γράφει ο Ορέστης Αλεξίου
Στη μνήμη του Ευτύχη Μπιτσάκη (1927-2025), ίσως του σπουδαιότερου Έλληνα στοχαστή της σύγχρονης εποχής
Τα τελευταία χρόνια, η ραγδαία οικονομική άνοδος των χωρών της Ασίας -κατά κύριο λόγο της Κίνας και της Ινδίας- έχει «ταράξει τα νερά» όχι μόνο της παγκόσμιας «γεωπολιτικής σκακιέρας», αλλά και της ιστορικής έρευνας. Το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του κόσμου τα τελευταία χρόνια έχει μετακινηθεί προς ανατολάς, στην Ασία του Ειρηνικού, μια εξέλιξη που είχε διαβλέψει ήδη από τα τέλη του 1980 ο ιστορικός Πολ Κένεντι, γνωστός για το κλασικό έργο του Η Άνοδος και Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων1. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου παράγεται στην Ανατολή και συγκεκριμένα στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού (46% του παγκόσμιου ΑΕΠ, 2025, βλ. Πίνακα 1), με την Κίνα να «οδηγεί την κούρσα» και την Ινδία να ακολουθεί (οι δυο τους αθροίζουν το 28% του παγκόσμιου ΑΕΠ)2.

Αντίστοιχα, οι χώρες της Ασίας κυριαρχούν στις εμπορικές ροές αγαθών (πάνω από το 80% του παγκόσμιου εμπορίου διεξάγεται μέσω θαλάσσης)3, καθιστώντας την Ασία τον πραγματικό κόμβο του παγκόσμιου εμπορίου, με την Κίνα να πρωταγωνιστεί και σε αυτόν τον τομέα (μεγαλύτερη εξαγωγός χώρα παγκοσμίως)4. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την οικονομική και πολιτική συρρίκνωση του λεγόμενου «Δυτικού Κόσμου» (βλ. Διάγραμμα 2 και Πίνακα 1) έχει εγείρει διάφορα ερωτήματα όσον αφορά στην εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος και πιο συγκεκριμένα στην αναδιάταξη των συσχετισμών ισχύος μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αξιοποιώντας εργαλεία, όπως το Maddison Project (βλ. παρακάτω) και τον κλάδο «World History» ή «Global History», έχει γίνει μια προσπάθεια να εξεταστεί η ανθρώπινη ιστορία ως ένα παγκόσμιο σύστημα αλληλεπίδρασης από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, φωτίζοντας την ιστορία, τη δυναμική και την καθοριστική συμβολή κρατικών σχηματισμών άλλων ηπείρων εκτός της Ευρώπης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ασία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, διευρύνθηκε το οπτικό πεδίο της ιστορικής αφήγησης και ανάλυσης σε σχέση με το ευρωκεντρικό ή «δυτικοκεντρικό» πλαίσιο που γεννήθηκε και κυριάρχησε ακριβώς την περίοδο που η «Δύση» κυριάρχησε σε παγκόσμια κλίμακα, με προεξάρχουσα δύναμη τον 19ο αιώνα την Βρετανική Αυτοκρατορία και τις ΗΠΑ κατά τη μακρά διάρκεια του 20ου αιώνα. Αντίστροφα, για την Κίνα, το μεγαλύτερο μέρος της παραπάνω χρονικής περιόδου ονομάστηκε «Αιώνας της Ταπείνωσης» (1839-1949), καθώς υπέστη διαδοχικές επεμβάσεις και ήττες από τις «Δυτικές Δυνάμεις» (κυρίως Αγγλία), τη Ρωσία και την Ιαπωνία, με αποτέλεσμα να υπογράψει ταπεινωτικές συνθήκες και να χάσει κομμάτια της επικράτειάς της.

Μια από τις πρώτες προσπάθειες για να ξεπεραστεί η ευρωκεντρική αντίληψη ήταν το επικό έργο της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, καθώς επίσης και το βιβλίο του William H. McNeill, The Rise of the West. A History of the Human Community5. Σε αυτή τη ρότα συνέχισε και ο γνωστός στην Ελλάδα για το πολύκροτο βιβλίο ιστορίας της Α Λυκείου, Ιστορία του ανθρώπινου γένους, Λευτέρης Σταυριανός, ο οποίος αναφέρει ότι το υψηλό οικονομικό επίπεδο στις τότε επικράτειες της Κίνας και της Ινδίας επέτρεψε στους αρχαίους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν σε αυτές τις περιοχές να είναι αυτάρκεις. Στην περίπτωση της Κίνας, εν αντιθέσει με τον κατακερματισμένο κόσμο της ινδικής υποηπείρου, δημιουργήθηκε ένα σχετικά ισχυρό και σταθερό γραφειοκρατικό σύστημα σε μια συνεχή πορεία χρόνων6, κάτι που στον λεγόμενο ευρωπαϊκό χώρο εκλείπει μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας7 (5ος αιώνα Κ.Ε.8), η οποία κατά τ’ άλλα ήταν συγκρίσιμο οικονομικά μέγεθος με την Κίνα για την ίδια χρονική περίοδο9.
