Αντιστροφή της πραγματικότητας… διαγραφή της ιστορίας!

Η τελευταία πράξη της ηγεσίας της ΓΣΕΕ αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην κατεύθυνση του εκφυλισμού και της κατάπτωσης στην οποία έχει οδηγηθεί το συνδικαλιστικό κίνημα. Σίγουρα πρόκειται για μια απόφαση σταθμό του σ.κ. αφού, με επίσημη σφραγίδα, έρχεται να αναστρέψει την κοινή λογική, να παραγράψει την αλήθεια και την… ιστορία του. Γιατί όταν η ηγεσία της ΓΣΕΕ καλεί επισήμως την αστυνομία να εποπτεύσει και να «εγγυηθεί» τη δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων τα ερωτήματα προκύπτουν αβίαστα.

Από ποιους αισθάνεται την ανάγκη να προστατευθεί η ηγεσία της ΓΣΕΕ και σε ποιους απευθύνεται για να την προστατέψουν; Η ηγεσία της ΓΣΕΕ ζητάει από τα όργανα κρατικής καταστολής να την προστατέψουν από τους… εργαζόμενους που εκπροσωπεί! Αν αναλογιστεί κανείς ότι το συνδικαλιστικό κίνημα συγκροτήθηκε ιστορικά στη βάση της ανάγκης των εργαζομένων να διεκδικήσουν το δίκιο τους, να οργανώσουν τους αγώνες τους απέναντι στην κυρίαρχη αστική τάξη και στη βία που ασκούσε το κράτος της, τότε… ο καθένας αντιλαμβάνεται το μέγεθος της στρέβλωσης που σηματοδοτεί η τελευταία απόφαση της ΓΣΕΕ!

Η ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα και τον κόσμο δεν είναι άλλη, από την ιστορία της αναμέτρησής του με την αστική τάξη, το κράτος της και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του. Αυτό το αιμάτινο ιστορικό συμπέρασμα οφείλει να διαβάσει κανείς στους αμέτρητους αγώνες, από τις απεργίες της Σύρου και του Λαυρίου, μέχρι τα καπνεργατικά στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936, και τις μεγάλες απεργίες του 2011-12 ενάντια στα μνημόνια. Η ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα και στον κόσμο δεν είναι άλλη, από την ιστορία της περιφρούρησης των διαδικασιών και των δράσεών του από τα κρατικά όργανα, τους ασφαλίτες και τους κάθε λογής προβοκάτορες. Αυτό το αδιαπραγμάτευτο συμπέρασμα οφείλει να διαβάσει κανείς στις αγωνιώδεις προσπάθειες απαγκίστρωσης του σ.κ. και της ΓΣΕΕ από την επιτήρηση, τον έλεγχο, την επιβολή και την τρομοκρατία, που αρχίζει τη δεκαετία του ’20, περνάει από τη μεταξική δικτατορία, το μετεμφυλιακό κράτος, μετά στη χούντα και ναι… συνεχίζεται και σήμερα.

Όταν οι ρεφορμιστές άνοιγαν την πόρτα των σωματείων στο κράτος…

Εκτός όμως από τη δεδομένη επιβουλή του αστικού κράτους να εισχωρεί και να ελέγχει τα συνδικάτα, υπάρχουν και οι τεράστιες ευθύνες των ρεφορμιστικών δυνάμεων. Αυτών των δυνάμεων που στη μεταπολίτευση επικρατούσαν στη συντριπτική πλειοψηφία των σωματείων και που έχουν ευθύνη για την κατάντια τους. Και αυτές οι δυνάμεις δεν είναι απλά η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ. Είναι αυτές που με την πολιτική τους τις εξέθρεψαν.

Ήταν τη δεκαετία του ’80 που, με εξαίρεση τις δυνάμεις που απευθύνονταν στο μαρξιστικό-λενινιστικό κίνημα, σύμπασα η ποικιλόχρωμη ρεφορμιστική αριστερά, μαγευόταν από την «αλλαγή» που κόμιζε η σοσιαλδημοκρατία του Αντρέα. Ήταν αυτή η «αριστερά», από τον τροτσκισμό μέχρι το ΚΚΕ, που υπηρέτησε όσο λίγοι αυτή την «αλλαγή» και τις αυταπάτες της, θέτοντας απλά… «όρους»! (αλλαγή δε γίνεται χωρίς το ΚΚΕ κλπ). Ήταν τότε που αυτές οι δυνάμεις και κύρια οι δυνάμεις του ΚΚΕ κυριαρχούσαν στο συνδικαλιστικό κίνημα. Από τότε λοιπόν άνθισαν σε όλους τους χώρους και κυρίως του ρεφορμισμού, οι αυταπάτες για τον ρόλο του κράτους και της σχέσης που μπορεί αυτό να έχει με τα συνδικάτα. Στο όνομα του «εκδημοκρατισμού» των σωματείων, θεσμοθετήθηκε ο έλεγχος των διαδικασιών τους, με την -«αναγκαία» βάση του νόμου- παρουσία του κρατικού αντιπροσώπου-δικαστικού. Θεσμοθετήθηκαν μια σειρά προνόμια, όπως οι άδειες, οι αποσπάσεις και οι αμοιβές, μετατρέποντας εκπροσώπους των εργατών σε δεινόσαυρους τύπου Παναγόπουλου, αποσπασμένους από τους χώρους δουλειάς και τα προβλήματά τους, δημιουργώντας μια «εργατική αριστοκρατία». Από κοντά και η αυταπάτη της συνδιοίκησης, όπου οι εργαζόμενοι θα ασκούσαν «εργατικό έλεγχο» και θα είχαν λόγο στην παραγωγή, το εποικοδόμημα και την εργασία.

