Τα τελευταία χρόνια των βάρβαρων μνημονιακών πολιτικών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης έχει εφαρμοστεί μια σωρεία αντιδραστικών νομοσχεδίων και μέτρων, που στόχο έχουν την αφαίρεση του δικαιώματος στη δημόσια και δωρεάν παιδεία και στην ιδιωτικοοικονομική λειτουργία των σχολείων και των πανεπιστημίων, καθώς και τη διάλυση του εκπαιδευτικού, φοιτητικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Στα πανεπιστήμια, πιο ειδικά, τα νομοσχέδια από της Διαμαντοπούλου, του Γαβρόγλου μέχρι τον Χρυσοχοΐδη και την Κεραμέως επιτελούσαν τα σχέδια της Μπολόνια και της ΕΕ, που γενικά αποσκοπούν στη διάσπαση των πτυχίων, στον κατακερματισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων, στην επιβολή των επιχειρηματικών σχεδίων στα πανεπιστήμια, στην «κινητικότητα» φοιτητών και κεφαλαίων στα πανεπιστήμια σε παγκόσμιο επίπεδο, στην αξιολόγηση και στην κατηγοριοποίηση των πανεπιστημίων, στην εδραίωση των ταξικών φραγμών μέσω του αποκλεισμού νέων από τα πανεπιστήμια.

Στα μεταπτυχιακά προγράμματα ορίζεται καθαρά ότι οι πόροι για τη λειτουργία τους μπορούν να προέρχονται από τέλη φοίτησης, από δωρεές, χορηγίες, από πόρους από ερευνητικά έργα ή προγράμματα, από ιδίους πόρους του Α.Ε.Ι. και από τον κρατικό προϋπολογισμό ή το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Άρα, προβλέπεται η ιδιωτικοποίηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών μέσω της επιβολής διδάκτρων, αλλά και μέσω της χρηματοδότησης των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών από ερευνητικά προγράμματα και έργα, τα οποία μπορεί να βασίζονται σε ιδιωτική χρηματοδότηση από εταιρείες, οι οποίες εξυπηρετούν τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα.

Συνολικά, η επιβολή διδάκτρων έχει τη λειτουργία της διαμόρφωσης ενός σαθρού παιδαγωγικού και επιστημονικού οικοδομήματος, αφού ανοίγει ο δρόμος για τον αποκλεισμό φοιτητών μέσω των ταξικών φραγμών στα μεταπτυχιακά προγράμματα, ενώ η ποιότητα των προγραμμάτων σπουδών με δίδακτρα υποβαθμίζεται, λόγω της προσαρμογής της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις ανάγκες της αγοράς. Τα κριτήρια για την επιλογή ενός υποψηφίου είναι ταξικά και οικονομικά, το επίπεδο και το περιεχόμενο των σπουδών διαμορφώνεται με βάση τις απαιτήσεις ενός φοιτητή που αντιμετωπίζεται ως πελάτης, ενώ και τα μεταπτυχιακά με δίδακτρα θα είναι εκείνα που γενικά θα δίνουν τα απαραίτητα εφόδια που απαιτεί η αγορά και όχι τις στέρεες επιστημονικές γνώσεις για τη διαμόρφωση ενός ακέραιου επιστήμονα.

Μάλιστα, το 30% των τελών φοίτησης καταλήγει στον ΕΛΚΕ, για να χρηματοδοτηθούν τα ερευνητικά προγράμματα, άλλα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και να στηριχθούν λειτουργικές ανάγκες του ΑΕΙ, αντί να καλυφθούν όλα αυτά από το κράτος. Επιπλέον, η επιβολή διδάκτρων και η χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων από ιδιωτικούς φορείς λειτουργεί ως πηγή εσόδων για τους καθηγητές, με βάση τον νόμο Κεραμέως, με συνέπεια την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων με τους φοιτητές, αφού οι φοιτητές είναι αυτοί που καταβάλλουν τα δίδακτρα, αποσκοπεί και στην απόσπαση της υποστήριξης των καθηγητών προς την πολιτική της εφαρμογής ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων και των διδάκτρων, χρησιμοποιώντας ως δέλεαρ την αμοιβή τους από τα έσοδα του μεταπτυχιακού, ενώ συμβάλλει και στην ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ των καθηγητών και επίδοξων χρηματοδοτών τους, όπως είναι οι εταιρείες, με συνέπεια την εξάρτηση της λειτουργίας των μεταπτυχιακών προγραμμάτων από τις βλέψεις των εταιρειών και τα συμφέροντά τους. Η απαλλαγή από τα δίδακτρα γίνεται πολύ δύσκολα και μόνο αν πληρούνται πολύ αυστηρά κριτήρια, όπως η απαίτηση για υψηλούς βαθμούς, τα πολύ χαμηλά εισοδήματα όλης της οικογένειας του φοιτητή κ.ο.κ.

