Το διήγημα στα «α»

Άντον Τσέχοφ, Ο άνθρωπος στη θήκη

μετάφραση: Γιάννης Παπαδόπουλος
επιμέλεια: Παντελής Ανδριώτης
εισαγωγή: Γιάννης Παπαδόπουλος

Το διήγημα «Άνθρωπος σε θήκη» αποτελεί ένα από τα διηγήματα μιας τριλογίας, στην οποία δώσαμε αυθαίρετα τον τίτλο «Ιβαν Ίβανιτς και Μπούρκιν», δύο προσώπων τα οποία χρησιμοποιεί ο Τσέχοφ ως υποβολείς. Τα άλλα δύο διηγήματα είναι «Τα Φραγκοστάφυλα» και το «Για την Αγάπη». «Τα Φραγκοστάφυλα», αυτό το εμβληματικό διήγημα του Τσέχοφ, το παρουσιάσαμε στα φιλόξενα «αντιτετράδια» σε παλαιότερο τεύχος.

Ο «Άνθρωπος σε Θήκη» είναι ένας ακραία έμφοβος γραφειοκράτης, ένας απόλυτα ψοφοδεής καθηγητής Ελληνικών και Λατινικών στα ρωσικά Γυμνάσια, τον οποίο περιγράφει απαράμιλλα ο Τσέχοφ σε όλη του την ελεεινή αποστολή μέσα στη ρωσική νεότητα. Ένας άνθρωπος της καταστροφής και της οδύνης, χωρίς ικμάδα ανθρωπιάς απέναντι σε όλους και -προφανώς- στον εαυτό του.

Η παρούσα μετάφραση δεν έγινε από τα ρωσικά αλλά από τα γερμανικά και την επιμέλεια έκανε ο Παντελής Ανδριώτης. Η μετάφραση έγινε από τον Γιάννη Παπαδόπουλο, τον οποίο και βαραίνουν αποκλειστικά ενδεχόμενες αστοχίες. Μεταφράσαμε το διήγημα από μια ανατολικογερμανική έκδοσης διηγημάτων του Τσέχωφ με ημερομηνία 1947, από τις εκδόσεις «Ίνζελ, Βιβλία Τσέπης». Η έκδοση ήταν δίτομη: ο πρώτος τόμος είχε τίτλο «Η Κυρία με το Σκυλάκι και άλλα διηγήματα» και ο δεύτερος «Το Παραστράτημα και άλλα διηγήματα». Την ανθολόγηση και τον επίλογο έκανε ο γερμανός εκδότης, κριτικός ρωσικής λογοτεχνίας, αντιναζιστής στα δύσκολα χρόνια της ναζιστικής κυριαρχίας και κομμουνιστής, Βέρνερ Μπέρτχελ. Την μετάφραση απ’ τα ρωσικά στα γερμανικά έκανε ο σημαντικότερος σλαβολόγος, ο βαθύτερος γνώστης της ρωσικής λογοτεχνίας, και σημαντικός μεταφραστής της, Ράινχολντ Τράουτμαν. Η δίτομη αυτή έκδοση είχε εικονογραφηθεί από δύο ζωγράφους: τον Ούγγρο Αντρέ Καράκας, καθηγητή στη Σχολή Καλλών Τεχνών

της Βουδαπέστης και αργότερα, ο γερμανός Λουτς Ζίμπερτ εικονογράφησε τον δεύτερο τόμο.

*****

Στην άκρη του χωριού Μιρονοσίσκογιε αργοπορημένοι κυνηγοί κάθισαν στον αχυρώνα του κοινοτάρχη Προκόφιγ για να περάσουν τη νύχτα. Ήταν μόνο δύο: Ο κτηνίατρος Ιβάν Ίβανιτς και ο δάσκαλος γυμνασίου, ο Μπούρκιν. Ο Ιβάν Ίβανιτς είχε ένα πολύ περίεργο διπλό πατρικό επίθετο: Τσίμσα- Χιμαλάισκιγ, που δεν του ταίριαζε καθόλου και σε όλη την περιφέρεια τον αποκαλούσαν απλώς με το μικρό του όνομα και το πατρώνυμό του. Έμενε κοντά στην πόλη, σ’ ένα ιπποφορβείο και είχε βγει για κυνήγι ώστε να πάρει καθαρό αέρα. Αντίθετα, ο δάσκαλος του γυμνασίου, ο Μπούρκιν, ήταν κάθε καλοκαίρι καλεσμένος του δούκα Ρ και στην περιοχή αυτή αισθανόταν από καιρό σαν στο σπίτι του.

Δεν κοιμόντουσαν. Ο Ιβάν Ίβανιτς, ένας ψηλόσωμος, ισχνός, ηλικιωμένος άντρας με μακρύ μουστάκι καθόταν έξω στην είσοδο και κάπνιζε την πίπα του. Το φεγγάρι τον φώτιζε. Ο Μπούρκιν ήταν ξαπλωμένος μέσα, πάνω στο άχυρο και στο σκοτάδι δεν μπορούσε να τον δει κανένας.

Διηγούνταν κάθε λογής ιστορίες. Μεταξύ άλλων μιλούσαν για το γεγονός πως η γυναίκα του κοινοτάρχη, η Μάβρα, μια υγιής και καθόλου κουτή γυναίκα, σε όλη της τη ζωή δεν είχε βγει ποτέ της απ’ το χωριό που γεννήθηκε, δεν είχε δει ποτέ μια πόλη ή ένα σιδηρόδρομο και τα τελευταία δέκα χρόνια καθόταν πάντοτε πίσω από τη σόμπα και μόνο τα βράδια έβγαινε στον δρόμο.

