Τον Αύγουστο του 1956, στην πόλη Marcinelle του Βελγίου, σημειώθηκε μια πρωτοφανής τραγωδία, που στοίχισε τη ζωή σε 262 εργάτες ανθρακωρύχους, από τους οποίους οι 6  ήταν Έλληνες.

Η πόλη του Marcinelle βρίσκεται στα όρια της πόλης του Charleroi και εκεί ανάμεσα στα άλλα ανθρακωρυχεία της περιοχής, λειτουργούσε κι ένα από τα πιο παλιά του Βελγίου. Το ανθρακωρυχείο “Bois de Cazier”, που ιδρύθηκε στις αρχές του 1800. Τη χρονιά πριν την τραγωδία, το ανθρακωρυχείο αυτό, είχε καταγράψει παραγωγή 170 χιλιάδων τόνων άνθρακα και ήταν μια από τις μεγαλύτερες για την εποχή.

Στα ανθρακωρυχεία αυτής της περιοχής (όπου βρίσκονταν το απέραντο κοίτασμα Borinage) και της περιοχής της Λιέγης (όπου βρίσκονταν και το τεράστιο κοίτασμα του Λιμβούργου) κατευθύνθηκαν όλοι οι Έλληνες μετανάστες, που ήλθαν στο Βέλγιο για να εργαστούν ως ανθρακωρύχοι, από τις αρχές του 1950 και μετά. Μια δουλειά απάνθρωπα σκληρή, πνιγμένη στην καρβουνόσκονη, ανάμεσα σε τρυπάνια και φτυάρια, σε ράγες και βαγονέτα, μέσα σε γαλαρίες και σε στοές που έφθαναν μέχρι τα 500 μ. και κάποιες φορές μέχρι και τα 1200 μ. κάτω από τη γη.

Άνθρωποι που επέλεξαν τα τάρταρα της ξενιτιάς, από την αβάσταχτη φτώχεια της πατρίδας τους, με μια λάμπα για ήλιο και ο ένας δίπλα από τον άλλο, τη μια στο δρόμο για τη φλέβα και την άλλη στο δρόμο για την επιφάνεια. Έλληνες με Έλληνες, αλλά και μαζί με Ιταλούς, με Πολωνούς και άλλους με γλώσσα διαφορετική αλλά με ίδια μοίρα.

Από τις 07,45 το πρωί της 8ης Αυγούστου 1956, στις στοές του ανθρακωρυχείο “Bois de Cazier” είχαν κατέβει για εργασία 274 άνδρες. Ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη η εξόρυξη (μέχρι και σε βάθος 1035 μ.) περίπου μισή ώρα μετά το ξεκίνημα της βάρδιας (08,15 π.μ.), ένα από τα βαγόνια που ανέβαζαν τα κομμάτια του άνθρακα, παρέκλινε και χτύπησε στα ηλεκτροφόρα καλώδια, υψηλής τάσης, του μηχανισμού ανέλκυσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κοπούν τα καλώδια και να προκληθεί σοβαρή μηχανική βλάβη-εμπλοκή, που διέκοψε τη λειτουργία του ανελκυστήρα και έτσι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για διαφυγή.

Από τη σύγκρουση του βαγονιού με τα ηλεκτροφόρα καλώδια, προκλήθηκε πυρκαγιά και η φωτιά προξένησε βλάβες σε εγκαταστάσεις ρεύματος και επικοινωνίας. Ταυτόχρονα πήρε φωτιά και η εγκατάσταση των αγωγών λίπανσης των μηχανισμών, με αποτέλεσμα οι καπνοί από το καμένο λάδι και οι υπόλοιποι καπνοί της πυρκαγιάς, να προκαλέσουν αέρια ασφυξίας στη στοά.

