Τελευταία ήρθε πάλι στο προσκήνιο το δημογραφικό ζήτημα στη χώρα μας, με την ανακοίνωση ενός ανησυχητικού στατιστικού δεδομένου: Το 2022, οι θάνατοι έφτασαν να είναι περίπου διπλάσιοι από τις γεννήσεις και πιο συγκεκριμένα, για 140.801 θανάτους, καταγράφηκαν 76.541 βρέφη.
Σημείο καμπής όπου οι θάνατοι άρχισαν να ξεπερνούν τις γεννήσεις υπήρξε το όχι και τόσο μακρινό 2010, δηλαδή η χρονιά έναρξης της μνημονιακής «περιπέτειας» της χώρας μας. Έκτοτε, κάθε χρονιά καταγράφονται όλο και περισσότεροι θάνατοι σε σχέση με τις γεννήσεις, για να φτάσουμε στην ανατριχιαστική αναλογία του 2022 με 10 χιλιάδες λιγότερα βρέφη σε σχέση με το 2021. Αν συνεχιστεί αυτή η απόκλιση με αυτόν το ρυθμό, υπολογίζεται ότι το 2050, η Ελλάδα θα έχει έναν γερασμένο πληθυσμό 7.5 εκατομμυρίων.
Συνεπώς, όλο και πιο σπάνιο «είδος» θα γίνεται η νεολαία στη χώρα μας με την επικρατούσα κατάσταση. Ποιες είναι όμως οι αιτίες αυτού του φαινομένου;
Διάφορα ΜΜΕ, όπως η Καθημερινή, προσπαθούν να συγκαλύψουν τις μάλλον αυτονόητες αιτίες με το περίεργο επιχείρημα ότι, δεν είναι ότι κάνουν λιγότερα παιδιά οι γυναίκες, αλλά ότι «έχει μειωθεί το μέγεθος του πληθυσμού που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία» καθώς… «ο μέσος όρος ζωής αυξάνεται»…
Από μία άποψη, πράγματι έχει μειωθεί το μέγεθος του πληθυσμού σε αναπαραγωγική ηλικία και μάλιστα απότομα μετά το 2010. Από τότε μέχρι σήμερα, έχουν μεταναστεύσει σε άλλες χώρες της Δύσης περισσότεροι από 500 χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες, οι περισσότεροι νέοι και πιθανότατα σε αναπαραγωγική ηλικία, τουλάχιστον όταν μεταναστεύουν. Το λεγόμενο «brain drain» αποτελεί μέρος αυτού του γιγαντιαίου μεταναστευτικού κύματος, με οικονομικά κυρίως κίνητρα. Ωστόσο, ο κύριος λόγος αυτής της εξόδου από τη χώρα ή των μειούμενων γεννήσεων όσων πεισματικά παραμένουν είναι κοινός. Πρόκειται ασφαλώς για τη διαρκώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων της χώρας, αποτέλεσμα της μόνιμης λιτότητας που βασιλεύει σε αυτήν.
Χωρίς να θέλει κανείς να εξιδανικεύσει την κατάσταση πριν το 2010, η οικονομική κατάσταση του λαού και της νεολαίας ήταν σημαντικά καλύτερη από ό,τι είναι τώρα, μετά από τρία μνημόνια λιτότητας και ανεργίας, δύο χρόνια χείριστης διαχείρισης της πανδημίας και το πιο πρόσφατο κύμα ακρίβειας και πληθωρισμού, καθώς και διαφόρων οικονομικών καταστροφών που σχετίζονται με την απραξία μπροστά σε φυσικά φαινόμενα. Όλα αυτά σαρώνουν τα εισοδήματα και τις δυνατότητες ανατροφής παιδιών. Η πρόσβαση σε σχετικές υπηρεσίες, όπως βρεφονηπιακοί σταθμοί, αλλά και παροχές, όπως άδεια μητρότητας ήταν επίσης πιο διευρυμένη.
Από ‘κει και πέρα δεν θέλει πολλή φιλοσοφία για να αντιληφθεί κανείς γιατί έχουν μειωθεί δραματικά οι γεννήσεις στη χώρα μας. Τα παιδιά χρειάζονται λεφτά και λεφτά, πολύ απλά, δεν υπάρχουν.