«Τι το παράξενο υπάρχει σ’ αυτό» είπε ο Μπούρκιν «Άνθρωποι οι οποίοι είναι εκ φύσεως μοναχικοί, που αποσύρονται όπως τα καβούρια ή τα σαλιγκάρια δεν είναι καθόλου σπάνιοι σ’ αυτόν τον κόσμο. Ίσως εδώ να βρίσκεται ένας αταβισμός, μια επιστροφή στην εποχή που ο πρόγονος του ανθρώπου δεν ήταν συντροφικό ζώο και ζούσε μοναχικά στη σπηλιά του ή πάλι ίσως αυτό είναι μια παραλλαγή του ανθρώπινου χαρακτήρα, ποιος ξέρει; Δεν είμαι φυσιολόγος για να θέτω τέτοια ερωτήματα. θέλω μόνο να πω πως τέτοιοι άνθρωποι, όπως η Μάβρα, δεν είναι καθόλου σπάνιες περιπτώσεις. Δεν χρειάζεται όμως να ψάχνουμε μακριά: πριν περίπου δυο μήνες, πέθανε στην πόλη μας ο συνάδελφός μου, ο Μπελικόφ, ο δάσκαλος των ελληνικών. Ασφαλώς θα έχετε ακούσει γι’ αυτόν. Έκανε εντύπωση που πάντοτε, ακόμη και με ωραίο καιρό, έβγαινε έξω με γαλότσες και ομπρέλα και ήταν αψεγάδιαστα ντυμένος μ’ ένα ζεστό πανωφόρι με βάτες. Η ομπρέλα του ήταν βαλμένη σε μια θήκη, το ρολόι του ήταν σε μια θήκη από γκρίζο δέρμα και όταν έβγαζε έξω τον σουγιά του για να ξύσει το μολύβι του, τότε και ο σουγιάς του ήταν χωμένος σε μια θήκη. Και το πρόσωπό του φαινόταν σαν να ήταν χωμένο ς’ ένα κάλυμμα γιατί το έκρυβε μόνιμα στο σηκωμένο γιακά τού πανωφοριού του. Φορούσε σκούρα γυαλιά, μια πλεκτή ζακέτα, τα αυτιά του τα βούλωνε με βάτες κι όταν καθόταν σε μια άμαξα, ζητούσε να σηκωθεί η οροφή. Με μια λέξη ο άνθρωπος αυτός είχε τη συνεχή, ανυπέρβλητη ανάγκη να περιβάλλεται μ’ ένα κάλυμμα, ας το πούμε να καταστεί ο ίδιος μια θήκη που θα τον απομονώσει και θα τον προστατεύσει από εξωτερικές επιδράσεις. Η πραγματικότητα τού δημιουργούσε ανησυχία, τον τρόμαζε και ίσως για να δικαιολογήσει την επιφύλαξή του και την αντιπάθειά του απέναντι στο παρόν, επαινούσε πάντοτε το παρελθόν και πράγματα που ποτέ δεν είχαν υπάρξει. Οι αρχαίες γλώσσες, τις οποίες δίδασκε, ήταν γι’ αυτόν μόνο γαλότσες και ομπρέλες με τις οποίες προστατευόταν από την πραγματική ζωή.

“Ω, πόσο όμορφη, πόσο εύηχη είναι η ελληνική γλώσσα!” φρόντιζε να λέει με γλυκιά έκφραση στο πρόσωπο και προς απόδειξη των λεγομένων του σήκωνε τα μάτια ψηλά και έλεγε: “Anthropos!”

Ακόμη και τις αντιλήψεις του προσπαθούσε ο Μπελικόφ να τις πακετάρει σε μια θήκη. Σαφείς τού ήταν μόνον οι διαταγές και τα άρθρα στις εφημερίδες, στα οποία κάτι απαγορευόταν. Αν σε μια διαταγή απαγορεύονταν στους μαθητές να εμφανίζονται στο δρόμο μετά τις εννέα το βράδυ ή όταν σ’ ένα άρθρο εφημερίδας απαιτείτο η απαγόρευση του σαρκικού έρωτα, τότε αυτά τού ήταν σαφή και απολύτως καθορισμένα: ήταν απαγορευμένα και τέρμα. Σε κάτι όμως που εγκρίνεται, σε κάτι που επιτρέπεται, κρυβόταν γι’ αυτόν πάντοτε κάτι αμφίβολο, κάτι άρρητο και ασαφές. Αν στην πόλη εγκρινόταν ένας δραματικός θίασος, μια διάλεξη ή μια παράθεση τσαγιού, φρόντιζε να κουνάει το κεφάλι και να λέει χαμηλόφωνα: “Όλα αυτά είναι ασφαλώς καλά, πολύ όμορφα, αρκεί όμως εκεί να μη συμβεί κάτι!”.

Κάθε ενόχληση, συναναστροφή, παρέκκλιση από τον κανόνα τον καθιστούσε κατσούφη, ακόμη κι αν αυτό στην πραγματικότητα δεν τον αφορούσε. Αν ένας συνάδελφος αργούσε στην κατάνυξη ή κυκλοφορούσαν φήμες για έναν καυγά γυμνασιόπαιδων ή αν μια δασκάλα εμφανιζόταν αργά το βράδυ με έναν αξιωματικό, αυτός εξάπτονταν πολύ και έλεγε ακατάπαυστα: “Μόνο μη συμβεί κάτι εκεί!”. Και στις συνεδριάσεις του συλλόγου των δασκάλων, μας γινόταν ενοχλητικός με την προσοχή του, με την καχυποψία του και τις αποστειρωμένες υποδείξεις του ότι, για παράδειγμα, η νεολαία στο γυμνάσιο αρρένων και θηλέων συμπεριφέρεται άσχημα, στις τάξεις γίνεται φασαρία -αχ, μόνο μη φτάσει στις ανώτερες αρχές και δημιουργηθεί εξ αιτίας αυτού κάποιο θέμα!- και αν κάποιος απέκλειε από τη δευτέρα τάξη τον Πετρόφ και από την τρίτη τον Γιεγκόροφ, αυτό θα ήταν πολύ καλό. Και τι νομίζετε; Με τους αναστεναγμούς του, τη φοβικότητά του, τα σκοτεινά γυαλιά του πάνω στο μικρό και χλωμό του πρόσωπο -ξέρετε, σ’ ένα μικρό πρόσωπο σαν της νυφίτσας- μας καταπίεζε όλους και υποχωρούσαμε, δώσαμε στον Πετρόφ και στον Γιεγκόροφ κακούς χαρακτηρισμούς στη διαγωγή τους, τους κλείσαμε στο πειθαρχείο, και τελικά τους αποβάλλαμε και τους δύο από το σχολείο.

Είχε την παράξενη συνήθεια να μας επισκέπτεται τον ένα μετά τον άλλο στο διαμέρισμά μας: έρχεται σε έναν συνάδελφο, κάθεται και σιωπά σαν να ήθελε κάτι να κατασκοπεύσει. Έτσι κάθεται για διάρκεια μιας ή δυο ωρών και μετά φεύγει πάλι. Αυτές τις επισκέψεις τις ονόμαζε “διατήρηση καλών σχέσεων προς τους συναδέλφους”. Του έπεφτε προφανώς βαρύ να έρχεται και να κάθεται, το έκανε μόνο γιατί το θεωρούσε συναδελφικό του καθήκον. Εμείς οι δάσκαλοι τον φοβόμαστε. Μάλιστα, βλέπετε, οι δάσκαλοί μας είναι ασφαλώς σκεπτόμενοι, επιμελείς άνθρωποι… Έχουν διαβάσει Τουργκιένγιεφ και Στσέντριν, αλλά αυτό το ανθρωπάκι με τις γαλότσες και την ομπρέλα τυραννούσε όλο το γυμνάσιο δεκαπέντε γεμάτα χρόνια! Τι λέω το γυμνάσιο; Όλη την πόλη! Οι κυρίες μας δεν μπορούσαν τις Κυριακές να διοργανώσουν τις λατρεμένες τους παραστάσεις, επειδή φοβόταν πως μπορούσε αυτός να λάβει γνώση. Επίσης ο κλήρος φοβόταν κατά τη διάρκεια της νηστείας να φάει κάτι απαγορευμένο και να παίξει χαρτιά. Υπό την επιρροή τέτοιων ανθρώπων, όπως ο Μπελικόφ, άρχισαν στην πόλη μας κατά τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια να φοβούνται. Φοβόντουσαν να μιλήσουν μεγαλόφωνα, να γράψουν γράμματα, να κάνουν γνωριμίες, να διαβάσουν βιβλία, φοβόντουσαν να βοηθήσουν τους φτωχούς και να μάθουν στους ανθρώπους ανάγνωση και γραφή…».

