γράφει η Νίνα Γεωργιάδου

Μια φορά κι ένα καιρό, πριν από εκατομμύρια χρόνια, η μάνα των ανθρώπων, η Αφρική, ήταν ενωμένη με την Ασία.

Μια σειρά από τεκτονικούς σεισμούς, αποκόλλησε ένα στενό κομμάτι γης, το καταβύθισε στα άπατα της θάλασσας κι έφτιαξε τις δυο ηπείρους, χωρισμένες πια, από ένα στενό θαλασσινό μονοπάτι, στο οποίο μπούκαρε ο Ινδικός Ωκεανός κι έφτιαξε μια νέα θάλασσα.

Πέρασαν τα χρόνια τα πολλά και οι άνθρωποι βάφτισαν τη νέα θάλασσα, Ερυθρά, καθώς εκείνη την εποχή, όπως λέει ο παππούς Ηρόδοτος, ο Νότος χρωματιζόταν με το άλικο του αίματος και ο Βορράς, με μαύρο, εξού και η Μαύρη Θάλασσα.

Μπορεί πάλι, ο νονός της καινούργιας θάλασσας,να τη βάφτισε έτσι γιατί εκεί φύτρωναν κάτι μικροσκοπικά φύκια, που όταν πέθαιναν, έπαιρναν το χρώμα του αίματος, έπλεαν σε όλο σχεδόν το μήκος της νέας θάλασσας και την έβαφαν κόκκινη.

Ήρθε και η εποχή, κάπου τον 6ο μ.Χ. αιώνα, που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν στα ντουζένια της, κι ήθελε να γίνει κοσμοκράτειρα και να μονοπωλεί το εμπόριο του λιβανιού, της σμύρνας, των μπαχαρικών, του μεταξιού και του καφέ.

Έστειλε λοιπόν καράβια στους Αξουμίτες, τους σημερινούς Αιθίοπες, για να περάσουν το στενό πέρασμα της Ερυθράς θάλασσας, με το πρόσχημα να προστατέψουν τάχα τους χριστιανούς της Αραβικής Χερσονήσου.

Πάντα ένα αφήγημα, από τότε μέχρι σήμερα, έντυνε τον επεκτατισμό, με θρησκευτικούς, «εκπολιτιστικούς», και λοιπούς μανδύες.

Το στενό όμως θαλασσινό μονοπάτι, από τη μια ήπειρο στην άλλη, ήταν και παραμένει ζόρικο γιατί το δέρνουν συγκρουόμενοι άνεμοι και πολλές παγίδες υφάλων.

Πολλά καράβια των Αξουμιτών βούλιαξαν, εκατοντάδες πνίγηκαν και μπλέχτηκαν στα κόκκινα φύκια και το στενό πέρασμα που κάποτε το βάδιζαν οι Βεδουϊνοι με τα πόδια, έγινε ομαδικός υγρός τάφος και βαφτίστηκε, «Πύλη των Δακρύων», για να θυμίζει το μεγάλο θρήνο, με τον οποίο οι Αξουμίτισσες, αποχαιρέτησαν, για πάντα, τους πνιγμένους άντρες τους.

Όταν η δίψα της βιομηχανικής επανάστασης, για πετρέλαιο και όλο το εξ Ανατολής εμπόριο, έγινε ακόρεστη, άνοιξε και η Διώρυγα του Σουέζ, δια χειρός του μεσιέ Ferdinand de Lesseps που ήταν κολλητάρι των Οθωμανών.

Όμως η Πύλη των Δακρύων επικύρωσε κι αυτή τη εποχή το όνομά της, καθώς οι άγριοι άνεμοι και οι κακοτράχαλοι ύφαλοι συνέχιζαν – αντί για γαλέρες – να καταπίνουν ατμόπλοια.

Έτσι κάπως φτάσαμε στο σήμερα.

Οι Υεμενίτες, απόγονοι του Βασιλείου Σαβά, με τον πολυχιλιετή πολιτισμό που. με το Μεγάλο Φράγμα της Μαρίμπ, κάτάφεραν από τον 8ο π. Χ, αιώνα, να καρπίσουν την άνυδρη έρημο, είδαν χιλιάδες παιδιά τους να πεθαίνουν απ’ την πείνα, τη γη τους να κλέβεται και τις ζωές τους να δημεύονται από το συνασπισμό της γριάς αποικιοκράτισσας Δύσης με τους πλούσιους εμίρηδες.

Οι μαχητές με τα σανδάλια είπαν δεν πάει άλλο, σφράγισαν με μεγάλο λουκέτο την Πύλη των Δακρύων κι έγραψαν, με το αίμα της καρδιάς τους, ένα μεγαλόπρεπο

NO PASSARAN!

από δημοσίευση στο fb

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το