Θα μπορούσε να επικαλεσθεί κανείς κι άλλες αιτίες, όπως η αύξηση των ψυχικών νοσημάτων, η δυσκολία σύναψης σχέσεων. Όλα αυτά, όμως, πρέπει να σχετίζονται με το βασικό ζήτημα της καταβαράθρωσης του βιοτικού επιπέδου.
Κατά καιρούς το θέμα της υπογεννητικότητας φαίνεται να απασχολεί και την εκάστοτε κυβέρνηση, πάντα με σκοπό αποκλειστικά επικοινωνιακό και όχι ουσιαστικό. Έτσι έγινε και με την προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ του Μητσοτάκη, όπου θεσπίστηκε το επίδομα γέννησης, ένα εφάπαξ επίδομα ύψους 2000 ευρώ για κάθε παιδί που γεννιέται με κάποια κριτήρια που αφορούν τους γονείς, όπως το εισόδημά τους. Πρόκειται για ένα μέτρο στο πνεύμα της μίζερης επιδοματικής πολιτικής της προηγούμενης και της τωρινής κυβέρνησης. Το ποσό, δε, είναι αστείο. Και αν σκεφτεί κανείς τα εκατομμύρια δημόσιου χρήματος που διασπαθίζονται, τότε πρόκειται για εξοργιστικό ανέκδοτο.
Άλλωστε η πρώτη κυβέρνηση της ΝΔ επιχείρησε χορηγώντας διάφορες αμφιλεγόμενες ημερίδες ή συνέδρια γονιμότητας, να συνδέσει το ζήτημα με την αγαπημένη της «ατομική ευθύνη», εκπέμποντας το μήνυμα ότι προορισμός της γυναίκας είναι… να τεκνοποιήσει και τι κάνει αν, τέλος πάντων αν έχει φτάσει σε μια ηλικία χωρίς να έχει κάνει ακόμη παιδί!
Τώρα με την παρούσα κυβέρνηση θεσπίστηκε νέο υπουργείο «Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας», που υποτίθεται θα σκύψει (αυτή τη φορά σίγουρα!) πάνω στο ζήτημα. Πρόκειται για άλλη μια επικοινωνιακή μπαρούφα μιας κυβέρνησης που ειδικεύεται σε αυτά.
Άλλωστε, πέρα από τις παντός είδους περικοπές και μειώσεις μισθών, η κυβέρνηση της ΝΔ κάνει και με άλλους τρόπους αδύνατο το πλαίσιο για την ανατροφή ενός παιδιού. Δεν είναι μόνο η κατάργηση του οκταώρου του νόμου Χατζηδάκη, που μειώνει τον χρόνο των εργαζομένων και τους εξουθενώνει ψυχικά και σωματικά, είναι και η διάλυση των εργασιακών σχέσεων, με αποκορύφωμα τις απάνθρωπες συμβάσεις μηδενικών ωρών, του νόμου Γεωργιάδη, όπου οι εργαζόμενοι θα είναι συνεχώς σε αναμονή στο τηλέφωνο, ώστε να ανταποκριθούν εγκαίρως στο κάλεσμα για εργασία, όποτε κρίνει ο εργοδότης. Μπορεί κανείς να θεωρεί σοβαρά, ότι σε μια τέτοια ξεχαρβαλωμένη κατάσταση, γίνεται να ανταποκριθεί μια οικογένεια με παιδιά;
Η δραματική μείωση του πληθυσμού είναι ένα σοβαρό ζήτημα για κάθε κοινωνία, καθώς με την αποστράγγιση της νιότης φεύγει και η ικμάδα και η ελπίδα. Μια κοινωνία που δεν αναπαράγεται, ασφαλώς δεν έχει μέλλον ενώ διάφορες έρευνες λένε ότι γίνεται και πιο φοβική και πιο αδιάφορη και αυτοαπορροφημένη. Είναι μια συνολικά νοσηρή κατάσταση, που συνοψίζει την ανικανότητα του καθεστώτος της εξάρτησης και της ρεμούλας, το οποίο δε μπορεί να εξασφαλίσει έστω τη φυσική συνέχεια της κοινωνίας που εξουσιάζει. Αν τελικά η Ελλάδα οδηγηθεί όντως σε κάποιου είδους δημογραφική κατάρρευση, αυτό θα είναι αποκλειστικά «κατόρθωμά» του…

Σπύρος Κ.

από το περιοδικό “πορεία”, τ. 57

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το