Οι πολιτισμοί της Ανατολής και ειδικά ο κινεζικός ήταν πρωτοπόροι σε πολλούς τομείς10. Το χαρτονόμισμα, για παράδειγμα, ήταν σε κυκλοφορία ήδη από τον 9ο αιώνα επί δυναστείας Τανγκ (618-907), ενώ ο «κοινωνικός ρόλος» του τραπεζίτη με όλα τα συμπαρομαρτούντα έγινε για πρώτη φορά γνωστός στην Ανατολή, πολύ πριν να αναδειχθεί στις εμποροπανηγύρεις της Καμπανίας τον 12-13ο αιώνα και στις ιταλικές πόλεις (Γένοβα, Βενετία)11. Η μεσαιωνική Κίνα, ιδιαίτερα την περίοδο κυριαρχίας των Σονγκ (960-1279), είχε τέτοιο προβάδισμα στην τεχνολογία, τις επιστήμες, την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής, τις υποδομές, την υφαντουργία, τη σιδηρουργία/χαλυβουργία, το εμπόριο, τη ναυτιλία και τα συγκοινωνιακά δίκτυα έναντι της κατακερματισμένης Ευρώπης1212, ώστε να θεωρείται το οικονομικό και τεχνολογικό κέντρο του τότε κόσμου (1000-1500)13.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας για την παγκόσμια ιστορία ήταν το Αραβοϊσλαμικό Χαλιφάτο (περίοδος ακμής 7ος-10ος αιώνας) που ενώνει μια περιοχή που ξεκινάει από την οροσειρά τού Άτλαντα και τη Μεσόγειο στη Δύση ως τις στέπες της Κεντρικής Ασίας και τον Ινδικό Ωκεανό. Αυτή η πελώρια αυτοκρατορία φέρνει σε επαφή το «σύστημα» της Μεσογείου με το «σύστημα» του Ινδικού Ωκεανού1414, πράγμα που εκλείπει μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας1515. Ο ισλαμικός κόσμος, με κινητήριο δύναμη αρχικά το αραβικό στοιχείο, λειτούργησε ουσιαστικά ως μια «παγκόσμια γέφυρα» ανάμεσα στην «Ανατολή» και τη «Δύση». Οι δυναστείες των Ομεϋαδών (661-750), των Αββασιδών (750-1258) και των Φατιμιδών (909-1171) με επίκεντρο τον χώρο της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, καθώς ενοποίησαν παλαιά εμπορικά δίκτυα μεγάλων αποστάσεων που συνέδεαν από την αρχαιότητα τον Ινδικό Ωκεανό με τη Μεσόγειο. Ήδη από τον 9ο αιώνα, είχε διαμορφωθεί ένα δίκτυο διηπειρωτικού εμπορίου, με μεσάζοντες τους Άραβες, το οποίο συνέδεε την Κίνα με τη Μεσόγειο16. Κατά μία άλλα εκτίμηση, ο ισλαμικός παράγοντας δεν απογειώνεται τον Μεσαίωνα, αλλά στο τέλος του και κατά την μετάβαση προς τη Νεότερη Εποχή (15ος – 16ος αιώνα), με τις αυτοκρατορίες των Οθωμανών στην Ανατολία και τα Βαλκάνια, των Σαφαβίδων στην Περσία και των Μουγκάλ στην Ινδία17. Οι Ευρωπαίοι συγκρίνοντας τους εαυτούς τους με τους γείτονές τους Οθωμανούς, τους έβλεπαν με τρόμο λόγω των επελάσεών τους μέχρι την Κεντρική Ευρώπη και του ελέγχου μεγάλου μέρους της Μεσογείου, αλλά παράλληλα και με θαυμασμό για το ισχυρό, καινοτόμο και συγκεντρωτικό στρατιωτικό-γραφειοκρατικό σύστημά τους, εν συγκρίσει με την πολιτικά και οικονομικά κατακερματισμένη Ευρώπη18.
Οι τεράστιες αυτοκρατορίες των Μουγκάλ στην Ινδία (1526- 1857), των Μινγκ (1368-1644) και Τσινγκ (1644-1912) στην Κίνα ήταν στρατιωτικά ισχυρές για μια μεγάλη χρονική περίοδο, καθιστώντας αδύνατο αρχικά στους Ευρωπαίους να αντιπαρατεθούν απέναντί τους. Δηλαδή, αυτό που κατόρθωσαν να κάνουν στην Αμερική και την Αφρική μεταγενέστερα (υποταγή, άνισες εμπορικές σχέσεις) σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, δεν μπορούσαν να το κάνουν εύκολα και άμεσα στις μεγάλες αυτοκρατορίες της Ασίας19. Αυτό που κατάφεραν ήταν να «ροκανίσουν» ως ένα βαθμό τις παράκτιες περιοχές με τη δημιουργία εμπορικών σταθμών-φρουρίων, με πρωτοπόρους αρχικά τους Πορτογάλους και τους Ολλανδούς, οι οποίοι αναδείχθηκαν σε ηγεμονική αποικιακή δύναμη (πολύ πριν την άνοδο της Βρετανίας) λόγω της εκτεταμένης υπερπόντιας εμπορικής αυτοκρατορίας που δημιούργησαν (Χρυσός Αιώνας της Ολλανδίας, 1588-1672)20. Στην Ινδία, λόγω εσωτερικών συγκρούσεων και αδυναμίας των Μουγκάλ21, οι Βρετανοί με την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών (East India Company, EIC) άρχισαν να βάζουν τις βάσεις για τη μετέπειτα κυριαρχία τους ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα (1757, μάχη του Plassey), για να τη θέσουν τελικά υπό πλήρη βρετανική κυριαρχία το 1857. Στην Κίνα, αντίθετα, οι Ευρωπαίοι, με αιχμή του δόρατος τη Βρετανική Αυτοκρατορία, δεν μπόρεσαν να κυριαρχήσουν παρά μόνο σε παράκτιες περιοχές (βλ. Πόλεμοι του Οπίου 1839-1842, 1856-1860). Αλλά, παρ’ όλα αυτά, κατόρθωσαν να διεισδύσουν οικονομικά, δημιουργώντας άνισες εμπορικές σχέσεις, ανοίγοντας δια της βίας τα κινεζικά λιμάνια στους ευρωπαίους εμπόρους και εδραιώνοντας εν τέλει σφαίρες επιρροής. Με λίγα λόγια, η Κίνα κατέστη μια ημι-αποικιακή χώρα για περίπου δύο αιώνες (1839-1949)22.
