Την ώρα που οι εργαζόμενοι μαστίζονται από οξυμένα προβλήματα της καθημερινότητας, λόγω της ακρίβειας, των χαμηλών μισθών αλλά και όσων συνολικά έχει επιβάλει η κυβερνητική πολιτική, τα συνδικάτα τους και ιδιαίτερα οι ανώτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις μοιάζουν να έχουν κηρύξει «σιγή» κινητοποιήσεων για τα εργατικά αιτήματα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η παν-εκπαιδευτική κινητοποίηση στις 21 Οκτώβρη, όπου, παρά το κλίμα τρομοκρατίας που καλλιέργησε η κυβέρνηση, την αστυνομοκρατία, τις μαζικές προσαγωγές ατόμων, σημαντικές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες πόλεις της χώρας, οι οποίες έδειξαν την αγωνιστική διάθεση του κόσμου.

Αγωνιστική διάθεση που, ωστόσο, δεν μπορεί να εκδηλωθεί σε όλη την έκτασή της και με συνέχεια εξαιτίας της στάσης των δυνάμεων που ηγούνται στο συνδικαλιστικό κίνημα. Οι δυνάμεις αυτές είναι υπεύθυνες για την αναντιστοιχία των εργατικών κινητοποιήσεων με το μέγεθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη εξαιτίας της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτές είναι υπαίτιες για τη «σιγή» των εργατικών κινητοποιήσεων, η οποία δεν είναι «περίεργη» αλλά απολύτως ερμηνεύσιμη, ως αποτέλεσμα των συνδικαλιστικών γραμμών τους και των τακτικών τους, που εφαρμόζουν συστηματικά και μεθοδευμένα και έχουν πετύχει τον εγκλωβισμό των εργαζομένων στην αδράνεια.

Η ΓΣΕΕ κάτω από την ηγεσία των ΠΑΣΟΚοκεντρώων (ΠΑΣΚΕ) και Νεοδημοκρατικών (ΔΑΚΕ) δυνάμεών της, σε πλήρη σύγκλιση με την κυβερνητική πολιτική και όσα εκπορεύονται από την ΕΕ, έχουν ξεπεράσει κάθε όριο αδιαφορίας για τα εργατικά προβλήματα. Τελευταίο παράδειγμά της η απόφασή της για κήρυξη μιας «πανεθνικής καμπάνιας» που επιδιώκει τη συγκρότηση μιας «κοινωνικής συμμαχίας» με δράσεις που θα γίνονται μέσω …«συμμετοχής σε διαδραστική πλατφόρμα» και «η διάρκειά τους δεν έχει κανένα χρονικό περιορισμό ούτε οι μορφές των δράσεων που κυρίως χρησιμοποιούν τα συνδικάτα».

Η «καμπάνια για κοινωνική συμμαχία» εκτός του ότι παραπέμπει και σε ταξική συνεργασία εργαζομένων-εργοδοτών δεν περιέχει κανένα συγκεκριμένο πρόγραμμα κινητοποιήσεων με καθορισμένα αιτήματα και σε προσδιορισμένο χρόνο. Είναι ένας ορισμός του εργατικού εμπαιγμού στον οποίο η ηγεσία της ΓΣΕΕ επιδίδεται επί χρόνια και με τον οποίο καλύπτει την πολιτική «κοινωνικής ειρήνης » που διακονεί.

Και όλα αυτά, μάλιστα, τη στιγμή που έχει κατατεθεί το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2027 και η ψήφισή του θα σημάνει την εφαρμογή ακόμη πιο σκληρής αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης. Η ηγεσία της ΓΣΕΕ δεν βρίσκει λόγο ούτε σε αυτό το άμεσο ζήτημα για να προκηρύξει συγκεκριμένες εργατικές κινητοποιήσεις. Δεν βρίσκει, ακόμα, λόγο ούτε για να σταθεί στο πλευρό των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων που έχουν ξεσπάσει ενάντια στις πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ούτε πολύ περισσότερο για να οργανώσει ανάλογες κινητοποιήσεις στην Ελλάδα παρά την ταύτιση προβλημάτων και αιτημάτων. Αντίθετα, έφτασε ως το σημείο να εκφραστεί ενάντια σε αυτές τις κινητοποιήσεις με δήλωση του προέδρου της ΓΣΕΕ ότι «η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού αποτελεί μεγάλη απειλή για τη χώρα σε μια περίοδο αμφισβήτησης των θεσμών και του δημοκρατικού πολιτεύματος». Με τέτοιες δηλώσεις ο πριν λίγους μήνες ελεγχόμενος Παναγόπουλος εδραιώνει τη θέση του ως σταθερό δεκανίκι της κυβερνητικής πολιτικής και επιβεβαιώνει τη χρησιμότητά του ως στήριγμα της αντιλαϊκής πολιτικής.