Ο Ιβάν Ίβανιτς ήθελε κάτι να πει, ξερόβηξε, άναψε πρώτα την πίπα του, κοίταξε ψηλά το φεγγάρι και μετά είπε προφέροντας αργόσυρτα: «Ναι λοιπόν, σκεπτόμενοι, επιμελείς άνθρωποι διαβάζουν Τουργκιένγιφ, Τσέντριν και Μπούρκλε και τα λοιπά και μετά υποτάσσονται και τα υπομένουν όλα… Ναι, ναι, έτσι είναι τα πράγματα».

«Ο Μπελικόφ έμενε στο ίδιο σπίτι μ’ εμένα», συνέχισε ο Μπούρκιν. «Στον ίδιο όροφο, διπλανή πόρτα, βλεπόμασταν συχνά και γνώριζα τη ζωή του στο σπίτι. Και στο σπίτι η ίδια ιστορία: Νυχτικό, σκούφος ύπνου, σφαλιστά παντζούρια, σύρτες, μια ολόκληρη σειρά απαγορεύσεων, περιορισμών και αχ! Μη μου συμβεί τίποτε! Το να τρώει νηστίσιμα γεύματα είναι βλαβερό, αλλά και κατά την περίοδο της νηστείας να τρώει κρέας, δεν πάει, γιατί πιθανόν κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Μπελικόφ δεν κρατάει τις νηστείες. Οπότε έτρωγε ποταμίσια πέρκα με αγελαδινό βούτυρο. Γυναικεία υπηρεσία δεν ήθελε να έχει, από φόβο μήπως κάποιος σκεφθεί άσχημα γι’ αυτόν, οπότε προσέλαβε για μάγειρα τον Αφανάσιγ, έναν ηλικιωμένο άντρα περίπου εξήντα ετών, ο οποίος τις περισσότερες φορές ήταν μεθυσμένος και μισότρελος. Υπήρξε παραπαίδι αξιωματικών και κάτι σκάμπαζε από μαγειρική. Αυτός ο Αφανάσιγ στεκόταν συνήθως με σταυρωμένα τα χέρια μπρος στην πόρτα και μουρμούριζε αναστενάζοντας συνεχώς το ίδιο: “σήμερα έχουν θρονιαστεί για τα καλά μέσα”.

Ο Μπελικόφ είχε ένα υπνοδωμάτιο, μικρό σαν μπαούλο, και το κρεβάτι του είχε μια κουρτίνα. Όταν έπεφτε να κοιμηθεί τραβούσε την κουβέρτα πάνω απ’ το κεφάλι. Μέσα ήταν πολύ ζεστά και πνιγηρά, ο αέρας χτυπούσε στις κλειδωμένες πόρτες, η σόμπα βούιζε, απ’ την κουζίνα ηχούσαν αναστεναγμοί. Αναστεναγμοί που ανήγγελλαν συμφορά.

Ένιωθε φόβο κάτω απ’ την κουβέρτα του. Φοβόταν ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι, ο Αφανάσιγ να τον δολοφονήσει, κλέφτες να τρυπώσουν και όταν μετά αποκοιμιόταν είχε τρομακτικά όνειρα. Το πρωί, όταν πηγαίναμε μαζί στο γυμνάσιο ήταν άκεφος, χλωμός και μπορούσε να διακρίνει κανείς ότι το γυμνάσιο με τους πολλούς ανθρώπους, το γυμνάσιο σαν όλον, του ήταν τρομερά απωθητικό και του ήταν βασανιστικό, σε αυτόν τον εκ φύσεως μοναχικό άνθρωπο, να περπατάει δίπλα μου.

“Συνεχίζει και τώρα να γίνεται φασαρία στις αίθουσες”, έλεγε, ενώ πάσχιζε να δώσει μια εξήγηση για τη μελαγχολική του διάθεση. “Είναι πράγματι εντελώς ανάρμοστο”. Και αυτός ο δάσκαλος των ελληνικών, αυτός ο άνθρωπος μέσα σε θήκη, μπορείτε να το φανταστείτε, παραλίγο να παντρευτεί».

Ο Ιβάν Ίβανιτς κοίταξε γρήγορα γύρω του και είπε: «Δεν μου κάνετε πλάκα!»

«Ναι, παραλίγο θα είχε παντρευτεί, τόσο κωμικό ακούγεται. Αποκτήσαμε έναν καινούργιο δάσκαλο Ιστορίας και Γεωγραφίας, έναν κάποιο Μιχαήλ Σάβιτς Κοβαλένκο, έναν Ουκρανό. Δεν ήρθε μόνος του, αλλά με την αδελφή του, τη Βαρίνγιακα. Ήταν νέος, ψηλόσωμος, μελαχρινός και είχε τεράστια χέρια. Το έβλεπε κάποιος στο πρόσωπό του ότι θα είχε μια μπάσα φωνή και πράγματι η φωνή του έβγαινε σαν από βαρέλι: Μπου- μπου- μπου… Η Βαρίνγιακα δεν ήταν νέα πια, περίπου τριάντα χρονών ήταν, αλλά επίσης ψηλόσωμη, λεπτή, με μαύρα φρύδια και κόκκινα μάγουλα, κοντολογίς όχι κορίτσι αλλά μια καραμέλα και πολύ ζωηρή, φωνακλού, τραγουδούσε πάντοτε ουκρανικά ρομάντζα και γελούσε. Δεν προλάβαινε κάποιος να πει κάτι και ηχούσε κιόλας το δυνατό της γέλιο: Χα-χα-χα!

Την πρώτη μας στενότερη γνωριμία με τους Κοβαλένκο την κάναμε, όπως θυμάμαι, στην ονομαστική εορτή του διευθυντή. Μεταξύ των κακόκεφων, βαρετών παιδαγωγών, οι οποίοι εμφανίστηκαν στην ονομαστική εορτή, βιώσαμε ξάφνου, πως μια νέα Αφροδίτη γεννήθηκε από τον αφρό: περπατούσε με τα χέρια στηριγμένα στη μέση, γελούσε, τραγουδούσε, χόρευε… Τραγουδούσε γεμάτη συναίσθημα στα ουκρανικά: “οι αέρηδες φυσούν”, μετά ένα ακόμη ρομάντζο και ακόμη ένα, κι όλους μας μάγεψε, του Μπελικόφ συμπεριλαμβανομένου. Αυτός καθόταν δίπλα της και έλεγε με το πιο γλυκό χαμόγελο: “η ουκρανική διάλεκτος θυμίζει στην απαλότητά της και τη μελωδία της την αρχαία ελληνική γλώσσα”.

