κύριο έργο την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος απέναντι στον κίνδυνο του κομμουνισμού. Από την αρχή η δράση της έλαβε χαρακτήρα παρακρατικής οργάνωσης στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού. Τον Ιούνιο του 1933 ο διοικητής της ταγματάρχης Α. Δικαίος οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον ιδρυτή της Ελευθέριο Βενιζέλο.
Την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά κάτω από την πολιτική δ/νση του περιβόητου Κων/νου Μανιαδάκη οι άνδρες της εφάρμοσαν εξαιρετικά σκληρές και παράλληλα πρωτότυπες πρακτικές δίωξης κατά των κομμουνιστών. Την τεχνογνωσία αυτή εκμεταλλεύτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο υπουργός Εσωτερικών Αναστάσιος Ταβουλάρης και ο πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης για να μετατρέψουν την Ειδική Ασφάλεια από κρατική υπηρεσία σε ένοπλη αντικομουνιστική ομάδα κρούσης.

Το 1943 επανέφεραν στην υπηρεσία τον απόστρατο ταγματάρχη Α. Λάμπρου τον οποίον διόρισαν διοικητή της Ειδικής Ασφάλειας. Ο Λάμπρου προσλαμβάνοντας ως χωροφύλακες άνευ θητείας φανατικούς αντικομουνιστές, πράκτορες των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας αλλά και άτομα του υποκόσμου συγκρότησε ομάδες κρούσης σε όλη την Αθήνα.
Συνολικά σε μπλόκα, ενέδρες, βασανιστήρια, εκτελέσεις σε σπίτια και χώρους εργασίας οι άνδρες της ειδικής σκότωσαν οι ίδιοι ή παρέδωσαν στους Ναζί προς εκτέλεση περισσότερα από 300 άτομα.

Η πιο πολύτιμη συνεισφορά της ειδικής στον κοινό αγώνα με τους Ναζί ενάντια στον κομμουνισμό ήταν αυτή της οργάνωσης των κατοχικών μπλόκων. Τα μπλόκα σχεδιάζονταν από άνδρες της ειδικής ασφάλειας και υλοποιούνταν από τα τάγματα ασφαλείας με την εποπτεία ολιγάριθμων Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών. Η διαδικασία ήταν η εξής. Πρώτα δυνάμεις των δυνάμεων ασφαλείας αναπτύσσονταν στη συνοικία κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η απαγόρευση κυκλοφορίας τους επέτρεπε να κινηθούν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους κατοίκους. Μόλις ξημέρωνε καλούσαν με τηλεβόες τους άνδρες ηλικίας 15 έως 65 ετών να συγκεντρωθούν σε κάποιο κεντρικό σημείο προς έλεγχο ταυτοτήτων. Στη συνέχεια κατέφθαναν Γερμανοί και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας συνοδεύοντας τους περίφημους κουκουλοφόρους, άτομα δηλαδή που έχοντας καλυμμένο το πρόσωπό τους κατέδιδαν μέλη των ΕΑΜικών οργανώσεων. Αρχικά ο Γερμανός αξιωματικός καλούσε ονόματα μελών του ΕΑΜ βάση ονομαστικής κατάστασης που του είχαν παραδώσει άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας. Αυτές τις πληροφορίες είχαν συλλέξει οι άνδρες της Eιδικής ανακρίνοντας και βασανίζοντας διάφορους αντιστασιακούς. Όσοι εντοπίζονταν οδηγούνταν σε ξεχωριστή ομάδα και στη συνέχεια εκτελούνταν από γερμανικό απόσπασμα αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και από άνδρες των ταγμάτων ασφάλειας. Στη συνέχεια κουκουλοφόροι αναλάμβαναν να εντοπίσουν όσους δεν εμφανίστηκαν οικειοθελώς κατά τη ανάγνωση των ονομάτων αλλά και άλλους που δεν υπήρχαν στην ονομαστική κατάσταση και ήταν μέλη του ΕΑΜ.

Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Τζώρτζη Μαράτου όταν κατά τη διάρκεια μπλόκου στου Ζωγράφου οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στο υπαίθριο κέντρο Γαρδένια στην κεντρική λεωφόρο:
«Οι τσολιάδες μας έβαλαν στη σειρά και δεν έλεγαν κουβέντα. Κατά τις 11 φάνηκε ένα γερμανικό αυτοκίνητο με Γερμανούς και έλληνες αξιωματικούς και κάποιον που φορούσε στο κεφάλι μια μαύρη κουκούλα. Και άρχισε η επιθεώρηση. Μπροστά πήγαινε αυτός με την κουκούλα για να μην αναγνωρίζεται και με δύο τρύπες στα μάτια για να βλέπει. Νεκρική σιγή. Κάποια στιγμή σηκώνει το δάχτυλο και δείχνει τον Νίκο του κουρέα. Όλοι ξέρουμε ότι ήταν ΕΑΜίτης. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Αμέσως τον πιάνουν δύο και τον πάνε στην άκρη. Πιο πέρα δείχνει τον κύριο Ιωάννου τον δικηγόρο. Έπειτα τον κύριο Αγησίλαο τον δάσκαλο του δημοτικού. Έρχεται κοντά μας και μου φαίνεται ότι αναγνωρίζω τον παραγιό που δούλευε στον φούρνο του Πανταζόπουλου. Σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι μπορεί να του είχα πει καμιά άσχημη κουβέντα όταν μου ζύγιζε το ψωμί…»

Σε Καλογρέζα, Καισαριανή, Βύρωνα, Νέο Κόσμο, Δάφνη, Καλλιθέα, Περιστέρι, Κοκκινιά και Ταμπούρια (αυτά ήταν τα μεγάλα μπλόκα αλλά έγιναν και χιλιάδες μικρότερα) εκτελέστηκαν περίπου 500 άτομα επί τόπου ενώ άλλα 11.000 οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι και από εκεί προς εργασία στη Γερμανία ή στις φυλακές Αβέρωφ και Χατζηκώστα.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μεταπολεμικές δίκες ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν με διαφορά οι περισσότερες από κάθε άλλη δωσιλογική οργάνωση. Αν και δικάστηκαν περισσότερα από 60 μέλη της και κάποια από αυτά καταδικάστηκαν σε θάνατο ή ισόβια κανένα δεν εκτελέστηκε και τα περισσότερα είχαν αποφυλακιστεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο ίδιος ο διοικητής της Α. Λάμπρου. Αν και δικάστηκε 13 φορές, στις 10 δίκες αθωώθηκε. Καταδικάστηκε συνολικά 7 φορές σε θάνατο αλλά αποφυλακίστηκε με απανωτές χάρες του βασιλιά το Φεβρουάριο του 1952.

Πηγή: ethniki-antistasi-dse.gr

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το