γράφει η Νίνα Γεωργιάδου
Μαζευτήκαμε (προ)χτες, Σάββατο 5 του Σεπτέμβρη, στην άκρη της θάλασσας,
μετά από το κάλεσμα του Παλαιστίνιου συγγραφέα, Mohammad Abu Al Taj, για να συμμετέχουμε νοερά στη Μεγάλη Κηδεία των εκατοντάδων πια χιλιάδων ανθρώπων της κατασπαραγμένης Γάζας, που ανασύρονται από τα ερείπια, άλλοι κιόλας σκελετοί, μετά από 3 χρόνια Γενοκτονικού μένους των σιωναζί, άλλοι σε αποσύνθεση και κάποιοι ακόμη με ζεστά σώματά, από πρόσφατο μαζικό φονικό.
Στους ομαδικούς τάφους που θα θαφτούν – γιατί ο ερειπιώνας της Γάζας δεν έχει χώρο για αξιοπρεπή ταφή σε ατομικούς τάφους – θα θαφτεί μαζί και η Ιστορία ενός ολόκληρου κόσμου, που δε διδάχτηκε τίποτα από τη φονική μανία της αποικιοκράτισσας Δύσης και την πολύνεκρη επέλαση του ναζισμού, με τα 80 εκατομμύρια νεκρούς.
Μαζί θα θαφτεί και η αξιοπρέπεια και η ανθρώπινη ουσία όσων σιωπούν, ενώ είναι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της μεγάλης σφαγής, σε δημόσια θέα, και με τη συνένοχη σιωπή τους χαντακώνουν το μέλλον όλης της ανθρωπότητας.
Γιατί το λέγαμε και στις 9 Αυγούστου, πως η Γενοκτονία στην Παλαιστίνη δεν είναι ένας ακόμη πόλεμος. Είναι η επιτομή της φρίκης, η άγρια επέλαση του νέου ναζισμού που, αν δεν του αντιπαρατεθούμε με δυναμική αντίσταση, προδιαγράφει το μέλλον όλου του κόσμου.
Μαζευτήκαμε στα Κασόνια, όχι μόνο γιατί η θάλασσα ενώνει αυτή την ακτή με την ακτή της Γάζας, αλλά γιατί σηματοδοτεί τη δραματική ιστορία του μικρού μας νησιού και την σπαρακτική πορεία των κυνηγημένων απ’ τον πόλεμο.
Στην παραλία Κασόνια, οι ορφανές οικογένειες των σφουγγαράδων, όσων δεν γύρισαν ποτέ από τη θάλασσα της Μπαρμπαριάς, άφηναν να πλέουν ξυλάρμενα άδεια φέρετρα – κασόνια – σε μια νοερή κηδεία των χαμένων στα ορυχεία της θάλασσας.
Από αυτή την παραλία και από τα κακοτράχαλα βράχια του Ιορδάνη, όπως λεγόταν η δεξιά της πλευρά, ξεκίνησαν οι βάρκες, με τους 3.500 Καλύμνιους, το Σεπτέμβρη του ’43, με προορισμό ένα ασφαλές καταφύγιο στη Γάζα της Παλαιστίνης ή το Χαλέπι της Συρίας.
Ξεχάσαμε. Ξεμείναμε από ιστορικό φιλότιμο.
Και σ’ αυτή πάλι την παραλία και στο κουφάρι που στέκεται δίπλα της, τα Σφαγεία, όταν η προσφυγιά γύρισε αντίστροφα, ξεπλύναμε το ξεραμένο αίμα από τα σφάγια και δεχτήκαμε 13000 κυνηγημένους, από τον πόλεμο και την πείνα και δεκάδες μαύρες σακούλες με ανθρώπους που έτρεχαν να γλυτώσουν απ’ το θανατικό και τους κατάπιε η θάλασσα και η παλιανθρωπιά.
Ξεμείναμε και από λόγια. Όλα έχουν ειπωθεί και όλα έχουν ειδωθεί.
Χρωστάμε είναι η μόνη λέξη που δεν ειπώθηκε, όπως έπρεπε να ειπωθεί και δε νοήθηκε στο ουσιαστικό της νόημα.
Δεν χρωστάμε στις τράπεζες και στα αρπακτικά.
Χρωστάμε ιστορική ανταπόδοση στη Γάζα, που έγινε φιλόξενο και ασφαλές καταφύγιο των παππούδων και των γονιών μας.
Χρωστάμε στην ανθρωπιά την ουσία της και στα παιδιά μας, έναν καλύτερο κόσμο.
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ
από το fb
e-prologos.gr