Παρά το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις άρχισαν να αναδεικνύονται σε σημαντικό παγκόσμιο παράγοντα καταγράφοντας μια αξιοσημείωτη συνεχή ανοδική πορεία ήδη από το 150023, η Κίνα και η Ινδία συνέχιζαν να αποτελούν τις «οικονομικές ναυαρχίδες» του κόσμου μέχρι και το 1ο μισό του 19ου αιώνα24. Για παράδειγμα, στην παραγωγή βαμβακερών υφασμάτων (σημαντικός τομέας της οικονομικής δραστηριότητας), η Κίνα και ειδικά η Ινδία, η οποία ήταν η κορυφαία παραγωγός χώρα υφασμάτων στον κόσμο, υπερείχαν της Βρετανίας τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα κατά τον 18ο αιώνα25. Αλλά, η υπεροχή τους δε σταματούσε εκεί· οι δυο τους αντιπροσώπευαν κάτι παραπάνω από το ½ της παγκόσμιας παραγωγής προϊόντων μεταξύ 1750-1800, όταν ο ευρωπαϊκός κόσμος με τις αποικιακές του προεκτάσεις αντιπροσώπευε περίπου το ⅓ αντίστοιχα26. Ιδιαίτερα το οικονομικό εκτόπισμα της Κίνας ήταν τέτοιο που ο Άνταμ Σμιθ (18ος αιώνας) θεωρούσε ότι ήταν κατά πολύ πλουσιότερη από οποιοδήποτε άλλο μέρος της Ευρώπης27. Η παραπάνω δυναμική των πραγμάτων φαίνεται και από τα στοιχεία που μας δίνει το Maddison Project (βλ. Διάγραμμα 1), καθώς ο λεγόμενος «Δυτικός Κόσμος», δηλαδή η Δυτική και Κεντρική Ευρώπη με τις αποικίες της και οι ΗΠΑ, καταφέρνει να σπάσει μόλις το 1870 την οικονομική πρωτοκαθεδρία των μεγάλων ασιατικών δυνάμεων (Κίνα, Ινδία) κατέχοντας το 33% του παγκόσμιου ΑΕΠ έναντι του 29% που κατέχουν οι δύο τελευταίες (βλ. Διάγραμμα 1)28. Η απόκλιση αυτή διευρύνεται τα επόμενα χρόνια για να κορυφωθεί το 1950, όπου οι χώρες της «Δύσης» κατέχουν περίπου το 57% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ από την άλλη πλευρά η οικονομική δυναμική της Κίνας και της Ινδίας έχει συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό που το μερίδιο και των δύο μαζί στο παγκόσμιο ΑΕΠ είναι της τάξης του 9%29. Αντίστοιχα, ο «Δυτικός Κόσμος» (Δυτική Ευρώπη, Κεντρική Ευρώπη κατά ένα μικρό μέρος, Βόρεια Αμερική και Ιαπωνία) είχε γίνει το «παγκόσμιο εργοστάσιο» μέχρι τα 1953, καθώς καταλάμβανε το 77% της παγκόσμιας παραγωγής προϊόντων, όταν η Κίνα και η Ινδία έφταναν και οι δυο μαζί το 4%30. Με βάση τα παραπάνω, η άνοδος της «Δύσης» συμπίπτει με την εδραίωση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής τον 19ο και 20ο αιώνα. Η κυριαρχία (οικονομικά-πολιτικά-στρατιωτικά-πολιτιστικά) των ευρωπαϊκών δυνάμεων αρχικά και των Ηνωμένων Πολιτείων μετέπειτα στο μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου σήμανε και την εξαγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στις αποικίες, τις ημι-αποικίες, τα προτεκτοράτα και τις εξαρτημένες χώρες. Με δυο λόγια, η κυριαρχία της Ευρώπης και του «Δυτικού Κόσμου» εν γένει σήμανε την κυριαρχία του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Ωστόσο, αυτή η φρενήρης πορεία της «Δύσης» άρχισε να παρουσιάζει «σημάδια κόπωσης» ήδη από τη δεκαετία του 1970, διατηρώντας, βέβαια, την πρωτοκαθεδρία στη κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ (1980, 42 % vs. 8%). Σύμφωνα με τον Άνγκους Μάντισον, ακόμη και η κατά κεφαλήν μεγέθυνση του ΑΕΠ αρχίζει να μειώνεται σημαντικά ήδη από το 1973 στις λεγόμενες «ανεπτυγμένες χώρες», ενώ η καλύτερη απόδοση από το 1973-2001 προήλθε από 15 οικονομίες της Ανατολικής Ασίας, οι οποίες κατείχαν το ¼ του παγκόσμιου ΑΕΠ και το ½ του παγκόσμιου πληθυσμού. Επιπλέον, η μεγέθυνση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε αυτήν την περιοχή και στο συγκεκριμένο χρονικό εύρος ήταν πιο γρήγορη σε ρυθμούς σε σύγκριση με τη «Χρυσή Εποχή» του 1950-1970 και 10 φορές ακόμη πιο γρήγορη σε σχέση με την περίοδο της ηγεμονίας του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού (1870-1913)31.
Οι υψηλοί οικονομικής δείκτες της Κίνας και της Ινδίας, έχουν κάνει σήμερα την Ασία και πάλι έναν σημαντικό παράγοντα στην σύγχρονη παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία32. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την οικονομική τους πρωτοκαθεδρία για 1800 χρόνια γεννούν γόνιμους προβληματισμούς. Ενώ η Κίνα και η Ινδία είναι εκείνες οι δυνάμεις που κυριαρχούν οικονομικά για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, πώς και γιατί ο καπιταλισμός αναδείχθηκε ως κυρίαρχο σύστημα στη Δύση33. Και συνεχίζοντας, τίθεται και ένα ερώτημα όσον αφορά το παρόν, αλλά και το μέλλον. Συγκεκριμένα, η αστραπιαία οικονομική άνοδος της Κίνας και της Ινδίας, καθώς κι άλλων χωρών -κατά το κοινώς λεγόμενες «αναπτυσσόμενες» ή «αναδυόμενες»- γεννάει το εξής ερώτημα: αν οι αιώνες κυριαρχίας της «Δύσης» είναι απλώς μια παρένθεση στην παγκόσμια ιστορία και ότι το παγκόσμιο σύστημα θα συνεχίσει στα χνάρια που «γνώρισε» για περίπου 2 χιλιετίες34. Ή, για να το θέσουμε αλλιώς, η άνοδος της Ευρώπης προϋπέθετε την πτώση της Ασίας ή μήπως όχι;35 Και στο σήμερα, το ερώτημα τίθεται αντίστροφα: Η εμφανώς «ασθμαίνουσα Δύση» σημαίνει την άνοδο και επικράτηση της «ακμάζουσας Ανατολής»; Η απάντηση δεν είναι εύκολο ζήτημα. Μπορούμε να φτιάξουμε γενικούς κανόνες και βαριά θεωρητικά σχήματα ή έστω να τους δώσουμε και μια σχετική «ευκαμψία», ούτως ώστε να κάνουμε μια «εύκολη ταξινόμηση»36. Ωστόσο, αν νομίζουμε ότι 5.500 χρόνια γραπτής ιστορίας -παίρνοντας συμβατικά ως αρχή τη σφηνοειδή σουμεριακή γραφή το 3.500 π.Κ.Ε. με κίνδυνο, βέβαια, να μας κατακεραυνώσουν οι αρχαιολόγοι για αυτήν τη σύμβαση- είναι τόσα πολλά χρόνια συσσωρευμένης εμπειρίας που μας κάνουν τόσο «σοφούς» για να μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως το μέλλον θα είναι έτσι ή αλλιώς, με την Κίνα «πάνω» και τις ΗΠΑ «κάτω», τότε μάλλον οι μελλοντολόγοι θα πρέπει να αρχίσουν να φοβούνται για τη βιωσιμότητα του «επαγγέλματός» τους.