Αυτό την κολάκευσε και γεμάτη συναίσθημα ξεκίνησε να διηγείται παραστατικά πως στην περιφέρεια Χαντγιάτς έχει στην κατοχή της ένα κτήμα και εκεί ζει η μανούλα της, πως το κτήμα έχει τόσα πολλά αχλάδια, τόσα πεπόνια, τόσα “κομπάκεν”! Στα ουκρανικά “κομπάκεν” λέγονται τα κολοκύθια και τα πανδοχεία σένκεν και μαγειρεύουν στο σπίτι μια σούπα λαχανικών με μπλε και κόκκινα παντζάρια που “έχει τρομερή γεύση”.

Παρακολουθούσαμε και παρακολουθούσαμε και ξαφνικά μας ήρθε σε όλους η ίδια σκέψη. “Ωραία θα ήταν να τους παντρέψουμε τους δυό τους”, μου είπε η σύζυγος τού διευθυντή χαμηλόφωνα.

Και ξαφνικά θυμηθήκαμε πως ο Μπελικόφ μας δεν ήταν παντρεμένος και μας φάνηκε περίεργο ότι μέχρι τώρα δεν είχαμε καθόλου προσέξει μια τόσο σημαντική λεπτομέρεια της ζωής του και την είχαμε αφήσει στην άκρη. Πώς συμπεριφέρεται εν γένει στο γυναικείο φύλο, πώς αντιμετωπίζει για τον εαυτό του το σημαντικό αυτό θέμα; Παλιότερα αυτό δεν μας ενδιέφερε καθόλου. Και ίσως δεν το θεωρούσαμε δυνατόν ότι μπορεί να αγαπήσει ένας τέτοιος άνθρωπος, ο οποίος με όλους τους καιρούς έβγαινε έξω με γαλότσες και κοιμόταν πίσω από μια κουρτίνα κρεβατιού.

“Έχει καιρό τώρα περάσει τα σαράντα και αυτή είναι τριάντα…”, είπε η σύζυγος του διευθυντή για να εξηγήσει τη σκέψη της. “Πιστεύω πως θα τον έπαιρνε”.

Τι άλλο εκτός από πλήξη δεν συμβαίνει σε μας εδώ στην επαρχία, πόσα αχρείαστα και ανόητα πράγματα! Και επιπλέον δεν συμβαίνουν αυτά που θα ήταν απαραίτητα. Τώρα δηλαδή, τι μας έπιασε ξαφνικά να παντρέψουμε αυτόν τον Μπελικόφ, τον οποίο ως σύζυγο δεν μπορούσε να τον φανταστεί κανείς; Η σύζυγος του διευθυντή, η σύζυγος του σχολικού επιθεωρητή και όλες οι άλλες κυρίες του γυμνασίου σαφώς ξανάνιωσαν και έγιναν επιπλέον πιο ευχάριστες όταν είδαν μπροστά τους ένα στόχο ζωής. Η σύζυγος του διευθυντή παίρνει στο θέατρο ένα θεωρείο και στο θεωρείο της βλέπουμε να κάθεται η Βαρίνγιακα με μια βεντάλια, λαμπερή, ευτυχισμένη και δίπλα της ο Μπελικόφ, κοντός, μπασμένος, σαν να τον τράβηξαν έξω απ’ τη θήκη του με μια λαβίδα. Δίνω μια εσπερίδα και οι κυρίες ζητούν: πρέπει οπωσδήποτε να καλέσω τον Μπελικόφ και την Βαρίνγιακα. Με μια λέξη, το νερό μπήκε στ’ αυλάκι.

Και απεδείχθη ότι η Βαρίνγιακα δεν ήταν απρόθυμη να παντρευτεί. Στον αδελφό της, η ζωή της δεν ήταν ιδιαιτέρως άνετη, ξέραμε πως όλη μέρα διαφωνούσαν και αρπάζονταν. Για παράδειγμα: Ο Κοβαλένκο προχωράει στο δρόμο, ένας υψηλόσωμος, υγιής κρεμανταλάς, με κεντητό πουκάμισο, μπροστά του κρέμεται ένα τσουλούφι κάτω απ’ το σκούφο. Με το ένα χέρι κρατάει μια στοίβα βιβλία, στο άλλο ένα χοντρό ροζιασμένο ραβδί. Πίσω του περπατά η αδελφή του, ομοίως κρατώντας βιβλία.

“Αλλά Μιχάλιγικ, δεν τα διάβασες καθόλου!” φωνάζει δυνατά. “Σου λέω, ορκίζομαι, ούτε τα κοίταξες!”

“Κι εγώ σου λέω: τα διάβασα!” φωνάζει ο Κοβαλένκο και χτυπάει το ραβδί στο έδαφος.

“Αχ, Θεέ μου, Μίντσικ! Τι εξάπτεσαι, μια απλή συζήτηση κάνουμε!”

“Κι εγώ σου λέω: τα διάβασα!” φωνάζει ακόμη δυνατότερα ο Κοβαλένκο.

Και στο σπίτι επικρατούσαν καυγάδες και ας είχαν επισκέπτες. Το να ζει έτσι της ήταν προφανώς βαρετό, ποθούσε ένα δικό της σπίτι και έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψη και η ηλικία της: Ο καιρός που μπορούσε να διαλέξει είχε περάσει, έπρεπε να παντρευτεί τον πρώτο τυχόντα και ας ήταν ένας δάσκαλος ελληνικών. Και πρέπει να ειπωθεί πως στην πλειοψηφία των νέων γυναικών είναι εντελώς αδιάφορο ποιον παντρεύονται, όταν τέλος πάντων παντρεύονται, και όπως και να είναι, σε κάθε περίπτωση, η Βαρίνγιακα άρχισε να δείχνει σαφώς την εύνοια της στον Μπελικόφ.

Και ο Μπελικόφ; Ερχόταν στον Κοβαλένκο όπως ακριβώς ερχόταν σε μας. Ερχόταν σ’ αυτόν, καθόταν και σιωπούσε. Σιωπούσε και η Βαρίνγιακα τού τραγουδούσε στα ουκρανικά «οι αέρηδες φυσούν» ή τον κοίταζε συλλογισμένη με τα μαύρα μάτια της ή ξέσπαγε ξαφνικά σε γέλια: “Χα, χα, χα!”.