Όλα αυτά τα κατάπιαν αμάσητα οι ρεφορμιστικές δυνάμεις και από τότε μέχρι σήμερα κάνουν χρήση τους, θεωρώντας ότι μπορούν «ατιμώρητα» να βόσκουν στα καπιταλιστικά λιβάδια. Ακόμη και σήμερα, δυνάμεις όπως και αυτές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, όποτε τίθεται το ζήτημα «ορκίζονται στη νομιμότητα» και στην αναγκαία παρουσία του δικαστικού αντιπροσώπου ως εγγυητή της δημοκρατίας. Σε σημείο που δίνουν τη μάχη μέχρι τέλους για τον δικαστικό αντιπρόσωπο! Ακόμη και όταν τα καταστατικά των πρωτοβάθμιων δεν το απαιτούν, επικαλούνται τον συνδικαλιστικό νόμο και ζητούν την παρουσία του (αυτά βέβαια στα σωματεία που δεν ελέγχουν). Υπονοώντας και επικυρώνοντας έτσι, αυτό που ο Παναγόπουλος ισχυρίζεται πολύ πιο άκομψα. Ότι το κράτος είναι αυτό που εγγυάται τις δημοκρατικές διαδικασίες των σωματείων!

Ακόμη και σήμερα όλοι αυτοί απολαμβάνουν τα διάφορα προνόμια και τις κρατικές χρηματοδοτήσεις, έχοντας φτιάξει έναν στρατό επαγγελματικών στελεχών, περιορίζοντας για αυτόν το λόγο την κριτική τους για όλα αυτά, σε ατάκες του τύπου «διαφωνούμε αλλά όσο υπάρχει κάνουμε χρήση του.. νόμου».

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η νομιμότητα έχει γίνει ο μπούσουλας των ρεφορμιστικών δυνάμεων τα τελευταία χρόνια, υπονομεύοντας και τελικά αφαιρώντας αντιστάσεις στην κατρακύλα που παρακολουθούμε. Τελευταία πράξη συνθηκολόγησης -αθώα φαινομενικά και αυτή- ήταν η έκδοση ΑΦΜ των σωματείων που τόσο εύκολα υιοθετήθηκε από όλες αυτές τις δυνάμεις. Για ποιο λόγο να έχει ένα σωματείο ΑΦΜ; Για να εξασφαλίζεται η οικονομική του διαφάνεια… απαντούσαν και πάλι οι Πόντιοι Πιλάτοι!

… και το κράτος επεμβαίνει!

Χρησιμοποιώντας ως άλλοθι τον οικονομικό έλεγχο πραγματοποιήθηκε η απαράδεκτη επέμβαση του ΣΔΟΕ στην ΕΛΜΕ Πειραιά. Προφανώς δεν υπήρχε κανένα ζήτημα κάποιου μεγάλου οικονομικού σκανδάλου. Αυτά οφείλουν να τα ψάχνουν στις offshore, στις χρηματιστηριακές και στους οίκους της κάστας των «επενδυτών». Κι αυτό είναι βέβαιο ότι το ΣΔΟΕ το γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα. Εκμεταλλευόμενη τα φαινόμενα διάλυσης, ιδεολογικής υποχώρησης και «ανοχής στην κρατική εποπτεία» που επικρατούν στο συνδικαλιστικό κίνημα, η κυρίαρχη τάξη και το κράτος της, με τους λακέδες του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, βλέπουν μια ευκαιρία να εμπεδώσουν και να νομιμοποιήσουν ακόμα περισσότερο αυτό τον έλεγχο, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα τρομοκράτησης των εργαζομένων. Αυτό το πράττουν σε μια περίοδο κάμψης και υποχώρησης των λαϊκών αγώνων. Γνωρίζοντας όμως καλά ότι αυτοί οι αγώνες του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος είναι οι μόνοι από τους οποίους κινδυνεύουν, φροντίζουν να προετοιμάζονται για την άνοδό τους.

