Είναι γεγονός ότι η πανδημία έφερε μεγάλες ανατροπές για τους εργαζόμενους μέσα σε διάστημα ενός μόνο χρόνου: με άλλοθι τον άκρως μεταδοτικό κορονοϊό και τους πιθανούς κινδύνους που ενέχει κάθε συνωστισμός, συγχρωτισμός και κάθε έννοια συνάθροισης, συνεύρεσης και συναναστροφής, παρακολουθούμε την κυβέρνηση Μητσοτάκη να φέρνει τα πάνω-κάτω στις εργασιακές σχέσεις και στα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων.

Κατ’ αρχάς, μπήκε για τα καλά και υποχρεωτικά η τηλεργασία στη ζωή μας. Ήδη από τις πρώτες μέρες της πανδημίας η κυβέρνηση με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου θέσπισε την «εξ αποστάσεως εργασία» και απαίτησε ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων σε κάθε επιχείρηση να δουλεύει από το σπίτι. Το ίδιο επέβαλε και στους εκπαιδευτικούς, καθώς καθιέρωσε σε όλες τις βαθμίδες την τηλεκπαίδευση. Έτσι, τα ποσοστά της τηλεργασίας ανέβηκαν θεαματικά: από το 5,3% το 2019 στα 26% το 2020, με αποτέλεσμα ένας στους τέσσερις εργαζόμενους να δουλεύουν εξ αποστάσεως (500.000 περίπου μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι). Οι συνέπειες έναν χρόνο μετά την επιβολή του μέτρου, είναι ήδη γνωστές: ξεχειλωμένα ωράρια λόγω της «τηλε-ετοιμότητας» του εργαζομένου, μεταφορά του λειτουργικού κόστους και της μέριμνας των όρων υγιεινής και ασφάλειας στον ίδιο τον εργαζόμενο, καταπάτηση προσωπικού και οικογενειακού χώρου και χρόνου, αλλοτρίωση των εργαζομένων και δυσκολία συμμετοχής τους σε συλλογικές και συνδικαλιστικές δράσεις. Και όλα δείχνουν ότι το μέτρο θα έχει μόνιμη ισχύ, ακόμα και μετά το τέλος της πανδημίας.

Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η μεγαλύτερη απελευθέρωση του ωραρίου των εργαζομένων, μιας και με τον επικείμενο νόμο Βρούτση-Χατζηδάκη καταστρατηγείται το 8ωρο και θεσμοθετούνται οι απλήρωτες υπερωρίες. Έτσι, ο εργοδότης θα μπορεί να ζητήσει υπερωρία και να την «πληρώνει» κάθε φορά σε είδος, δηλαδή σε ρεπό, δημιουργώντας ωράρια-λάστιχο και διαρκώς διαθέσιμους εργαζόμενους. Άλλωστε, βασική επιδίωξη της κυβέρνησης από την αρχή της πανδημίας είναι «ο εξορθολογισμός της χρήσης και του κόστους των υπερωριών», που θα επιτευχθεί «με την ευελιξία στη χρήση υπερωριών που είναι σημαντική για την οικονομική δραστηριότητα», ή, με άλλα λόγια, το χτύπημα στην πενθήμερη και οχτάωρη εργασία.

Παράλληλα, εν μέσω πανδημίας οι μισθοί ακολούθησαν καθοδική πορεία με τις ευλογίες της κυβέρνησης. Όλα ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 2020, όταν ουσιαστικά οι αμοιβές αντικαταστάθηκαν από έκτακτα επιδόματα των 534 ευρώ και μεγάλο μέρος των εργαζομένων μετατράπηκε σε «οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό». Περίπου 1.000.000 εργαζόμενοι (σχεδόν το 50% των μισθωτών) τέθηκαν σε αναστολή επ’ αόριστον και κλήθηκαν να ζήσουν με τα ελάχιστα. Λίγο αργότερα, τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα «Συν-Εργασία», όπου έδινε την ευκαιρία στους εργοδότες να απασχολούν τους εργαζόμενους με μειωμένο ωράριο και μειωμένες αποδοχές μέχρι και 50%, ενώ το κράτος κάλυπτε μόνο το 60% της απώλειας του μισθού τους. Με το κλείσιμο της χρονιάς και σύμφωνα με συγκεντρωτικά στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας για το 2020, στην Ελλάδα σημειώθηκε έκρηξη της «εργασιακής φτώχειας»: 1.309.085 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είχαν μισθό μέχρι 1.000 ευρώ μεικτά (ποσοστό 63,8%), ενώ το 20% μέχρι 500 ευρώ μικτά, αποκαλύπτοντας μερική απασχόληση και ελαστικές σχέσεις εργασίας. Σε όλα αυτά, αξίζει να προσθέσουμε ότι τον Μάιο του 2020 με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου η κυβέρνηση πάγωσε τον κατώτατο μισθό για ένα χρόνο, καθηλώνοντάς τον για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στα 650 ευρώ μικτά, συμπαρασύροντας και μια σειρά επιδομάτων (ανεργίας, πρακτικής άσκησης κτλ.). Το 2020 σήμανε αναμφισβήτητα μια δραματική μείωση στους μισθούς των εργαζομένων.

Τέλος, η ανεργία εκτινάχθηκε σε δυσθεώρητα ύψη για τα δεδομένα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: τα τελευταία στοιχεία που δημοσίευσε ο ΟΑΕΔ μιλούν για 1.181.296 εγγεγραμμένους ανέργους τον περασμένο Δεκέμβριο, δηλαδή ποσοστό 25,5% των εργαζομένων, ξεπερνώντας ακόμα και αυτό των μνημονιακών χρόνων. Αν σ’ αυτούς προσθέσουμε τις 500.000 – 1 εκατ. εργαζομένων που βρέθηκαν σε αναστολή, διαπιστώνουμε ότι η πλειονότητα του εργατικού δυναμικού της χώρας πρακτικά δεν εργάζεται!

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η κυβέρνηση σπεύδει να προλάβει τις όποιες αντιδράσεις με απαγορεύσεις, καταπάτηση δημοκρατικών δικαιωμάτων, αστυνομική καταστολή και ένα νέο αντισυνδικαλιστικό νόμο στα σκαριά: ο νόμος Βρούτση-Χατζηδάκη, μεταξύ άλλων, έρχεται να θέσει εμπόδια στις συλλογικές διαδικασίες και τη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων.

Ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της πανδημίας οι εργαζόμενοι αποδεικνύονται οι βαριά άρρωστοι: νοσούν εξαιτίας μιας κυβέρνησης που τους εκφοβίζει, τους χειραγωγεί και νομοθετεί τα πλέον αντεργατικά μέτρα στην πλάτη τους.

Είναι ώρα οι εργαζόμενοι να συσπειρωθούν και να βρουν τρόπο να ανατρέψουν τις πολιτικές που τσακίζουν το δικαίωμα για πλήρη και σταθερή εργασία, πολιτικές που βλάπτουν σοβαρά την υγεία!

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το