Στις υποθέσεις του έρωτα και ιδιαιτέρως στο θέμα του γάμου η πειθώς παίζει ένα σημαντικό ρόλο. Όλοι -τόσον οι συνάδελφοι, όσο και οι κυρίες- άρχισαν να ενθαρρύνουν τον Μπελικόφ ότι πρέπει οπωσδήποτε να παντρευτεί, ότι δεν του μένει τίποτε άλλο πλέον στη ζωή από το να παντρευτεί: Εμείς όλοι θα του ευχόμασταν ευτυχία, έλεγαν με σοβαρά πρόσωπα και κάθε είδους κοινοτυπίες, για παράδειγμα, ο γάμος είναι ένα πρώτο βήμα στη ζωή. Επιπλέον η Βαρίνγιακα δεν ήταν επ’ ουδενί άσχημη, ήταν ενδιαφέρουσα, κόρη ενός κρατικού συμβούλου, κατείχε ένα κτήμα και πάνω απ’ όλα ήταν η πρώτη γυναίκα που τον αντιμετώπισε φιλικά -να το πούμε εγκάρδια- το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει και πείστηκε πως πρέπει να παντρευτεί…»

“Θα έπρεπε όμως κάποιος να του αφαιρέσει τις γαλότσες και την ομπρέλα”, είπε ο Ιβάν Ίβανιτς.

«Όχι, φαντάζεστε, αυτό αποδείχθηκε αδύνατον. Τοποθέτησε το πορτρέτο της Βαρίνγιακα πάνω στο γραφείο του, μετά ήρθε σε μένα και μιλούσε για τη Βαρίνγιακα, για την οικογενειακή ζωή και για το ότι ό γάμος είναι ένα σοβαρό βήμα στη ζωή. Ήταν συχνά στους Κοβαλένκο, όμως δεν άλλαξε σε καμία περίπτωση τον τρόπο ζωής του. Αντίθετα: Η απόφασή του να παντρευτεί επέδρασε πάνω του παθολογικά, έγινε πετσί και κόκκαλο, χλόμιασε και φάνηκε να χώνεται βαθύτερα στη θήκη του.

“Η Βαρβάρα Σαβίσκα μου αρέσει”, μου είπε μια φορά με ένα αδύνατο, στραβό χαμόγελο, “και ξέρω ότι ο κάθε άνθρωπος πρέπει οπωσδήποτε να παντρευτεί αλλά… ξέρετε, όλα αυτά ήρθαν τόσο ξαφνικά… Πρέπει να το συλλογιστεί κανείς σε βάθος”.

“Τι υπάρχει σ’ αυτό να συλλογιστεί” του είπα, “παντρευτείτε και όλα καλά”.

‘Όχι, ο γάμος είναι ένα σοβαρό βήμα στη ζωή, πρέπει κανείς προτού παντρευτεί να σταθμίσει τις υποχρεώσεις που τον περιμένουν, τις ευθύνες… ώστε αργότερα να μη συμβεί κάτι. Αυτό με ανησυχεί τόσο που δεν μπορώ πια να κοιμηθώ τη νύχτα. Και φοβάμαι, ειπωμένο ειλικρινά: αυτή και ο αδελφός της έχουν τόσο περίεργες αντιλήψεις, έχουν, ξέρετε, κρίνουν τα πράγματα με τόσο ιδιαίτερο τρόπο και αυτή έχει έναν πολύ ζωηρό χαρακτήρα. Παντρεύεται κανείς αλλά αργότερα, εν ριπή οφθαλμού, καταλήγει ποιος ξέρει σε τι καταστάσεις”.

Και δεν της έκανε καμία πρόταση γάμου, το ανέβαλε συνεχώς προς μεγάλο θυμό της συζύγου του διευθυντή και των λοιπών κυριών. Συνεχώς στάθμιζε τις μελλοντικές υποχρεώσεις και ευθύνες, εν τω μεταξύ πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα περίπατο με τη Βαρίνγιακα: ίσως, σκεπτόταν, πως στη θέση του, αυτό ήταν το καθήκον του. Ερχόταν συνεχώς σε μένα για να κουβεντιάσουμε περί της οικογενειακής ζωής και κατά πάσα πιθανότητα θα της έκανε πρόταση γάμου και θα πραγματοποιείτο ένας από τους πλέον περιττούς και ανόητους γάμους, όπως γίνονται σε μας χιλιάδες από πλήξη και οκνηρία, αν δεν υφίστατο ξαφνικά ένα “κολοσσιαίο σκάνδαλο”. Πρέπει εδώ να προσθέσω πως ο αδελφός της Βαρίνγιακα μισούσε τον Μπελικόφ απ’ την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους και δεν μπορούσε να τον αντέξει.

“Δεν αντιλαμβάνομαι”, μας έλεγε και κούναγε τους ώμους του, “δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορείτε και χωνεύετε αυτόν τον γλύφτη, αυτόν τον απεχθή λωλό. Αχ, κύριοί μου, πώς μπορείτε γενικά και ζείτε εδώ! Σ΄ εσάς εδώ επικρατεί μια αηδιαστική, πνιγηρή ατμόσφαιρα. Είστε όμως εσείς παιδαγωγοί, δάσκαλοι; Είστε θεσιθήρες, σ’ εσάς εδώ δεν υπάρχει κανένας ναός της επιστήμης αλλά μια δημόσια υπηρεσία και βρομάει τέτοια ξινίλα, όπως σ’ έναν αστυνομικό σταθμό. Όχι, αγαπητοί μου, για λιγάκι ακόμη θα εμπλακώ εδώ και μετά θα πάω στο κτήμα μου να πιάνω καβούρια και να διδάσκω τα παιδιά των μουζίκων. Θα φύγω, αλλά εσείς! Μείνετε λοιπόν εδώ με τον Ιούδα σας – ο διάολος να τον πάρει!” Είτε ταρακουνιόταν απ’ τα γέλια, γελούσε μέχρι δακρύων. “Τι μου θρονιάζεται αυτός συνέχεια; Τι θέλει; Θρονιάζεται και χαζοκοιτάει”.

Έδωσε στον Μπελικόφ το παρατσούκλι: “η αράχνη”. Φυσικά αποφεύγαμε να συζητήσουμε μαζί του για το ότι η αδελφή του η Βαρίνγιακα ήταν στο φτερό να παντρευτεί την αράχνη. Και όταν μια φορά η κυρία του διευθυντή έκανε έναν υπαινιγμό πάνω σ’ αυτό το θέμα, πως καλό θα ήταν, η αδελφή του να πάρει για άντρα έναν τόσο σταθερό και σε όλους τόσο σεβαστό άνθρωπο, όπως ο Μπελικόφ, συνοφρυώθηκε και μουρμούρισε: “Αυτό δεν με αφορά καθόλου. Από μένα έχει το ελεύθερο να παντρευτεί και μια οχιά, δεν ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις”.