Τα στοιχεία που υπάρχουν και τα αξιοποιούμε για την ανάλυσή μας -έχοντας βέβαια υπ’ όψιν τους περιορισμούς, τις δυσκολίες και τα κενά που υπάρχουν στην άντληση και επεξεργασία ποσοτικών δεδομένων, όπως είναι η μέτρηση του ΑΕΠ για μια τόσο μακρά χρονική περίοδο και για ένα τόσο μεγάλο εύρος διαφορετικών και αλληλοδιαδεχόμενων κρατικών οντοτήτων με ασαφή και ευμετάβλητα γεωγραφικά διοικητικά/όρια- είναι ότι η Κίνα και η Ινδία κυριαρχούν οικονομικά για μια μακρά περίοδο (γύρω στο 45-55% του παγκόσμιου ΑΕΠ από το 1-1820 Κ.Ε.)37, πράγμα που διαταράσσεται μόλις τον 19ο-20ο αιώνα με την άνοδο της Ευρώπης αρχικά και των Ηνωμένων Πολιτειών αργότερα. Ωστόσο, στην αυγή του 21ου αιώνα βλέπουμε τάσεις που προσπαθούν να παραγκωνίσουν αυτήν την κυριαρχία της «Δύσης», δίνοντάς της έναν χαρακτήρα εφήμερο. Η άποψη που θεωρεί προδιαγεγραμμένη την επικράτηση της «Ανατολής» έναντι της «Δύσης» για να επιστρέψει το παγκόσμιο σύστημα στην «κανονικότητα» που υπήρχε επί αιώνες, δεν παίρνει υπ’ όψιν ένα σημαντικό παράγοντα· άλλος ο κόσμος της αρχαιότητας, των μέσων χρόνων και της νεότερης εποχής και άλλος ο κόσμος την περίοδο της επικράτησης του καπιταλισμού στην ανώτατη βαθμίδα του, τον ιμπεριαλισμό. Αυτός ο κόσμος είναι τόσο ασταθής, όσο και η πορεία του ακροβάτη στο σκοινί, ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών όπλων. Το ζήτημα του πολέμου σε παγκόσμια κλίμακα -δομικό στοιχείο του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού-, που έχει τεθεί ήδη σε περιφερειακό επίπεδο παίρνοντας όμως παγκόσμιες διαστάσεις (βλ. Ουκρανία), μπορεί και θα δημιουργήσει τέτοιες ανακατατάξεις που σήμερα φαντάζουν -και λογικό είναι ως ένα βαθμό- ανέφικτες. Μη θεωρήσουμε, δηλαδή, ότι το παγκόσμιο σύστημα είναι ένα ενιαίο σύστημα που λειτουργεί με έναν μεταφυσικό τρόπο εξισορροπητικά, εξοβελίζοντας γραμμικά τις όποιες αντιθέσεις υπάρχουν. Ο κόσμος μας δεν είναι ένα μπαλάντσο με δυο αντίρροπες δυνάμεις που ρυθμίζουν την «παγκόσμια τάξη», όποτε δηλαδή το ένα ζύγι ανεβαίνει, το άλλο κατεβαίνει και αντίστροφα. Ο κόσμος μας είναι κατά βάση ασταθής και αυτό οφείλεται στον προβληματικό μηχανισμό αναπαραγωγής του, ο οποίος είναι κοινωνικά και ηθικά «απαρχαιωμένος» (κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής-ατομική ιδιοποίηση του παραγόμενου πλούτου, σκληροί ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, με συνήθη κατάληξη καταστροφικές παγκόσμιες πολεμικές συρράξεις). Παραφράζοντας λίγο τον Κάρολο Μαρξ -δίχως να τον αλλοιώνουμε-38 ο κόσμος μας βρίσκεται ακόμα στην «προϊστορία» του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποικιλομορφία που εμφανίζει η άνοδος και η πτώση των λεγόμενων «μεγάλων δυνάμεων». Τα ιστορικά παραδείγματα της Σοβιετικής Ένωσης και της Μαοϊκής Κίνας αρκούν για να υποστηρίξουν εμπειρικά τον παραπάνω συλλογισμό, καθώς πρόβαλλαν ως ένα νέο και εντελώς διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα μέσα σε έναν σκληρά ανταγωνιστικό καπιταλιστικό κόσμο, με τον οποίο αναμετρήθηκαν στα ίσια και -παρά την κατάληξή τους- τον αμφισβήτησαν σοβαρά για ένα μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά, δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε εκτιμήσεις. Όντως, οι τάσεις που υπάρχουν στο επίπεδο της οικονομίας είναι άκρως ενθαρρυντικές για τον «αναπτυσσόμενο κόσμο», ενώ για τον «ανεπτυγμένο κόσμο» απαισιόδοξες. Οι όροι «αναπτυσσόμενες» και «ανεπτυγμένες οικονομίες» συναντούν την ειρωνεία της πραγματικότητας, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι «αναπτυσσόμενες χώρες» καταλαμβάνουν το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ οι «ανεπτυγμένες» καταλαμβάνουν το υπόλοιπο 40%39. Και πιο συγκεκριμένα, αν συγκρίνουμε τα οικονομικά μεγέθη των 10 πρώτων χωρών στη λίστα κατανομής του παγκόσμιου ΑΕΠ, θα δούμε ότι το οικονομικό εκτόπισμα της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας, της Ινδονησίας και της Βραζιλίας («αναπτυσσόμενες») είναι μεγαλύτερο σε σχέση με αυτό των «ανεπτυγμένων οικονομιών», όπως των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας (36% έναντι 25%, βλ. Πίνακα 1). Αυτή η απόκλιση με βάση τις εκτιμήσεις θα μεγαλώσει, καθώς η κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ μεταξύ «ανεπτυγμένων» και των «αναπτυσσόμενων οικονομιών» ακολουθεί αντιστρόφως ανάλογη πορεία προς όφελος των τελευταίων, όπως μας δείχνει το Διάγραμμα 2. Αν βάλουμε και τον δημογραφικό παράγοντα στην εξίσωση, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα για τη «Δύση» (βλ. Διαγράμματα 3 και 4).


