Είναι αυτό που λέει τ’ όνομά του. Ένα κουτί για να θυμάσαι.
Τα κουτιά αυτά δεν πουλιούνται και δεν αγοράζονται. Αποκτιούνται με κόπο, χρόνο, δάκρυα, γέλια, κουβέντες, διαβάσματα.
Φιλτράρουν μόνα τους τη θύμηση για να αντέχουν, αποστάζουν τους πιο γλυκούς χυμούς της και τους κρατούν γι απαντοχή, βάζουν στο πίσω μέρος αυτής της σοφίτας που τη λέμε κεφάλι, τις μαύρες μνήμες – γιατί το ‘χει αυτό η ζωή, να θέλει να κοιτάζει μπροστά – και μπορεί να ‘ρθει μια στιγμή, στον πάταγο ενός ατυχήματος ή στο βάθος του χρόνου, και να γίνουν όλα τα κουτιά της μνήμης σκόνη.
Πρέπει να ‘ναι μια στιγμή σα θάνατος. Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν είναι εκτεθειμένος και μισός. Δεν ξέρει που είναι το σπίτι του, ποιος πρωτοφίλησε τα χείλη του, αν στο ρυζόγαλο μπαίνει κανέλλα ή πιπέρι, τι ώρα παίρνει τα χάπια του. Φωνάζει μόνο συνέχεια, ‘μάνα μου’. Αυτή η σχέση και η ανάγκη δεν είναι μέρος της θύμησης. Είναι μέρος του σώματος.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο
Συνήθως αφηγούμαστε αυτά που κρύβουν τα κουτιά της μνήμης. Λέμε, “θυμάσαι τότε που…”
Για να δείξουμε τις αναμνήσεις, τα χρώματα, το σχήμα, το φως που τις έλουζε, παίρνουμε μια παλιά φωτογραφία, ένα έκθεμα σε μουσείο, ένα σημείωμα σε λεύκωμα. Κι αυτά τα λέμε, πολύτιμα. Όταν χάσουμε κάτι απ’ αυτά τα πολύτιμα, είναι σα να χάσαμε ένα χρυσό δαχτυλίδι. Κι ακόμα χειρότερα. Ένα μικρό κομμάτι της ζωής μας.
Όταν νοιώθω να μπουκώνω από τα άχαρα ή όταν γράφω γι αυτά, νοιώθω πολλές φορές σα να γέννησα. Στη γέννα του μεγάλου μου γιου, για να βγει το παιδί μου και από κομμάτι των σωθικών μου να γίνει άνθρωπος, έσπασαν οι φλέβες των ματιών μου. Τα μάτια μου ήταν για πολλές μέρες κόκκινα, σαν από πολύωρο κλάμα.
Τώρα, όποτε “σπάνε οι φλέβες των ματιών μου”, καταφεύγω στα χέρια μου.
Λέω, θα φτιάξω ένα απ’ τα κουτιά που είναι κρυμμένα στη δική μου σοφίτα. Μιας και τον περισσότερο καιρό, από τότε που γεννήθηκα, τον πέρασα μέσα σ’ ένα σχολείο και η μυρωδιά του χαρτιού έχει μπουκώσει τα ρουθούνια μου και η σκόνη της κιμωλίας έχει παχνίσει τα μαλλιά μου, άρχισα να ζυμώνω χαρτοπολτό, να κόβω, να κολλώ, να πλάθω μιαν υδρόγειο σα μοσχοκάρυδο, να δένω μικροσκοπικά βιβλία, μια λιλιπούτεια ποδιά και να με ξετρελαίνει το καλαφάτισμα του πιο μικρού θρανίου.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

– Κυρία, τα πόδια της Μαριγούλας έχουν μελανιάσει. Δε φοράει παπούτσια.
– Ο άβακας μετρά ακόμη και τ’ αστέρια;
– Ναι, αν πεις πως η κάθε χάντρα είναι ένα σύμπαν.
– Να βάζετε την κούπα για το γάλα κάτω απ’ την κουτάλα της επιστάτριας. Δεν βλέπει καλά και θα σας ζεματίσει. Κι όχι πάνω από μια φέτα ψωμί ο καθένας.
-Να ντύσετε όλα σας τα τετράδια με μπλε κόλα και να πείτε του μπακάλη να μην τα βάζει όπου να ‘ναι. Βρωμάνε οι τσάντες σας μπακαλιάρο.
-Τι φταρνίζεσαι μπροστά στον πίνακα; Μας έπνιξες με τη σκόνη της κιμωλίας. Πάμε παρακάτω. Δύο και δύο;
– Να μακρύνεις κι άλλο την ποδιά σου. Κι αυτό το τσουλούφι γιατί δεν είναι κάτω απ’ την κορδέλα;
– Φύσαγε αέρας και μου ανακάτεψε τα μαλλιά.

Η εικόνα ίσως περιέχει: άτομα κάθονται
– Μόνο στο δικό σου το κεφάλι φύσαγε ο αέρας; Ελπίζω να μην σου ανακάτεψε και τα μυαλά.
– Χι για τη χελώνα. Όλοι μαζί! Ψι για το ψαλίδι. Πιο δυνατά! Ωμέγα το ωρολόγιον.
– Τι είναι το ωρολόγιον, μαμά;
– Το ρολόι. Υπάρχει και μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνουν όλοι καλά.
– Ποιοι τη μιλάνε;
– Οι δικηγόροι και οι παπάδες.
– Δείξε μας, Αθανάσιε, στο χάρτη την Αθήνα….Πιο δεξιά…Όχι! Λίγο πιο κει. Το δάχτυλό σου, βλάκα, κολυμπάει από ώρα στο Αιγαίο Πέλαγος. Όπου να ‘ναι θα πνιγεί.
Έβαλα στο κουτί τα χρώματα και τα σχήματα.
Κι ένα ωρολόγιον ρολόι.
Και όλη εκείνη τη σκόνη της κιμωλίας.
Μη φταρνιστείς, θα σε πνίξει.
Δεν μπόρεσα να βάλω τις μυρωδιές, τις φωνές και τα αισθήματα.

Νίνα Γεωργιάδου

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το