Δημήτρης Αναστασίου (ανάρτηση στο fb)

στη φωτό: «Το μερίδιο του Τραμπ στην Intel πυροδοτεί κραυγές περί “σοσιαλισμού” από το κόμμα του, αλλά ο ίδιος υπόσχεται ότι θα έρθουν κι άλλες συμφωνίες»

1. Στρατηγικός κρατικός παρεμβατισμός

Ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαινίασε μια νέα φάση κρατικού παρεμβατισμού στην αμερικανική οικονομία με την ανακοίνωση ότι η κυβέρνηση θα αποκτήσει 10% μερίδιο στην Intel, τον ιστορικό κολοσσό των μικροτσίπ. Η κίνηση αυτή δεν έγινε με νέα κεφάλαια, αλλά μέσω επαναδιαπραγμάτευσης δισεκατομμυρίων που είχαν ήδη εγκριθεί επί Μπάιντεν στο πλαίσιο του CHIPS and Science Act του 2022, νόμου που είχε στόχο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ημιαγωγών. Ουσιαστικά, η επιδότηση μετατράπηκε σε μετοχικό κεφάλαιο, δίνοντας στην κυβέρνηση απευθείας συμμετοχή 10% σε μια εταιρεία που είναι στρατηγικής σημασίας για την Τεχνητή Νοημοσύνη και την «εθνική ασφάλεια», αλλά αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες έναντι ανταγωνιστών όπως η Nvidia.

Παράλληλα, ο Τραμπ έχει στοχεύσει τη ναυπηγική βιομηχανία, μάλιστα με το σλόγκαν «Make America Shipbuilding Great Again», επιχειρώντας να ενισχύσει την παραγωγική βάση σε έναν τομέα κρίσιμο για την εμπορική και στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ.

Ακόμη πιο στρατηγικός θεωρείται ο τομέας της άμυνας, με τον Υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ να δηλώνει ότι η Lockheed Martin «είναι ουσιαστικά βραχίονας της κυβέρνησης». Η ιδέα είναι ότι το κράτος, με μετοχική συμμετοχή, θα έχει ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στις αμυντικές εταιρείες που ήδη εξαρτώνται πλήρως από κρατικά συμβόλαια.

Στη συζήτηση του νέου κρατικού παρεμβατισμού μπαίνουν και τα data centers τεχνητής νοημοσύνης (AI). Πρόκειται για τεράστιες υποδομές που φιλοξενούν υπολογιστικά συστήματα αιχμής, καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας και χρειάζονται πολύπλοκες διαδικασίες κυβερνητικής αδειοδότησης. Ακριβώς αυτές οι εξαρτήσεις τα καθιστούν ευάλωτα σε κρατική παρέμβαση και, πιθανόν, υποψήφια για το νέο μοντέλο συμμετοχικής οικονομικής πολιτικής που χαράσσει η κυβέρνηση Τραμπ.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Ουάσινγκτον έχει ανακοινώσει σχέδιο που θα επέτρεπε στη Nvidia να πουλάει τα H20 τσιπ της στην Κίνα, με την προϋπόθεση ότι το κράτος θα εισπράττει 15% από τις πωλήσεις, ενώ πρόσφατα εξασφάλισε και μια «χρυσή μετοχή» με δικαίωμα βέτο στην εξαγορά της US Steel από τη Nippon Steel.

Η νέα αυτή στρατηγική παρουσιάζεται από τον Τραμπ και τους συνεργάτες του με ενθουσιασμό ως «συμφωνίες όλη μέρα», όμως προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Πολλοί στο επιχειρηματικό κατεστημένο, αλλά και υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς, καταγγέλλουν ότι πρόκειται για κινήσεις «σοσιαλιστικού τύπου». Ωστόσο, άλλοι παρατηρούν ότι η αμερικανική κυβέρνηση εδώ και χρόνια εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην οικονομία και ότι αυτό που αλλάζει είναι κυρίως η μορφή και η έκταση αυτής της εμπλοκής.

2. Ιδιωτικοποίηση των στεγαστικών δανείων

Από την άλλη προωθείται η ιδιωτικοποίηση των Fannie Mae και Freddie Mac, δύο κρατικών οργανισμών που δημιουργήθηκαν για να στηρίζουν το αμερικανικό στεγαστικό σύστημα αγοράζοντας και εγγυώμενοι στεγαστικά δάνεια. Σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ είναι να προχωρήσει σε ιδιωτικοποίηση μέσω εισαγωγής στο χρηματιστήριο, διαθέτοντας το 5% έως 15% των μετοχών τους, με στόχο την άντληση περίπου 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η συνολική αξία τους εκτιμάται γύρω στα 500 δισ. δολάρια, γεγονός που θα έκανε αυτή την εισαγωγή στο χρηματιστήριο μία από τις μεγαλύτερες όλων των εποχών. Η Elizabeth Warren, προειδοποιεί ότι χωρίς σαφή κρατική εγγύηση θα αυξηθεί το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά και θα αποσταθεροποιηθεί η αγορά κατοικίας.

Ο «στρατηγικός κρατικός παρεμβατισμός» σε τομείς «εθνικής ασφάλειας» συνδυάζεται δηλαδή με μια ακόμα νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση στα στεγαστικά δάνεια, που απειλεί να μετατρέψει τις ανάγκες στέγασης εκατομμυρίων Αμερικανών σε νέο πεδίο κερδοσκοπίας της Wall Street ανοίγοντας τον δρόμο για αύξηση επιτοκίων, μεγαλύτερη επιβάρυνση των νοικοκυριών και αποσταθεροποίηση του στεγαστικού συστήματος.

Είναι φανερό ότι αυτή η νέα μορφή κρατικού παρεμβατισμού υπηρετεί πρωτίστως την προστασία των γεωπολιτικών συμφερόντων των ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, υπονοείται σιωπηρά ότι το πρότυπο της «πιο ελεύθερης αγοράς» στον κόσμο δεν αποδίδει όπως άλλοτε και υποχωρεί απέναντι στο πιο αποτελεσματικό οικονομικό μοντέλο της Κίνας. Το δόγμα της «ελεύθερης αγοράς» δεν ξεψυχά στην περιφέρεια, αλλά στον ίδιο τον πυρήνα της.

Ωστόσο, αυτή η στροφή στον κρατικό παρεμβατισμό δεν στοχεύει στην προάσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων, αλλά στην ενίσχυση της παγκόσμιας ηγεμονίας του αμερικανικού κράτους. Με άλλα λόγια, η γεωπολιτική τίθεται πάνω από τις αρχές της ελεύθερης αγοράς.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το