Οι «αναδυόμενες οικονομίες» διψάνε για συμμετοχή στο «παγκόσμιο φαγοπότι» και αυτό φαίνεται ήδη (βλ. Belt and Road Initiative της Κίνας, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγγάης, BRICS, Νέα Τράπεζα Ανάπτυξης κ.ά.). Ζητάνε χώρο στο παγκόσμιο σύστημα δυνάμεων. Ωστόσο, γνωρίζουμε πολύ καλά από τον «αιώνα των παππούδων μας» ότι το «ξαναμοίρασμα της λείας», όπως λέει ο Λένιν, γίνεται με οδυνηρό τρόπο, με τον πόλεμο40. Αυτό, παρά την ιλιγγιώδη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών (βλ. Πίνακα 2), δε σημαίνει ότι βρισκόμαστε στην «αγκαλιά του θεού Άρη», καθώς η διαδικασία αναδιαμόρφωσης των συσχετισμών δύναμης είναι εν εξελίξει προς το παρόν.

Ο ένας πόλος είναι θεωρητικά συγκροτημένος, η «Δύση, η οποία έχει συγκροτήσει εδώ και πολλά χρόνια τους μηχανισμούς της (ΝΑΤΟ, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, EE) με προεξάρχουσα δύναμη τις ΗΠΑ, οι οποίες συνεχίζουν να είναι η κυρίαρχη δύναμη στον στρατιωτικό τομέα (βλ. Πίνακες 2 και 3) έχοντας συγκροτήσει παράλληλα πλήθος διακρατικών/διαπεριφερειακών συνεργασιών και συμμαχιών ανά την υφήλιο, με χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν41, η Αυστραλία, η Ν. Ζηλανδία, ο Καναδάς, το Ισραήλ, οι μοναρχίες του Περσικού Κόλπου. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι είναι ένα μέτωπο αρραγές ιδίως την τελευταία περίοδο, καθώς υπάρχουν εσωτερικές αντιθέσεις.

Ο άλλος πόλος δεν έχει συγκροτήσει αντίστοιχους συμπαγείς μηχανισμούς, αλλά κάνει βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως περιγράψαμε παραπάνω.
Γι’ αυτό και κάθε πλευρά, κυρίως οι ΗΠΑ, μεριμνά ούτως ώστε οι κινήσεις της να μη δημιουργούν αντισυσπειρώσεις, ειδικά την τελευταία χρονική περίοδο. Ποιος θα ηγηθεί; Αν είναι η Κίνα, η Ρωσία ή η Ινδία ή συνδυασμός κάποιων από αυτών ή άλλων αναδυόμενων περιφερειακών δυνάμεων (π.χ. Ινδονησία, Βραζιλία, Πακιστάν, Ιράν), κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν τις διαχρονικά τεταμένες και ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ Κίνας και Ινδίας -παρά την πρόοδο που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια-42 καθώς επίσης και τον κίνδυνο να απορροφηθεί οικονομικά η Ρωσία από την Κίνα43. Το ερώτημα του «ποιος, ποιον;» είναι ένα ζήτημα που μας απασχολεί και θα συνεχίσει να μας απασχολήσει ακόμη πιο πολύ, καθώς σε αυτήν την πορεία ο ανταγωνισμός για το ξαναμοίρασμα του κόσμου θα οξύνεται, δημιουργώντας όλο και περισσότερες περιφερειακές εντάσεις και συγκρούσεις. Η διαδικασία δημιουργίας στρατοπέδων είναι ήδη ορατή, αλλά δεν έχει αποκρυσταλλωθεί. Πρόκειται για μια περίπλοκη και παλινδρομική διαδικασία και όποιος βάλει το χέρι του στη φωτιά για το τάδε ή το δείνα σενάριο, μάλλον θα καεί ολοσχερώς. Ίσως το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι ένας τέτοιος «γόρδιος δεσμός» λύνεται μόνο με το «σπαθί»44.
Σημειώσεις:
1Paul Kennedy, Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων. Οικονομική Μεταβολή και Στρατιωτική Σύγκρουση από το 1500 ως το 2000, τόμος Α1, Αξιωτέλλης, Αθήνα, σ. 563-564, 571-599.
2[International Monetary Fund (ΙMF)], “GDP based on PPP, share of world (%)”, https://www.imf.org/external/datamapper/PPPSH@WEO/OEMDC/ADVEC/WEOWORLD/APQ. Επίσης η Κίνα καταλαμβάνει το 27% της παγκόσμιας παραγωγής προϊόντων με τις Ηνωμένες Πολιτείες να ακολουθούν με 17%. [World Bank (WB) Data Group], “Manufacturing,
value added (current US$)”, https://data.worldbank.org/indicator/NV.IND.MANF.CD?end=2024&most_recent_value_desc=true&start=
1960&view=chart.
3[United Nations Conference on Trade and Development (UNCTAD)], Handbook of Statistics, United Nations Publications, New York (2025), σ. 4-5, 10, 24, 39, 40, 42-44, 47-48, https://unctad.org/system/files/ official-document/tdstat50_en.pdf· του ίδιου Review of Maritime Transport 2025: Staying the course in turbulent waters, United Nations Publications, New York (2025), σ. 45, 101, 103-104, https://unctad. org/system/files/official-document/rmt2025_en.pdf· [United Nations Economic and Social Commission for Asia and the Pacific (UNESCAP)], Trade in goods and services outlook in Asia and the Pacific 2024/2025, 2 0 2 4 , h t t p s : / / r e p o s i t o r y . u n e s c a p . o r g / s e r v e r / a p i / c o r e / bitstreams/43cb1e18-f351-4ff4-b251-e20ac27bf885/content· Lloyd’s List, “One Hundred Container Ports”, 2025, https://www.lloydslist. com/one-hundred-container-ports-2025.