Στις 08,25 το πρωί, σήμανε συναγερμός και κλήθηκαν τα σωστικά συνεργεία. Στην επιχείρηση κατάσβεσης και διάσωσης που ακολούθησε, έσπευσαν αμέσως πολλοί ιταλικής καταγωγής διασώστες, για λόγους επικοινωνίας με τους εγκλωβισμένους, διότι ήταν γνωστό ότι στη στοά που είχε αποκοπεί, εργάζονταν κυρίως Ιταλοί εργάτες-μετανάστες.

Οι περισσότεροι νεκροί ή επιζώντες, ανασύρθηκαν μέσα από το ανθρακωρυχείο, στις δύο επόμενες ημέρες. Οι έρευνες για τους αγνοούμενους, κράτησαν μέχρι τις 23 Αυγούστου 1956. Την ημέρα αυτή εντοπίστηκε ένας υπόγειος θάλαμος, όπου τα συνεργεία διάσωσης διέκριναν ότι μπορεί να υπήρχαν οι τελευταίοι επιζώντες. Είχαν φανεί σιλουέτες ανθρώπων και όλοι είχαν την ελπίδα ότι μπορεί να ήταν απλώς λιπόθυμοι.

Οι ελπίδες όλες τελείωσαν στις 3 τα ξημερώματα της ημέρας αυτής, όταν ένας από τους Ιταλούς διασώστες που κατόρθωσε να φθάσει μέχρι τον υπόγειο θάλαμο, βγήκε έξω και ανακοίνωσε στη μητρική του γλώσσα: “Tutti cadaveri” (“παντού πτώματα”).

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Με τον εντοπισμό κι αυτών των σορών, είχε συμπληρωθεί πλήρως ο κατάλογος των ανθρώπων που είχαν εγκλωβιστεί. Συνολικά 262 ανθρακωρύχοι ανασύρθηκαν νεκροί από το ανθρακωρυχείο. Οι 136 ήταν Ιταλοί, 95 ήταν Βέλγοι8 Πολωνοί6 Έλληνες5 Γερμανοί, 5 Γάλλοι, 3 Ούγγροι, 1 Βρετανός, 1 Ολλανδός, 1 Ρώσος και 1 Ουκρανός. Μόνο 12 επέζησαν.

Οι βελγικές αρχές διέταξαν έρευνα για τις συνθήκες της τραγωδίας, όπως και η ομοσπονδία των ανθρακωρυχείων του Βελγίου. Οι φήμες για εκρήξεις αερίων, που προκάλεσαν την καταστροφή, αποδείχθηκαν αβάσιμες. Αβάσιμη αποδείχθηκε και η εκδοχή ότι ο εγκλωβισμός των ανθρακωρύχων, προήλθε εξ αιτίας “πανικού” που προκλήθηκε μεταξύ τους, λόγω αδυναμίας να συνεννοηθούν σε μια κοινή γλώσσα. Σύμφωνα με το πόρισμα, οι ανθρακωρύχοι πέθαναν από ασφυξία και λόγω της μηχανικής βλάβης του ανελκυστήρα, που δεν τους επέτρεψε να τον χρησιμοποιήσουν.

Η τραγωδία του Marcinelle, εκτός από τον αβάσταχτο θρήνο (στο Βέλγιο και σε όλες τις κοινωνίες των χαμένων ανθρακωρύχων) και το εθνικό πένθος της Ιταλίας, προκάλεσε και πολλά ερωτηματικά, για τις τηρούμενες συνθήκες και μηχανισμούς ασφάλειας, στα βελγικά ανθρακωρυχεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια από τις πρώτες αποφάσεις που πάρθηκαν ως αντίδραση, ήταν να προβλεφθεί η παροχή αντιασφυξιογόνων μασκών, σε όλους στους ανθρακωρύχους. Μέχρι τότε, χρησιμοποιούσαν μόνο μαντήλια…

Το γεγονός έκανε πιο σκεπτικούς τους Ευρωπαίους, που μέχρι τότε έσπευδαν να μεταναστεύσουν στο Βέλγιο κατά χιλιάδες, για να εργαστούν στα ανθρακωρυχεία, με τη σκέψη κυρίως στα χρήματα που θα έπαιρναν και χωρίς να υπολογίζουν τους κινδύνους. Αυτή η αλλαγή στάσης, είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι Ευρωπαίοι ανθρακωρύχοι και να αναζητηθούν εργάτες από εκτός Ευρώπης χώρες. Εξέλιξη που είχε ως αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση της μετανάστευσης στο Βέλγιο, από κράτη όπως η Τουρκία, το Μαρόκο και χώρες της Αφρικής.