Συμπερασματικά

1. Τα συνδικάτα είναι σημαντικά εργαλεία της εργατικής τάξης στον αναγκαίο αγώνα της επιβίωσής της, που αντικειμενικά στρέφεται ενάντια στην κυρίαρχη τάξη και το κράτος της. Καμία απολύτως σχέση δεν μπορεί να έχει η δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων με την παρουσία του κράτους και την επιβολή των νόμων του σ’ αυτά. Οι υγιείς δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος οφείλουν να επαναφέρουν και να προτάσσουν τη γραμμή της απαγκίστρωσης των συνδικάτων από πάσης φύσεως κρατικό εναγκαλισμό. Η πόρτα των συνδικάτων πρέπει να είναι κλειστή στους θεσμούς του κράτους, στις αυταπάτες αλλά και… τις παροχές του. Μόνο έτσι εξασφαλίζεται πραγματικά η ανεξάρτητη δράση των εργαζομένων.

2. Για τη σημερινή κατάντια και την ανοχή του συνδικαλιστικού κινήματος απέναντι στους κρατικούς θεσμούς και τη «νομιμότητα», ευθύνη έχει και η πολύχρονη επικράτηση των ρεφορμιστικών δυνάμεων. Δυνάμεων στις οποίες -όπως αποδεικνύει η ιστορία- δεν συγκαταλέγονται μόνο αυτές που κατονομάζει το ΠΑΜΕ-ΚΚΕ ως τέτοιες, θέλοντας να αποποιηθεί τις δικές του τεράστιες ευθύνες.

3. Η κατάπτυστη απόφαση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ να καλέσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους -δηλαδή τον φρουρό του ταξικού αντιπάλου- ως εγγυητές της δημοκρατίας στα σωματεία, είναι ενδεικτική της σήψης που επιτρέπουν οι αρνητικοί συσχετισμοί στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ακόμη και αν γι’ αυτήν αξιοποιείται το άλλοθι των όποιων (σαφέστατα καταδικαστέων) τραμπούκικων ενεργειών, η απόφαση της ΓΣΕΕ συνιστά ένα ιστορικό πισωγύρισμα. Είναι σημαντικό να αναδειχθούν οι τεράστιοι κίνδυνοι που ενέχουν τέτοιες αποφάσεις, να πολεμηθούν πολιτικά και να περιθωριοποιηθούν.

4. Σε καμία περίπτωση, οι εκφυλισμένες ηγεσίες της ΓΣΕΕ, δεν μπορεί να γίνονται άλλοθι για τις δυνάμεις που αποσκοπούν στη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος. Καμία αυταπάτη δεν μπορεί να υπάρχει ότι οι αρνητικοί συσχετισμοί θα διορθωθούν επειδή οι εργαζόμενοι που «είναι σωστά προσανατολισμένοι» θα βρεθούν σε άλλη πλατεία από αυτούς που δεν είναι, ή πολύ περισσότερο αν οι πρώτοι βρεθούν σε διαφορετικό σωματείο από τους δεύτερους. Κάθε άλλο, μια τέτοια κατάσταση μόνο ολέθριες συνέπειες μπορεί να έχει για το εργατικό κίνημα. Είναι βέβαιο ότι η δράση της σημερινής ΓΣΕΕ υπονομεύει την ενότητα και τροφοδοτεί με «επιχειρήματα» αυτές τις φυγόκεντρες τάσεις. Γι’ αυτό, πραγματικά αριστερή αντιπολίτευση σ’ αυτές τις ηγεσίες, είναι αυτή που υπερασπίζεται τη συνδικαλιστική ενότητα των εργαζομένων και την ανεξαρτησία των συνδικάτων, παλεύοντας για τη συσπείρωση και την αγωνιστική ανασύνταξη των δυνάμεων της εργασίας, προβάλλοντας την ανάγκη του σωστού πολιτικού προσανατολισμού αυτών των αγώνων.

5. Η κυρίαρχη τάξη επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί ένα σημαντικό χτύπημα στις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Με το νέο συνδικαλιστικό νόμο υπονομεύει το δικαίωμα στην απεργία, σε συνεργασία με τους καρεκλοκένταυρους της ΓΣΕΕ ανοίγει τις πόρτες των συνδικάτων στην ασφάλεια, ενώ εγκαινιάζει, για αντίστοιχους λόγους τρομοκράτησης και ελέγχου του συνδικαλισμού, τον «οικονομικό έλεγχο» των σωματείων. Τα παραπάνω συγκροτούν ένα ακόμη τεκμήριο για τον πραγματικό ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ, εξόχως διδακτικό για τους τελευταίους οπαδούς του. Τα παραπάνω προσθέτουν έναν ακόμη ισχυρό λόγο για την αγωνιστική απάντηση σ’ αυτή την πολιτική και την ανατροπή της.

πηγή: εφημερίδα Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το