Η ανακοίνωση του Τραμπ ότι θα επιβάλει δασμούς 100% στα κινεζικά προϊόντα, επιπλέον αυτών που εφαρμόζονται ήδη από την 1η Νοέμβρη και περιορισμούς στην εξαγωγή κρίσιμου λογισμικού, πυροδότησε τον νέο κύκλο του εμπορικού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.
Παράλληλα ανακοίνωσε ότι μπορεί να μην συναντηθεί με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, όπως προγραμματιζόταν, στη Νότιο Κορέα κατά τη σύνοδο του APEC (Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού), στα τέλη του μήνα. Παρόλα αυτά πρόσθεσε ότι το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των νέων μέτρων μπορεί να μετατεθεί, ανάλογα με την απάντηση της Κίνας.
Έτσι μπήκε τέλος στο «μορατόριουμ» 90 ημερών, ανάμεσα στις δύο χώρες και στη συμφωνία που είχε επιτευχθεί για να μειωθούν οι εκατέρωθεν δασμοί, που είχαν επιβληθεί στην προηγούμενη φάση του εμπορικού πολέμου. Δεδομένου ότι η «ανακωχή» έληγε στις 10 Νοεμβρίου μάλλον δεν είναι τυχαία η νέα αναζωπύρωση, καθώς η κάθε πλευρά ενισχύει τη θέση της ενόψει μιας νέας διαπραγμάτευσης.
Ο Τραμπ έκανε λόγο για εχθρική κίνηση της Κίνας προσθέτοντας: «Έχω επίσης επικοινωνήσει με μία σειρά άλλων χωρών που είναι επίσης εξοργισμένες με την κινεζική επιθετικότητα». Ακόμη την κατηγόρησε πως «κρατά τον κόσμο όμηρο» και «ψεύδεται συστηματικά».
Η κίνηση αυτή του Αμερικανού προέδρου ήρθε σε απάντηση στους δραστικούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και των εργαλείων επεξεργασίας από την Κίνα, όπου διατηρεί μονοπωλιακή θέση. Κατέχει, περίπου το 70% της παγκόσμιας παραγωγής και το 95% της επεξεργασίας.
Οι λεγόμενες «σπάνιες γαίες» δεν είναι ακριβώς σπάνιες, με εξαίρεση το προμήθειο, αλλά εξορύσσονται πολύ δύσκολα και ακόμα πιο δύσκολα γίνεται η επεξεργασία τους. Είναι κρίσιμα υλικά για την παραγωγή μικροτσίπ, ηλεκτρικών οχημάτων, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αμυντικών συστημάτων κ.ά.
Η Κίνα δεν επέβαλε περιορισμούς μόνο στην εξαγωγή των ορυκτών αλλά και σε κάθε προϊόν που αντλεί πάνω από το 0,1% της αξίας του από τις σπάνιες γαίες. Πλέον θα χρειάζεται άδεια εξαγωγής από το Πεκίνο. Επίσης επιβλήθηκε απαγόρευση χρήσης για ξένους στρατούς. Η Κίνα φέρεται πως πήρε τα μέτρα ως απάντηση στη διεύρυνση του αριθμού των κινεζικών εταιρειών, με συμπερίληψη και των θυγατρικών, για περιορισμό των εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας από τις ΗΠΑ.
Επίσης το Πεκίνο επέβαλε νέα λιμενικά τέλη σε αμερικανικά πλοία που εισέρχονται στα κινεζικά λιμάνια. Θα αφορούν όχι μόνο πλοία που ανήκουν σε ή ναυλώνουν αμερικανικές εταιρείες, αλλά και πλοία που έχουν ναυπηγηθεί στις ΗΠΑ ή πλέουν υπό αμερικανική σημαία.
Εκπρόσωπος του υπουργείου Μεταφορών της Κίνας χαρακτήρισε την απόφαση του Πεκίνου «θεμιτή κίνηση για την προστασία των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων των κινεζικών ναυτιλιακών εταιρειών» και κάλεσε τις ΗΠΑ «να τερματίσουν τους παράλογους περιορισμούς στη ναυτιλιακή βιομηχανία της Κίνας».
Επιπλέον η Κίνα επέβαλε κυρώσεις σε πέντε αμερικανικές θυγατρικές του νοτιοκορεατικού ναυπηγικού κολοσσού Hanwha Ocean Co. που έχει επενδύσεις και στην Κίνα, απειλώντας με περαιτέρω αντίποινα. Η επίσημη αιτιολογία του Πεκίνου είναι ότι οι θυγατρικές «βοήθησαν και υποστήριξαν» την έρευνα που διεξάγουν οι ΗΠΑ για τη ναυτιλιακή και ναυπηγική βιομηχανία της Κίνας, θέτοντας σε κίνδυνο την «κυριαρχία, ασφάλεια και τα αναπτυξιακά συμφέροντα» της χώρας.
Με την κίνηση αυτή η Κίνα ασκεί έντονη πίεση και στη Νότιο Κορέα καλώντας τη να διαλέξει πλευρά. Η Σεούλ έχει δεσμευτεί να επενδύσει 150 δισ. δολάρια για την αναζωογόνηση της παραπαίουσας αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας που αντιπροσωπεύει μόνο το 0,4% του παγκόσμιου στόλου. Αντίθετα τα κινεζικά ναυπηγεία κατασκευάζουν πάνω από το ένα τρίτο των πλοίων (34,8%). Οι κυρώσεις στέλνουν το μήνυμα στην κορεατική εταιρεία πως αν συνεχίσει να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ θα πρέπει να θυσιάσει τις δραστηριότητές της στην Κίνα.