4[World Bank (WB) Data Group], “Exports of goods and services (BoP, current US$)”, https://data.worldbank.org/indicator/BX.GSR.GNFS. CD?most_recent_value_desc=true&view=map· Roland Rajah & Ahmed Albayrak, “China versus America on global trade”, 30.01.2025, κή συρρίκνωση του λεγόμενου «Δυτικού Κόσμου» (βλ. Διάγραμμα 2 και Πίνακα 1) έχει εγείρει διάφορα ερωτήματα όσον αφορά στην εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος και πιο συγκεκριμένα στην αναδιάταξη των συσχετισμών ισχύος μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αξιοποιώντας εργαλεία, όπως το Maddison Project (βλ. παρακάτω) και τον κλάδο «World History» ή «Global History», έχει γίνει μια προσπάθεια να εξεταστεί η ανθρώπινη ιστορία ως ένα παγκόσμιο σύστημα αλληλεπίδρασης από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, φωτίζοντας την ιστορία, τη δυναμική και την καθοριστική συμβολή κρατικών σχηματισμών άλλων ηπείρων εκτός της Ευρώπης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ασία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, διευρύνθηκε το οπτικό πεδίο της ιστορικής αφήγησης και ανάλυσης σε σχέση με το ευρωκεντρικό ή «δυτικοκεντρικό» πλαίσιο που γεννήθηκε και κυριάρχησε ακριβώς την περίοδο που η «Δύση» κυριάρχησε σε παγκόσμια κλίμακα, με προεξάρχουσα δύναμη τον 19ο αιώνα την Βρετανική Αυτοκρατορία και τις ΗΠΑ κατά τη μακρά διάρκεια του 20ου αιώνα. Αντίστροφα, για την Κίνα, το μεγαλύτερο μέρος της παραπάνω χρονικής περιόδου ονομάστηκε «Αιώνας της Ταπείνωσης» (1839-1949), καθώς υπέστη διαδοχικές επεμβάσεις και ήττες από τις «Δυτικές Δυνάμεις» (κυρίως Αγγλία), τη Ρωσία και την Ιαπωνία, με αποτέλεσμα να υπογράψει ταπεινωτικές συνθήκες και να χάσει κομμάτια της επικράτειάς της.
Μια από τις πρώτες προσπάθειες για να ξεπεραστεί η ευρωκεντρική αντίληψη ήταν το επικό έργο της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, καθώς επίσης και το βιβλίο του William H. McNeill, The Rise of the West. A History of the Human Community5. Σε αυτή τη ρότα συνέχισε και ο γνωστός στην Ελλάδα για το πολύκροτο βιβλίο ιστορίας της Α’ Λυκείου, Ιστορία του ανθρώπινου γένους, Λευτέρης Σταυριανός, ο οποίος αναφέρει ότι το υψηλό οικονομικό επίπεδο στις τότε επικράτειες της Κίνας και της Ινδίας επέτρεψε στους αρχαίους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν σε https://interactives.lowyinstitute.org/features/china-versus-americaon-global-trade/· [State Council of the People’s Republic of China]“China remains world’s largest trading nation in goods for 8 consecutive years: official”, 07.02.2025, https://english.www.gov.cn/archive/statistics/202502/07/content_WS67a5c74dc6d0868f4e8ef714.html
5Άλλες χαρακτηριστικές προσπάθειες είναι του Fernand Braudel, Civilization and Capitalism, 15th-18th Century (volume I-III) και του Immanuel Wallerstein, The Modern World System (volume I-IV) οι οποίες, σύμφωνα με κάποιες απόψεις, αν και είναι μέσα στο πλαίσιο που
περιγράψαμε, διολισθαίνουν ευρωκεντρικά σε κάποια ζητήματα. Βλ. Janet L. Abu-Lughod, Before European Hegemony: The World System, A.D.1250-1350, Oxford University Press, Oxford (1989), σ. 9-11· Andre Gunder Frank, ReORIENT. Global Economy in the Asian Age, University of California Press, Berkeley/Los Angeles/London (1998), σ. xxii-xxiii.
6Fernand Braudel, Η Γραμματική των Πολιτισμών, ΜΙΕΤ, Αθήνα (2002), σ. 278, 281-283, 317, 334-335· L. S. Stavrianos The world since 1500. A global history, Prentice Hall, New Jersey, 4th ed. (1982), σ. 23-25.
7Μετά τον κατακερματισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε μικρότερα βασίλεια, υπήρξαν «διάδοχοι» αυτοκρατορικοί σχηματισμοί (π.χ. Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είτε επί Καρλομάγνου είτε μεταγενέστερα επί Καρόλου Ε’ των Αψβούργων), οι οποίοι, αν και έκαναν αισθητή την παρουσία τους στον ευρωπαϊκό χώρο, δεν κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την ήπειρο ή έστω στο μεγαλύτερο τμήμα της. Βλ. Τσαρλς Τίλλυ, Εξαναγκασμός, Κεφάλαιο και Ευρωπαϊκά Κράτη 990–1992 μ. Χ., Κυρομάνος, (Θεσσαλονίκη) (2008), σ. 223· Serge Berstein & Pierre Milza, Iστορία της Ευρώπης, τόμος 1, Αλεξάνδρεια, Αθήνα (1997), σ. 55-78, 83-103, 339-349.
8Ο όρος Κοινή Εποχή (Κ.Ε.) είναι ένα σύστημα υπολογισμού των ετών που αφορά την περίοδο που ξεκινάει από το έτος 1 και μετά. Για αναφορές σε χρονολογίες πριν από το έτος 1, χρησιμοποιείται αντίστοιχα ο όρος π.Κ.Ε. (προ Κοινής Εποχής). Πρόκειται για ένα σύστημα χρονολογικής καταγραφής, το οποίο είναι ισοδύναμο με τη μετά Χριστόν (μ.Χ.) και τη προ Χριστού (π.Χ) χρονική περίοδο αντίστοιχα. «Γεννήτωρ» αυτού του ουδέτερου θρησκευτικά-πολιτισμικά συστήματος χρονολόγησης θεωρείται ο μεγάλος Γερμανός αστρονόμος και μαθηματικός, Γιοχάνες Κέπλερ, ο οποίος τον 17ο αιώνα χρησιμοποίησε τον όρο anno aerae nostrae vulgaris, δηλαδή έτος της κοινής μας εποχής.
9Αngus Maddison, Growth and Interaction in the World Economy. The Roots of Modernity, The AEI Press Publisher for the American Enterprise Institute, Washington (2005), σ. 8.