Από την άλλη, το ΠΑΜΕ, πέρα από τη γνωστή τακτική του των χωριστών κινητοποιήσεων και του να καταγγέλλει σε υψηλούς τόνους τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις που δεν θέλουν να οργανώσουν αγώνες και κινητοποιήσεις, οι δικές του δυνάμεις, αν και ηγούνται σε τόσα σωματεία, Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα, όπως αυτάρεσκα συνεχώς τονίζει, ενώ θα όφειλαν να εστιάσουν στην οργάνωση αγώνων, με συγκεκριμένο προγραμματισμό, επικεντρώνοντας σε κύρια και κοινά αιτήματα, σε αγώνες με συνέχεια και κλιμάκωση, ανακοινώνουν διάσπαρτες κινητοποιήσεις, σε χρονική απόσταση μεταξύ τους, με μια μακρά λίστα αιτημάτων σε καθεμία από αυτές, που κάθε άλλο συντελούν στη συσπείρωση και στη διεξαγωγή συνεχούς οργανωμένου αγώνα των εργαζόμενων γύρω από καθορισμένους στόχους που τους κινητοποιούν. Περισσότερο έχουν χαρακτήρα αραιών εργατικών διαμαρτυριών παρά διεκδικητικών μαχών.

Το ΠΑΜΕ κομπάζει τώρα για την πανεκπαιδευτική κινητοποίηση στις 21 Οκτώβρη – αποσιωπώντας ωστόσο, πως άλλη ημερομηνία πάλευε μέσα από μεθοδεύσεις να επιβάλει, ενώ επόμενος σταθμός για το ΠΑΜΕ είναι η 25η Νοεμβρίου για την οποία έχει προτείνει από καιρό πανεργατική απεργία. Η απεργία στις 25 Νοεμβρίου, επί της ουσίας, δεν εντάσσεται σε κάποιο πρόγραμμα πανεργατικών κινητοποιήσεων, ούτε κανείς γνωρίζει αν θα υπάρχει επόμενο βήμα της και με ποιο στόχο.

Είναι μια ακόμη αποκομμένη απεργία, με μια πληθώρα αιτημάτων, (ανάμεσα στα οποία, ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν συμπεριλαμβάνεται το επίκαιρο αίτημα κατά του νέου αντιλαϊκού κρατικού προϋπολογισμού), που δεν δίνει κάποια παραπέρα συγκεκριμένη αγωνιστική προοπτική και στοχοθεσία. Είναι μια ακόμα απεργιακή κινητοποίηση γενικής εργατικής διαμαρτυρίας και όχι τμήμα ενός πανεργατικού αγώνα με ορατή συνέχεια και κλιμάκωση και με στόχο να επιτευχθεί η ικανοποίηση κάποιου ή κάποιων συγκεκριμένων αιτημάτων.
Αυτές οι δύο τακτικές, από τη μια της ηγεσίας της ΓΣΕΕ με την ένοχη σιωπή της που έχει καταδικάσει σε παραλυσία τους εργαζόμενους, και από την άλλη του ΠΑΜΕ που διασπά κινητοποιήσεις και ανακοινώνει απεργίες όπως εκείνο θέλει, χωρίς εστιασμένο στόχο, πρόγραμμα, συνέχεια και κλιμάκωση, μόνο για να λέει ότι κάνει αγώνες, είναι εξίσου επιζήμιες τακτικές, που υπονομεύουν τη δυνατότητα των εργαζομένων να παλέψουν μέσα από πραγματικούς, μαζικούς αγώνες τις διεκδικήσεις τους.

Πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το