Ακούστε τώρα τι συνέβη στη συνέχεια: κάποιος χωρατατζής σχεδίασε ένα σκίτσο: Ο Μπελικόφ βαδίζει με τις γαλότσες και ανασηκωμένα παντελόνια κάτω από μια ανοικτή ομπρέλα, στο πλευρό του έχει την Βαρίνγιακα και από κάτω η υπογραφή: «ο ερωτευμένος Anthropos». Ο σχεδιαστής πρέπει να δούλεψε πάνω σ’ αυτό περισσότερο από μια νύχτα γιατί έλαβαν από ένα αντίγραφο όλοι οι δάσκαλοι του γυμνασίου αρρένων και θηλέων, οι δάσκαλοι του σεμιναρίου και οι υπάλληλοι. Και ο Μπελικόφ έλαβε ένα. Η γελοιογραφία τού προκάλεσε μια φρικτή εντύπωση.

Βγήκαμε μαζί απ’ το σπίτι -ήταν μόλις Πρωτομαγιά, μια Κυριακή και όλοι μας δάσκαλοι και γυμνασιόπαιδα, είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε στο γυμνάσιο και στη συνέχεια να πάμε με τα πόδια έξω απ’ την πόλη, στο δασάκι- προχωρούσαμε λοιπόν μαζί, αυτός όμως ήταν βλοσυρός, πιο σκοτεινός κι απ’ τα σύννεφα της βροχής.

“Τι κακοήθεις και απαίσιοι άνθρωποι υπάρχουν όμως!” έλεγε και τα χείλη του έτρεμαν.

Μάλιστα τον λυπήθηκα. Όπως πηγαίναμε ο ένας δίπλα στον άλλο, περνάει ξαφνικά -μπορείτε να το φανταστείτε- λοιπόν περνάει από μπροστά μας ο Κοβαλένκο πάνω σ’ ένα διθέσιο ποδήλατο και πίσω του η Βαρίνγιακα, κι αυτή στο ποδήλατο, κόκκινη, ξαναμμένη αλλά λαμπερή και χαρούμενη.

«Πηγαίνουμε μπροστά!» φώναξε η Βαρίνγιακα. “Είναι τόσο υπέροχος ο καιρός, θαυμάσιος, τρέλα είναι!”.

Εξαφανίστηκαν και οι δύο. Ο Μπελικόφ μας άλλαξε χρώμα στο πρόσωπο κι έγινε άσπρος σαν το χιόνι, ήταν σαν αποσβολωμένος. Έμεινε να στέκει και με κοίταζε… “Αν μου επιτρέπετε τι σημαίνει αυτό;” ρώτησε. “Μήπως με απατά η όρασή μου; Αρμόζει όμως σ’ έναν δάσκαλο γυμνασίου και σε μια κυρία να οδηγούν ποδήλατο;”

“Τι αταίριαστο υπάρχει σ’ αυτό;” είπα. “Αφήστε τους να κάνουν τη βόλτα τους, όσο θέλουνε”.

“Είναι όμως κάτι τέτοιο δυνατόν;” φώναξε, έκπληκτος για την ψυχραιμία μου. “Τι είναι αυτά που λέτε;’

Και ήταν τόσο ταραγμένος που δεν ήθελε να συνεχίσει να περπατάει και γύρισε πίσω.

Την επόμενη μέρα έτριβε ακατάπαυστα και νευρικά τα χέρια του και τιναζόταν – έβλεπε κανείς στο πρόσωπό του πως αισθανόταν άσχημα. Διέκοψε μάλιστα και την παράδοση, για πρώτη φορά στη ζωή του. Για μεσημέρι δεν έφαγε τίποτε. Γύρω στο απόγευμα ντύθηκε όσο το δυνατόν πιο ζεστά αν και έξω ο καιρός ήταν καλοκαιρινός και σύρθηκε προς τους Κοβαλένκο. Η Βαρίνγιακα δεν ήταν στο σπίτι. Συνάντησε μόνον τον αδελφό της.

“Καθίστε παρακαλώ”, είπε ο Κοβαλένκο ψυχρά και συνοφρυώθηκε. έμοιαζε νυσταγμένος, μόλις είχε κάνει τη μεσημεριανή του σιέστα και είχε κακή διάθεση.

Ο Μπελικόφ έμεινε περίπου για δέκα λεπτά σιωπηλός και μετά ξεκίνησε: “Ήρθα για να ξαλαφρώσω την καρδιά μου. Είμαι λυπημένος, πολύ λυπημένος. Κάποιος που με χλεύασε, με γελοιοποίησε σε μια γελοία φιγούρα και μαζί με μένα και ένα πρόσωπο πολύ κοντινό και στους δυο μας. Το θεωρώ καθήκον μου να σας διαβεβαιώσω ότι στο θέμα αυτό είμαι εντελώς αθώος… Για την κοροϊδία αυτή δεν έδωσα την παραμικρή αφορμή. Αντίθετα, όλο τον καιρό συμπεριφέρθηκα εντελώς ευπρεπώς”.

Ο Κοβαλένκο γεμάτος κρυφή οργή, καθόταν εκεί και σιωπούσε. Ο Μπελικόφ περίμενε λιγάκι και μετά συνέχισε χαμηλόφωνα με λυπημένη φωνή: ‘Επίσης πρέπει να σας πω κάτι ακόμη. Είμαι παλιός δάσκαλος, εσείς όμως βρίσκεστε στην αρχή της σταδιοδρομίας σας και θεωρώ καθήκον μου, ως παλαιότερος συνάδελφος, να σας προειδοποιήσω. Οδηγείτε ποδήλατο, αλλά η διασκέδαση αυτή για έναν παιδαγωγό της νεότητας είναι εντελώς ανάρμοστη”.

“Γιατί” ρώτησε ο Κοβαλένκο με βαθιά μπάσα φωνή.

“Μα, πρέπει κανείς να το εξηγήσει περαιτέρω, Μιχαήλ Σάβιτς, δεν είναι εντελώς αυτονόητο; Αν ένας δάσκαλος οδηγεί ποδήλατο, τότε τι απομένει να κάνει ένας μαθητής; Να πηγαίνει με τα χέρια κάτω και τα πόδια πάνω; Καθότι αυτό μέσω μιας διάταξης δεν είναι επιτρεπτό, δεν του επιτρέπεται κάποιου να το κάνει. Εχθές έμεινα έκπληκτος! Και όταν μετά είδα και τη δεσποινίδα αδελφή σας, σκοτείνιασε μπροστά μου ο κόσμος. Μια γυναίκα ή μια νέα κοπέλα σ’ ένα ποδήλατο -αυτό είναι τρομερό!”