10Η έννοια του πολιτισμού χρησιμοποιείται εδώ επί τη βάσει της συλλογιστικής που ανέπτυξε ο Μπρωντέλ, ο οποίος βλέπει τον πολιτισμό με έναν «ολιστικά υλιστικό» τρόπο, ως συνάρτηση δηλαδή εκείνων των κοινωνικών, οικονομικών, γεωγραφικών και πνευματικών παραγόντων, οι οποίοι αναδεικνύουν με διακριτό τρόπο τη συλλογική αντίληψη και πρακτική που ανέπτυξε μια ευρύτερη ομάδα ανθρώπων μέσα σε ένα ιστορικό συνεχές. Braudel, ό.π., σ. 51-94.
11 Abu-Lughod. ό.π., σ. 216-217.
12 Frank, ό.π., σ. 260· Maddison, ό.π., σ. 59-63· J. M. Hobson, Eas tern Origins of Western Civilisation, Cambridge University Press, Cambridge (2004), σ. 51-61· Eric H. Mielants, Why Europe? The Rise of the West in World History, Temple University Press, Philadelphia (2007), σ. 54-55· Paul Kennedy, Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων. Οικονομική Μεταβολή και Στρατιωτική Σύγκρουση από το 1500 ως το 2000, τόμος Α, Αξιωτέλλης, Αθήνα (1990), σ. 38.
13 W. H. McNeill, The Pursuit of Power – Technology, Armed Force, and Society since A.D. 1000, University of Chicago Press, Chicago (1982), σ. 24-62.
14 Stavrianos, ό.π., σ. 8-10.
15 Kenneth Pomeranz, The World That Trade Created. Society, Culture, And the World Economy, 1400 to the Present, Routledge, New York, 3rd ed. (2015), σ. 18-19.
16 Hobson, ό.π., σ. 30, 38-41. Το δίκτυο αυτό συνεχίστηκε και αναβαθμίστηκε από έναν άλλον λαό με διαφορετικές καταβολές, ο οποίος εισήλθε δυναμικά στην παγκόσμια ιστορία τον 13ο-14ο αιώνα. Πρόκειται για τους Μογγόλους, οι οποίοι κυριάρχησαν στην εκτεταμένη χερσαία μάζα της Ευρασίας και δημιουργήσαν μια τεράστια αυτοκρατορία που περιελάμβανε την Κίνα, την Κορέα, το Θιβέτ, την Κεντρική Ασία, την Περσία, την Χορασμία, τον Καύκασο, την Ανατολία, τα Ρωσικά Πριγκιπάτα και ένα μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης. Σε αυτήν την αχανή έκταση, διασφάλισαν και επέκτειναν τα προηγούμενα εμπορικά δίκτυα, δημιουργώντας τελικά έναν άνευ προηγουμένου ενιαίο και συνεκτικό εμπορικό χώρο/διάδρομο («Δρόμος του Μεταξιού») μεταξύ «Ανατολής» και «Δύσης» Alexander Anievas & Kerem Nişncığu, How the West Came to Rule. The geopolitical origins of capitalism Pluto Press, London (2015), σ. 71-75· Abu-Lughod. όπ.,156-183· Hobson, όπ., σ. 44-45Ball Warwick, Rome in the East: The Transformation of an Empire, Routledge, London (2016), σ. 154, 156.
17 Μarshall G. S. Hodgson, Rethinking World History. Essays on Europe, Islam and World History (Studies in Comparative World History), Cambridge University Press, Cambridge (1993), σ. 98· Stavrianos όπ., σ. 10-17.
18 Perry Anderson, El Estado Absolutista, Siglo XXI editores, 15a edició, Madrid/Mexico (1998), σ. 375-403· Kennedy, όπ., σ. 24, 26, 42-44, 51-52, 62· Anievas & Nişncığu, όπ., σ. 99-104.
19 Leften Stavros Stavrianos, Global Rift. The Third World Comes of Age, William Morrow & Co, New York (1981), σ. 141-142.
20 Stavrianos The world since 1500. A global history, σ. 91-98, 112-115, 117-122. Η δυναμική των Ολλανδών ήταν τέτοια που ο Μαρξ θεωρούσε την Ολλανδία ως πρότυπο καπιταλιστικό έθνος κατά τον 17ο αιώνα, το οποίο είχε αναπτύξει πλήρως το αποικιακό σύστημα, με επίκεντρο τον έλεγχο του εμπορίου στις Ανατολικές Ινδίες (Ινδονησία) και των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ νοτιοδυτικής και βορειανατολικής Ευρώπης. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα (2002), σ. 776-779.
21 Frank Perlin, «Proto-Industrialization and Pre-Colonial South Asia», Past & Present., 98 (1983), σ. 31-32.
22 Wolfgang Keller & Carol H. Shiue, “The Economic Consequences of the Opium War”, NBER Working Paper 29404 (2021), https://doi.org/10.3386/w29404.
23 Kennedy, ό.π., σ. 62-68.
24 Angus Maddison, Contours of the World Economy I-2030 AD, Oxford University Press, Oxford/New York (2007), σ. 381.
25 Hobson, ό.π., σ. 85-86· Jack Goldstone, Why Europe? The Rise of the West in World History 1500-1850, McGraw-Hill, New York (2009), σ. 28-31.
26 Paul Bairoch, “International industrialization levels from 1750 to 1980”, Journal of European Economic History, 11 (1982), σ. 296.
27 Adam Smith, Έρευνα για τη φύση και τα αίτια του πλούτου των εθνών, Το Βήμα (2010), σ. 239, 300, 433.
28 Εξίσου ενδεικτικό της όλης κατάστασης είναι και το γεγονός ότι το Λονδίνο παίρνει τα ηνία από το Πεκίνο ως η πολυπληθέστερη πόλη στον κόσμο μόλις το 1850. Βλ. Frank, ό.π., σ. 262.
29 Maddison, ό.π., 381.
30 Bairoch, ό.π., σ. 304.
31 Maddison, Growth and Interaction in the World Economy, σ. 11.
32 Jean-Laurent Rosenthal & Roy Bin Wong, Before and Beyond Divergence. The Politics of Economic Change in China and Europe, Harvard University Press (Cambridge, Massachussetts) (2011), σ. 1.