Ακόμη το Πεκίνο ξεκίνησε αντιμονοπωλιακή έρευνα κατά της αμερικανικής πολυεθνικής εταιρείας παραγωγής μικροκυκλωμάτων και ημιαγωγών (τσιπ) Qualcomm που προμηθεύει εταιρείες όπως η Xiaomi. Συγκεκριμένα οι αρχές της Κίνας θα διερευνήσουν την εξαγορά της ισραηλινής εταιρείας ημιαγωγών Autotalks που συνεργάζεται με κινεζικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, παρακάμπτοντας τους αμερικανικούς περιορισμούς.
Επίσης το Πεκίνο ανέστειλε τις αγορές αμερικανικής σόγιας, πλήττοντας σοβαρά τους Αμερικανούς αγρότες που αποτελούν την ραχοκοκαλιά της εκλογικής βάσης του Τραμπ.
Η κυβέρνηση τη Κίνας κατηγόρησε τις ΗΠΑ πως εφαρμόζουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά» και πως, αν χρειαστεί, θα δώσει «μάχη μέχρις εσχάτων». Ταυτόχρονα ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου διεμήνυσε στην Ουάσιγκτον πως «αν θέλετε διαπραγμάτευση, η πόρτα μας παραμένει ανοικτή». Ξεκαθάρισε όμως πως οι ΗΠΑ «δεν γίνεται ταυτόχρονα να επιδιώκουν διάλογο και να απειλούν με την επιβολή νέων περιορισμών. Δεν κάνεις έτσι διάλογο με την Κίνα».
Το Πεκίνο προχώρησε και σε μίαν ακόμη επίδειξη αποφασιστικότητας, απαιτώντας από την Αυστραλία την τιμολόγηση σε γιουάν του σιδηρομεταλλεύματος, το οποίο εισάγεται για την παραγωγή χάλυβα στην Κίνα.
Αλλά και η Δύση κινήθηκε επιθετικά, καθώς η Ολλανδία, πιθανά με αμερικανική παρότρυνση, έθεσε υπό τον έλεγχό της την κινεζικών συμφερόντων εταιρεία ημιαγωγών Nexperia που εδρεύει στη χώρα. Επικαλέστηκε μάλιστα νόμο σχετικά με τη διαθεσιμότητα αγαθών σε εμπόλεμες περιόδους!
Η ανακοίνωση των νέων δασμών, προκάλεσε σφαγή στα αμερικανικά χρηματιστήρια καθώς ρευστοποιήθηκαν 2 τρισ. δολάρια από την κεφαλαιοποίηση των εταιρειών του δείκτη S&P 500. Δηλαδή των 500 μεγαλύτερων εταιρειών με το 80% της διαθέσιμης κεφαλαιοποίησης της αγοράς. Πολλοί μιλούν για σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας που οδήγησε σε άνοδο 45% το τελευταίο εξάμηνο. Ιδιαίτερα στον κλάδο της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Τη μεγαλύτερη ιστορικά κατάρρευση είχε η αγορά κρυπτονομισμάτων. Πάνω από 19 δισ. δολάρια χάθηκαν.
Ο Τραμπ προσπάθησε να κατεβάσει λίγο τους τόνους ώστε να ηρεμήσουν οι αγορές προκαλώντας μια μικρή ανάκαμψη, για να ακολουθήσει νέα πτώση όταν κατηγόρησε το Πεκίνο για «οικονομική εχθρότητα». Η πίεση αυτή συγκεκριμένων μονοπωλιακών κύκλων των ΗΠΑ, που δεν θέλουν όξυνση με την Κίνα, έκανε τον υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, να δηλώσει πως δεν πρόκειται να γίνει διαπραγμάτευση με το Πεκίνο «επειδή η χρηματιστηριακή αγορά πέφτει» αλλά «επειδή κάνουμε ό,τι καλύτερο για την οικονομία των ΗΠΑ». Ανοίγοντας και αυτός τον δρόμο για νέες διαπραγματεύσεις. Ακόμη χαρακτήρισε «τρομερό» το ρεπορτάζ της The Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο ο Σι Τζινπίνγκ, «στοιχηματίζει ότι η οικονομία των ΗΠΑ δεν μπορεί να αντέξει μια παρατεταμένη εμπορική σύγκρουση» με την Κίνα.
Ο Μπέσεντ, είχε κατηγορήσει το Πεκίνο ότι «στοχεύει με μια “μπαζούκα” τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τη βιομηχανική βάση ολόκληρου του ελεύθερου κόσμου» και προέβλεψε ότι η αντίδραση απέναντι στην κινεζική κίνηση θα είναι συντονισμένη μεταξύ των ΗΠΑ και αρκετών συμμάχων τους.
Στο πλαίσιο του διαφαινόμενου παζαριού πρότεινε μεγαλύτερη χρονική αναστολή, πέραν των 90 ημερών, στους υψηλούς δασμούς έως 145 % που είχαν επιβληθεί αρχικά, ώστε να μην προχωρήσει η Κίνα τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και να βρεθεί μια συμφωνία.
Παρά το περιρρέον κλίμα, ο Αμερικανός υπουργός επιβεβαίωσε ότι η συνάντηση Τραμπ-Σι στη Νότια Κορέα παραμένει πιθανή και ότι ο ίδιος θα μπορούσε να συναντηθεί νωρίτερα με τον Κινέζο αντιπρόεδρο, Χε Λιφένγκ.
Εν τω μεταξύ, ο Κινέζος Υφυπουργός Οικονομικών, Λιάο Μιν, βρέθηκε στην Ουάσιγκτον για συναντήσεις με την ομάδα του Μπέσεντ.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
e-prologos.gr