“Τι ακριβώς θέλετε στην πραγματικότητα από μένα;”

“Θέλω μόνο ένα – σας προειδοποιώ Μιχαήλ Σάβιτς. Είστε νέος. Έχετε ακόμη μέλλον μπροστά σας. Πρέπει να συμπεριφέρεστε πολύ, πάρα πολύ προσεκτικά αλλά, εσείς τόσο συχνά ξεπερνάτε τα όρια, αχ, πόσο συχνά ξεπερνάτε τα όρια! Τριγυρνάτε με κεντητό πουκάμισο, κυκλοφορείτε στο δρόμο μόνιμα με κάποια βιβλία παραμάσχαλα και τώρα οδηγείτε και ποδήλατο. Το ότι εσείς και η αδελφή σας οδηγείτε ποδήλατο, θα το μάθει ο διευθυντής, μετά θα έρθει το θέμα στο σχολικό συμβούλιο… Τι καλό μπορεί να προκύψει από κάτι τέτοιο;”

“Το ότι εγώ και η αδελφή μου οδηγούμε ποδήλατο, κανένα δεν αφορά!” είπε ο Κοβαλένκο και έγινε κατακόκκινος. “Και όποιος αναμιγνύεται στις προσωπικές μου και οικογενειακές μου υποθέσεις, να πάει στο διάολο!”.

Ο Μπελικόφ χλόμιασε και σηκώθηκε.

“Αν μου μιλάτε σ’ αυτό τον τόνο, τότε δεν μπορώ να συνεχίσω”, είπε. “Σας παρακαλώ, παρουσία μου να μη μιλάτε σ’ αυτό τον τόνο για τους προϊσταμένους μας. Έχετε το καθήκον να συμπεριφέρεστε με σεβασμό έναντι των ανωτέρων”.

‘Είπα κάτι άσχημο για τους προϊσταμένους;” ρώτησε ο Κοβαλένκο και τον κοίταξε αγριεμένος. “Παρατήστε με επιτέλους στην ησυχία μου, είμαι ένας ευθύς άνθρωπος και δεν έχω διάθεση να κουβεντιάζω με ανθρώπους σαν κι εσάς. Τους ρουφιάνους δεν τους χωνεύω”.

Ο Μπελικόφ άρχισε να ντύνεται γρήγορα και σε νευρική έξαψη, έχοντας στο πρόσωπό του την έκφραση του πιο έντονου τρόμου. Για πρώτη φορά στη ζωή του, του είχε πει κάποιος τέτοιες ωμότητες.

“Όσον με αφορά, μπορείτε να λέτε ό,τι σας αρέσει”, είπε από το διάδρομο, πατώντας ήδη το πλατύσκαλο. “Πρέπει μόνο να σας επιστήσω την προσοχή στο εξής: Ίσως μας άκουσε κάποιος και για να μην παρερμηνεύσει και συμβεί κάτι εξ αιτίας αυτού, πρέπει να ανακοινώσω στον κύριο διευθυντή το περιεχόμενο της συνομιλίας μας… Τουλάχιστον σε γενικές γραμμές. Αυτό αποτελεί καθήκον μου”.

“Να ανακοινώσεις; Τότε τράβα λοιπόν, ανακοίνωσε ό,τι θέλεις”.

Ο Κοβαλένκο τον άρπαξε από πίσω, απ’ το γιακά και του έδωσε μια σπρωξιά, έτσι που ο Μπελικόφ, με τις γαλότσες να χτυπούν, κατρακύλησε στη σκάλα. Η σκάλα ήταν ψηλή και απότομη, έφτασε όμως κάτω σώος, σηκώθηκε και ψηλάφισε τη μύτη του για να διαπιστώσει αν τα γυαλιά του είναι άθικτα.

Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή που ο Μπελικόφ κατρακυλούσε στη σκάλα, έμπαινε στο σπίτι η Βαρίνγιακα με δυο κυρίες. Στέκονταν κάτω και τα είδαν όλα και για τον Μπελικόφ αυτό ήταν το τρομακτικότερο. Καλύτερα να έσπαγε το λαιμό του και τα πόδια του απ’ το να γίνει ο περίγελος των ανθρώπων, τώρα όλη η πόλη θα το μάθει, θα έρθει το θέμα μέχρι τον διευθυντή, μέχρι το σχολικό συμβούλιο, αν δεν προκύψει τίποτε εξ αιτίας αυτού! Θα σχεδιαστεί μια καινούργια γελοιογραφία και όλα αυτά θα τελειώσουν όταν θα λάβει διαταγή να υποβάλει την παραίτησή του… Όταν σηκώθηκε, η Βαρίνγιακα τον αναγνώρισε και όταν είδε το γελοίο του πρόσωπο, το τσαλαπατημένο του πανωφόρι, τις γαλότσες -επειδή δεν αντιλήφθηκε αμέσως περί τίνος επρόκειτο και νόμιζε πως κατρακύλησε από απροσεξία- τότε δεν μπόρεσε να κρατηθεί και άρχισε να γελάει δυνατά με ένα γέλιο που το άκουσε όλο το σπίτι: “Χα, χα, χα!”.

Και αυτό από μόνο του το τρανταχτό, γάργαρο χα, χα, χα έφερε το τέλος: του γάμου και της γήινης παρουσίας του Μπελικόφ. Δεν άκουγε πια τι έλεγε η Βαρίνγιακα και δεν έβλεπε και τίποτε πια. Φτάνοντας στο σπίτι πριν απ’ όλα αφαίρεσε τη φωτογραφία της απ’ το γραφείο, ξάπλωσε στο κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε.

Μετά από περίπου τρεις ημέρες ήρθε σε μένα ο Αφανάσιγ και με ρώτησε μήπως έπρεπε να ειδοποιήσουμε το γιατρό, γιατί με τον κύριο κάτι δεν πάει καλά. Πήγα στον Μπελικόφ. Κείτονταν πίσω απ’ την κουρτίνα του κρεβατιού του, θαμμένος κάτω από μια κουβέρτα και σιωπούσε. Όταν τον ρωτούσαμε κάτι, απαντούσε με ένα ναι ή με ένα όχι – αλλιώς ούτε ήχο. Κείτονταν εκεί, κοντά του πήγαινε ο Αφανάσιγ πάνω-κάτω, σκοτεινός και βλοσυρός. Αναστέναζε βαριά και μια μυρουδιά από ρακί έβγαινε απ’ το στόμα του, όπως βγαίνει απ’ την ταβέρνα.

Μετά από έναν μήνα ο Μπελικόφ πέθανε. Τον κηδέψαμε όλοι, αυτό σημαίνει όλοι των δύο γυμνασίων και του σεμιναρίου. Όταν βρισκόταν στο φέρετρο, το πρόσωπό του είχε μια ήπια, ευχάριστη, σχεδόν θα έλεγα χαρούμενη έκφραση, σαν να ήταν χαρούμενος που τον έβαλαν επιτέλους σε μια θήκη την οποία δεν χρειαζόταν να εγκαταλείψει πια. Ναι, είχε φτάσει σε ένα ιδεώδες του!

Κατά τη διάρκεια της ταφής επικρατούσε, τρόπον τινά προς τιμή του, ένας βαρύθυμος, βροχερός καιρός, έτσι που όλοι μας φορούσαμε γαλότσες και κρατούσαμε ομπρέλες. Η Βαρίνγιακα παρευρέθη στην κηδεία και όταν το φέρετρο αφέθηκε να κυλήσει στον τάφο, έχυσε μερικά δάκρυα. Έκανα την παρατήρηση πως οι ουκρανές μόνο γελάνε ή μόνο κλαίνε, μια ενδιάμεση κατάσταση δεν υφίσταται σ’ αυτές.