33 Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα και εκ των πραγμάτων δε θα μπορούσε να απαντηθεί στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ακροθιγώς ότι ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε πρώτα στην υστερομεσαιωνική Ευρώπη με λίκνο του την Αγγλία, επειδή διαμορφώθηκαν ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής στην αγγλική ύπαιθρο τον 15ο-16ο αιώνα (ιδιοκτήτες γης, ενοικιαστές γης, μισθωτοί εργάτες). Σύμφωνα με την μαρξιστική προσέγγιση, η αποστέρηση των μέσων παραγωγής από τους παραγωγούς (απογύμνωση), η μισθωτή εργασία, η γένεση των καπιταλιστών-αγροτών, η συνακόλουθη δημιουργία εσωτερικής αγοράς για το κεφάλαιο και ο ανταγωνισμός δημιούργησαν μόνιμη πίεση για αύξηση της παραγωγικότητας και συσσώρευση κεφαλαίου δημιουργώντας έτσι μια αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική, η οποία δεν εμφανίστηκε με την ίδια μορφή στην Κίνα και την Ινδία. Αυτή η εσωτερική δυναμική ενισχύθηκε από τη λεηλασία των αποικιών και την εισροή πλούτου, η οποία με τη σειρά της επιτάχυνε τη συσσώρευση κεφαλαίου. Νεότερες προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στους υψηλούς μισθούς και τη φθηνή ενέργεια, την πρόσβαση σε άνθρακα και αποικιακούς πόρους, τη δημιουργία κρατικών και θεσμικών μηχανισμών που προστάτευαν την ιδιοκτησία και τη συσσώρευση κεφαλαίου, στοιχεία που είχαν ήδη επισημάνει ο Σμιθ και ο Μαρξ.
Αντίθετα, στην Κίνα και την Ινδία κυριάρχησαν σταθερές μορφές μικροϊδιοκτησίας και εντατικής εργασίας, που δεν προωθούσαν την ίδια καπιταλιστική δυναμική. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, σ. 738-788· Ellen Meiskins Wood, The Origin of Capitalism: A Longer View, Verso, Λονδίνο/Νέα Υόρκη (2002), σ. 88-142· Robert Brenner, “Agrarian Class Structure and Economic Development in Pre-Industrial Europe”, Past & Present, 70 (1976), σ. 37-46· του ίδιου, “The Agrarian Roots of European Capitalism”, στο ίδιο, 97 (1985), σ. 18-25· Robert Brenner & Christopher Isett, “England’s Divergence from China’s Yangzi Delta: Property Relations, Microeconomics, and Patterns of Development”, Journal of Asian Studies, 61 (2) (2002), σ. 627-639· Robert C. Allen, The British Industrial Revolution in Global Perspective, Cambridge University Press, Cambridge (2009), σ. 30-38, 68-81· Kenneth Pomeranz, The Great Divergence: China, Europe, and the Making of the Modern World Economy, Princeton University Press, Princeton (2000), σ. 207-215, 264-274· Peer Vries, State, Economy and the Great Divergence, Bloomsbury, London, (2015), σ. 117–130· Douglass C. North, Institutions, Institutional Change and Economic Performance, Cambridge University Press, Cambridge (1990), σ. 54-60, 110-112· Smith, Έρευνα για τη φύση και τα αίτια του πλούτου των εθνών, σ. 128-129· R. Bin Wong, China Transformed: Historical Change and the Limits of European Experience, Cornell University Press, Ithaca (1997), σ. 83-96, 109-115.
34 Πρβλ. Frank, ReORIENT. ό.π., σ. 258-320· Goldstone, ό.π., σ. 162-177.
35 Για τους παράγοντες που έπαιξαν ρόλο σε αυτήν την αναδιάταξη των ισορροπιών, βλ. Maddison, Growth and Interaction in the World Economy, σ. 55-66· Frank, ό.π., σ. 262-282. Σχετικά με τους λόγους της αναδιαμόρφωσης των ισορροπιών μεταξύ Ευρώπης (βλ. Αγγλία) και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βλ. Anievas & Nişancıoğlu, ό.π., σ. 115-119.
36 Paul Kennedy, ό.π., σ. 24, 26.
37 Αν υπολογίζουμε δε το σύνολο του ΑΕΠ των χωρών της Ασίας, με εξαίρεση την Ιαπωνία, τότε αυτό αντιστοιχεί στο 71% του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά το έτος 1 Κ.Ε για να φτάσει το 36% κατά το έτος 1870, όταν πλέον ο «Δυτικός Κόσμος» ξεπερνάει τις ασιατικές δυνάμεις στην κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ (43%). Maddison, Contours of the World Economy I-2030 AD, σ. 381.
38 Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο τόμοςΙΙΙ, ΣύγχρονηΕποχή Αθήνα(1978), σ. 1008.
39 [International Monetary Fund (ΙMF)], “GDP based on PPP, share of world (%)”, https://www.imf.org/external/datamapper/PPPSH@WEO/OEMDC/ADVEC/WEOWORLD/CHN/IND/BRA/IDN/RUS/USA/JPN/DEU/FRA/GBR
40 Β.Ι. Λένιν Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Μορφωτικές Εκδόσεις, Αθήνα (1977).
41 Η Ταϊβάν (Φορμόζα) αποτελεί πεδίο σκληρής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, το οποίο μπορεί να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Lindsay Maizland & Clara Fong «Why China-Taiwan Relations Are So Tense», 19.03.2025, https://www.cfr.org/backgrounder/china-taiwanrelations-tension-us-policy-trump#chapter-title-0-5· [Institute for the Study of War], «China & Taiwan Update», 12.12.2025, https://understandingwar.org/research/china-taiwan/china-taiwan-weeklyupdate-december-12-2025/
42 Clara Fong, “The China-India Relationship: Between Cooperation and Competition”, 10.09.2025, https://www.cfr.org/backgrounder/chinaindia-relationship-between-cooperation-and-competition
43 Alessia Caruso & Tim Rühlig, “The dependence gap in Russia-China relations”, 02.10.2025, https://www.iss.europa.eu/publications/analysis/dependence-gap-russia-china-relations#:~:text=Military%20t i e s . % 2 0 O n % 2 0 t h e % 2 0 m i l i t a r y % 2 0 f r o n t % 2 C % 2 0 China,scale%2C%20while%20continuing%20to%20trade%20 military%20equipment.
44 Πρβλ. Kennedy, Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων, τόμος Α1, Αξιωτέλλης, Αθήνα, σ. 678.
e-prologos.gr