Ακόμα, η δυνατότητα οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών ενός Α.Ε.Ι., των οποίων τα έσοδα προέρχονται σε πολλές περιπτώσεις από δίδακτρα ή χρηματοδοτήσεις από εταιρείες, δείχνει την προσπάθεια αυτά τα κοινά μεταπτυχιακά να υλοποιηθούν στη βάση μιας κοινής οικονομικής διαχείρισης που γίνεται με στόχο τον σημαντικό περιορισμό των πόρων για τα μεταπτυχιακά προγράμματα και της υποστήριξης της λειτουργίας των κοινών αυτών μεταπτυχιακών προγραμμάτων με όρους κόστους και κέρδους προς όφελος των επιχειρήσεων. Πέραν των προηγούμενων, το πανεπιστήμιο της αγοράς και των δεξιοτήτων στηρίζεται στην καθιέρωση της τηλε-εκπαίδευσης (25% στα μεταπτυχιακά), με στόχο την την παροχή με ταχύ ρυθμό πληροφοριακού χαρακτήρα γνώσεων προς όφελος της απόκτησης δεξιοτήτων, για τη δημιουργία ενός φθηνού εργατικού δυναμικού που θα κινείται στην αγορά με μια λίστα προσόντων και δεξιοτήτων. Τέλος, μπορούν να δημιουργηθούν τα επαγγελματικά μεταπτυχιακά προγράμματα, τα οποία βασίζονται στη σύμβαση ή συμφωνία του Α.Ε.Ι. με το φορέα του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, ο οποίος και χρηματοδοτεί το μεταπτυχιακό πρόγραμμα με στόχο την εκπαίδευση γενικά μόνο του προσωπικού των φορέων του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα. Άρα, δημιουργούνται μεταπτυχιακά ξεκάθαρα διαμορφωμένα με βάση τις ανάγκες της αγοράς και τις απαιτήσεις των ιδιωτικών συμφερόντων, χρησιμοποιώντας τις υποδομές και τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό των Α.Ε.Ι.

Σε επίπεδο διδακτορικών σπουδών, μπορούν να δημιουργηθούν διδακτορικά μέσω της συνεργασίας μεταξύ μιας επιχείρησης ή βιομηχανίας και ενός Α.Ε.Ι., με στόχο την αύξηση της κερδοφορίας των εταιρειών και της παραγωγής εμπορικών προϊόντων ή υπηρεσιών, με δυνατή αξιοποίηση και των υποδομών του Α.Ε.Ι. Η επιχείρηση έχει μάλιστα και λόγο στην επίβλεψη του υποψήφιου διδάκτορα, με τον ορισμό εκπροσώπου της που καθορίζει το έργο του υποψήφιου διδάκτορα και επηρεάζει σημαντικά την πορεία του με γνώμονα τις ανάγκες της βιομηχανικής παραγωγής και όχι με βάση τα πραγματικά επιστημονικά προβλήματα. Η έρευνα μπορεί και να πραγματοποιηθεί στη βιομηχανία ή στην επιχείρηση, δηλαδή ο υποψήφιος διδάκτορας παράγει, ως φθηνό εργατικό δυναμικό, κανονική εργασία προς όφελος της βιομηχανίας. Ουσιαστικά, καταργούνται τα ακαδημαϊκά κριτήρια και οι απαιτήσεις στην έρευνα, καθώς η όλη μέθοδος και η βάση της ερευνητικής διαδικασίας θα είναι απαλλαγμένη από τις ανάγκες και τα ερωτήματα της επιστημονικής έρευνας. Η όλη έρευνα και το περιεχόμενό της θα γίνουν με βάση μια ατομική συμφωνία μεταξύ του καθηγητή, του φοιτητή και της επιχείρησης. Η χρηματοδότηση της έρευνας γίνεται από την επιχείρηση ή από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΕΕ), γεγονός που εντείνει την εξάρτηση της έρευνας από τους στόχους της εμπορευματοποίησης της παραγόμενης γνώσης και του επιστημονικού και εκπαιδευτικού πλούτου των πανεπιστημίων.

Επίσης, η εκδήλωση των διαθέσεων του κεφαλαίου απέναντι στα πανεπιστήμια γίνεται φανερή μέσω των κοινών διεθνών διιδρυματικών προγραμμάτων, των κέντρων επιμόρφωσης και δια βίου μάθησης (Κ.Ε.Δ.Ι.Β.Ι.Μ.), ΕΛΚΕ, της επιτροπής μεταφοράς τεχνολογίας, καινοτομίας και νεοφυούς επιχειρηματικότητας, των εταιρειών αξιοποίησης και διαχείρισης της περιουσίας των πανεπιστημίων, των ΕΛΙΔΕΚ-ΙΚΥ. Ακόμα, οι εταιρείες αξιοποίησης και διαχείρισης της περιουσίας των πανεπιστημίων λειτουργούν με ιδιωτικο-οικονομικούς και εμπορικούς όρους για την ενίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων στα πανεπιστήμια, προβαίνοντας ουσιαστικά σε ξεπούλημα της περιουσίας και των λειτουργιών του πανεπιστημίου.

Τελικά, οι σημερινοί υποψήφιοι διδάκτορες και μεταπτυχιακοί φοιτητές πρέπει να ξεκινήσουν ένα αέναο κυνήγι αναζήτησης χρηματοδότησης από τους κρατικούς φορείς των ΙΚΥ και ΕΛΙΔΕΚ, που είναι φορείς της καινοτομίας και της αριστείας στα πανεπιστήμια, με συνέπεια τη λήψη μιας χρηματοδότησης, που φτάνει το πολύ τα 900 ευρώ, κάτω από συνθήκες άκρατου ανταγωνισμού και πίεσης. Οι φοιτητές συνεπώς είτε συνάπτουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου με τους ΕΛΚΕ είτε ψάχνουν για υποτροφίες, εργαζόμενοι χωρίς ασφάλιση, χωρίς ένσημα και με εισόδημα που δεν εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή διαβίωση και με προϋπηρεσία που δεν αναγνωρίζεται, ενώ βιώνουν τις συνέπειες μιας πλήρους αβεβαιότητας και εντατικοποιημένων ρυθμών εργασίας με τους άθλιους όρους απόδοσης που επιβάλλουν η αγορά και ο ανταγωνισμός.

Λέανδρος Σ.

περιοδικό πορεία, τ. 56, που κυκλοφορεί

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το