Πρέπει να ομολογήσω πως δημιουργεί μεγάλη ικανοποίηση να θάβονται τέτοιοι άνθρωποι, όπως ο Μπελικόφ. Όταν επιστρέψαμε απ’ το νεκροταφείο είχαμε το αίσθημα της ταπεινότητας και της ψευτοευλάβειας, όμοια μ’ αυτό που αισθανόμαστε πριν πολύ καιρό κατά τα παιδικά μας χρόνια, όταν οι μεγάλοι εγκατέλειπαν το σπίτι, οπότε ήταν επιτρεπτό να τριγυρνάμε στον κήπο και να απολαμβάνουμε πλήρη ελευθερία! Ακόμη μια ελευθερία, ελευθερία! Και η απλή υποψία, η πιο αμυδρή ελπίδα να την αποκτήσουμε, δίνει φτερά στην ψυχή μας, έτσι δεν είναι;

Επιστρέψαμε με χαρούμενη διάθεση απ’ το νεκροταφείο. Δεν πέρασε όμως καλά καλά μια εβδομάδα και η ζωή κυλούσε πάλι όπως παλιά με την ίδια χοντροκομμένη, κοπιώδη και άνευ νοήματος ζωή, μια βεβαίως, όχι μέσω διαταγών απαγορευμένη ζωή αλλά ούτε και μία στην ουσία επιτρεπτή ζωή: τίποτε δεν έγινε καλύτερο και στην πραγματικότητα τον Μπελικόφ τον είχαμε κηδέψει αλλά πόσοι άλλοι απ’ αυτούς τους ανθρώπους σε θήκη δεν υπήρχαν ακόμη!»

«Αυτό είναι το θέμα», είπε ο Ιβάν Ίβανιτς και άναψε την πίπα του.

«Πόσοι πολλοί δεν θα υπάρξουν ακόμη!» επανέλαβε ο Μπούρκιν.

Ο δάσκαλος του γυμνασίου βγήκε απ’ τον αχυρώνα. Ήταν μικρόσωμος, χοντρός, εντελώς καραφλός με μαύρο γένι που του έφτανε σχεδόν μέχρι τη ζώνη. Δυο σκυλιά βγήκαν μαζί του από τον αχυρώνα.

«Το φεγγάρι, το φεγγάρι!» είπε και κοίταξε ψηλά στον ουρανό.

Ήταν ήδη μεσάνυχτα. Δεξιά φαινόταν όλο το χωριό, ο μακρύς δρόμος εκτεινόταν μακριά, περίπου πέντε βερστ. Όλα ήταν βυθισμένα σε ήσυχο, βαθύ ύπνο. Καμία κίνηση, κανένας θόρυβος, φαινόταν ελάχιστα πιστευτό ότι μπορεί στη φύση να επικρατεί τέτοια ησυχία. Αν κάποιος μέσα σε μια φεγγαρόφωτη νύχτα κοιτάξει ένα εκτεταμένο χωριό, με τις καλύβες του, τους αχερώνες του και τη θαμνώδη για βοσκή βλάστησή του, τότε ησυχάζει η ψυχή του. Στην ησυχία αυτή κάτω από τις βράδυνες σκιές είναι όλα ασφαλή από τις δυσκολίες, από τους κόπους, από τη θλίψη. Είναι όλα τόσο ήπια, τόσο μελαγχολικά, τόσο όμορφα! Σαν να κοιτάζουν κάτω ακόμη και τα αστέρια φιλικά και συγκινημένα, σαν να μην υπάρχει πια κανένα κακό στον κόσμο, παρά μόνο ευτυχία και βαθιά ειρήνη. Αριστερά στην άκρη του χωριού απλωνόταν τα χωράφια. Έβλεπε κανείς μακριά, πέρα απ’ αυτά μέχρι τον ορίζοντα και στην εντελώς απέραντη έκταση αυτών των χωραφιών, μέσα στο φως του φεγγαριού, τίποτε δε σαλεύει, ούτε ακούγεται ο παραμικρός θόρυβος.

«Αυτό είναι το θέμα», επανέλαβε ο Ιβάν Ίβανιτς, «πως ζούμε στις πόλεις, ζούμε μέσα στη βλακεία και τη στενοκεφαλιά, γεμίζουμε άχρηστα χαρτιά και παίζουμε χαρτιά – αυτό μήπως δεν είναι θήκη; Και το ότι περνάμε όλη μας τη ζωή ανάμεσα σε μικροαπατεώνες, ιντριγκαδόρους, κουτές, άχρηστες γυναίκες, συζητάμε και ακούμε όλες τις δυνατές ανοησίες, αυτό δεν είναι λοιπόν θήκη;»

«Ώρα για ύπνο», είπε ο Μπούρκιν, «τα λέμε το πρωί».

Πήγαν και ο δυο στον αχυρώνα και ξάπλωσαν πάνω στο άχυρο. Σχεδόν είχαν σκεπαστεί και λαγοκοιμηθεί, όταν έξαφνα άκουσαν ελαφρά βήματα: «Ταπ, ταπ…».

«Η Μάβρα είναι που γυρνάει γύρω – γύρω», είπε ο Μπούρκιν. Τα βήματα σώπασαν.

«Βλέπουμε και ακούμε, όπως λέμε ψέματα», είπε ο Ιβάν Ίβανιτς και γύρισε πλευρό, «και μετά αποκαλούμε κάποιον, που υπομένει τα ψέματα αυτά, κουφιοκέφαλο. Υπομένουμε προσβολές και ταπεινώσεις και δεν τολμούμε να αναγνωρίσουμε ανοικτά πως κάποιος είναι με το μέρος των έντιμων και ελεύθερων ανθρώπων και οι ίδιοι λέμε ψέματα χαμογελώντας και όλα αυτά για ένα κομμάτι ψωμί, για μια ζεστή γωνιά και τον οποιοδήποτε μικρό τίτλο που δεν αξίζει μια πεντάρα, όχι, έτσι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε!»

«Αυτό όμως είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, Ιβάν Ίβανιτς», είπε ο δάσκαλος. «Αφήστε καλύτερα να κοιμηθούμε».

Μετά από δέκα περίπου λεπτά ο Μπούρκιν είχε ήδη αποκοιμηθεί. Ο Ιβάν Ίβανιτς όμως γύριζε απ’ το ένα πλευρό στο άλλο και αναστέναζε. Τελικά σηκώθηκε, βγήκε πάλι έξω, κάθισε μπροστά στην πόρτα και κάπνιζε την πίπα του.

αντιτετράδια της εκπαίδευσης, τ. 142

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το