Στο μέτωπο της Δικαιοσύνης, το τελικό δικαστήριο απάλλαξε όλους τους κατηγορούμενους,  επιβάλλοντας ποινή μόνο στον διευθυντή του ανθρακωρυχείου, 6μηνης φυλάκισης με αναστολή και πρόστιμο 2000 βελγικών φράγκων (περίπου 300 ευρώ). Επιδικάστηκαν  επίσης διάφορες αποζημιώσεις, υπέρ των συγγενών των θυμάτων, που καλύφθηκαν από ασφαλιστικές εταιρείες.

Με την πτώση της ζήτησης του άνθρακα στα επόμενα χρόνια, τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου μειώθηκαν στο ελάχιστο. Η εταιρεία εκμετάλλευσης του ανθρακωρυχείου “Bois de Cazier” τέθηκε υπό εκκαθάριση το 1961 και έκλεισε οριστικά το 1967. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο και στο χώρο έχουν τοποθετηθεί μνημεία για τους χαμένους ανθρακωρύχους.

Το Marcinelle έγινε ταινία, βιβλίο και comic.

Ήταν η μεγαλύτερη τραγωδία σε ορυχείο, μετά από εκείνη του 1906 στο Courrieres της Γαλλίας, όπου έχασαν τη ζωή τους 1099 εργάτες. Το πλέον πολύνεκρο στο Βέλγιο, πριν το Marcinelle, ήταν αυτό που έγινε στις 4 Μάιου 1887, σε ανθρακωρυχείο στο La Boule (ίδια περιοχή με το Marcinelle) όπου σκοτώθηκαν 120 εργάτες, από έκρηξη μεθανίου. Και το πιο πρόσφατο έγινε το 1966 στο ανθρακωρυχείο του Zwartberg (περιοχή Λιμβούργου), όπου σκοτώθηκαν δύο ανθρακωρύχοι.

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Η τραγωδία του Marcinelle, είναι η πιο ζοφερή και πένθιμη σελίδα της Ελληνικής Μετανάστευσης. Είναι επίσης το πλέον αιματηρό εργατικό δυστύχημα, με θύματα 6 Έλληνες εργάτες ανθρακωρυχείων. Είναι μια ανείπωτα τραγική στιγμή, που σκιαγραφεί πραγματικά, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάστηκαν, οι πρώτοι Έλληνες του Βελγίου, στις στοές και στις γαλαρίες των περιοχών του Μονς και του Σαρλερουά, της Μαρσινέλας, της Λιέγης, του Βερβιέ, του Λιμβούργου…Διότι, Ομογένεια στο Βέλγιο, δεν είναι μόνο οι Βρυξέλλες…

Κλείνω το σημείωμα, με το εξής:

Το newsville.be, με στοιχεία από έγγραφα της δικογραφίας (που βρήκαμε μέσω ιταλικού αρχείου για την τραγωδία), δημοσιεύει για πρώτη φορά σε ελληνικό μέσο ενημέρωσης, τα ονόματα των 6 Ελλήνων ανθρακωρύχων που έχασαν τη ζωή τους, τον Αύγουστο του 1956, στο Marcinelle, όπως ακριβώς καταγράφηκαν από τους αρμόδιους της εποχής:

– Demitrio Cambylis

– Lyberis Fanfapoulos ( ή Fantopoulos)

– Nicolas Katsikis

– Panayote Tsiazis (Παναγιώτης Τσιαζής)

– Constantin Hartzigeorgieou

– Emmanuel Hartzigeorgion (Hartzigeorgiou)

πηγή: kokinokamini

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το