Όχι μόνο δεν έλυσε το γόρδιο δεσμό του ΟΠΕΚΕΠΕ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με την ξαφνική «καρατόμησή» του, αλλά η υπόθεση μετατρέπεται σε βρόγχο που σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από την κυβερνητική πλειοψηφία. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ τροφοδοτεί σοβαρή κυβερνητική κρίση με το επιτελικό – σύγχρονο κράτος που ευαγγελιζόταν ο πρωθυπουργός να κάνει φτερά και να προβάλλει μια δημοκρατία τύπου Μαυρογιαλούρου της δεκαετίας του 1960. Η τριών χιλιάδων σελίδων δικογραφία, που απέστειλε στην Ελληνική Βουλή η ευρωπαϊκή εισαγγελία η οποία ερευνά το μεγάλο «φαγοπότι» των αγροτικών επιδοτήσεων στη χώρα, αποκαλύπτει περίτρανα το πελατειακό δίκτυο που σαρώνει τον αγροτικό χώρο.

Σε αντίθεση με την προσπάθεια κυβέρνησης και ΜΜΕ, που ήθελαν να εμφανίσουν σαν αίτιους του σκανδάλου κάποιους πονηρούς κτηνοτρόφους που εκμεταλλεύτηκαν ένα αδύνατο σημείο του συστήματος και καρπώθηκαν παράνομα ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις, προβάλλει ένα καλά δομημένο και εξαιρετικά επιτυχημένο σύστημα, με ιεραρχική δομή και με στόχο την διεύρυνση της κομματικής «πελατείας» – κομματικής κυριαρχίας.

Όχι φυσικά άγνωστες πρακτικές του ελληνικού πολιτικού συστήματος, αλλά τώρα είναι η ευρωπαϊκή εισαγγελία που βγάζει στη φόρα το «βαθύ κράτος» που δρα και καθορίζει τον αγροτικό χώρο, με εργαλεία τις μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες που διαχειρίζονται το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου (ΟΣΔΕ) και τα ιδιωτικά Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ) ανά περιφέρεια. Όλο το δίκτυο, υπό την αυστηρή επιστασία του Υπουργείου και της Κυβέρνησης. Οι παραιτήσεις δύο πρώην υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης, τεσσάρων υφυπουργών του κυβερνητικού σχήματος και άλλων δύο υψηλόβαθμων κομματικών στελεχών, αυτό επιβεβαιώνουν.

Όσο και αν οι κυβερνητικοί ελιγμοί επιδιώξουν την απεμπλοκή από το νέο πολιτικό αδιέξοδο (τους ζήσαμε στο έγκλημα των Τεμπών και στο σκάνδαλο των υποκλοπών), όσο και αν η ασυλία του πολιτικού προσωπικού και των παρατρεχάμενων για τις όποιες παρανομίες είναι δεδομένη, όσο και αν βρεθούν «αποδιοπομπαίοι τράγοι» για την εκτόνωση του όλου θέματος, αυτό που γνωρίζει -συνειδητά ή υποσυνείδητα- ο αγροτικός κόσμος αλλά και κάθε δημοκράτης είναι ότι το ζήτημα της κατανομής των ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων στη χώρα μας δεν αποτελεί απλά έναν «γόρδιο δεσμό». Είναι ένας πραγματικός βρόγχος, που γίνεται ορατός λόγω της αυταρχικής και αλαζονικής κυβερνητικής πρακτικής, που στην πραγματικότητα περιδένει το σύνολο της αγροτικής παραγωγής και εν τέλει ολόκληρη την εθνική οικονομία.

Όμως αν δεν δούμε πίσω από το νέο σκάνδαλο την ευρωπαϊκή πολιτική, που εδώ και πάνω από μια δεκαετία σταμάτησε να πριμοδοτεί την παραγωγή και έχει μετατρέψει τις γεωργικές επιδοτήσεις σε καθαρά εισοδηματικό μέτρο˙ αν δεν διακρίνουμε στη νέα ΚΑΠ (2023-2027) την κάθετη πτώση των ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων κατά 25 -30%, που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία αλλά και τις περαιτέρω μειώσεις που θα φέρει η πολεμική οικονομία που έχει διακηρύξει η ΕΕ ̇ αν δεν υπολογίσουμε την ίδια την ανισοκατανομή των επιδοτήσεων που -σύμφωνα με τις στατιστικές της ίδιας της ΕΕ- το 80% των ενισχύσεων πηγαίνει στο 20% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, τότε δεν θα βλέπουμε το δάσος αλλά μόνο το δέντρο.

Όλα τα παραπάνω βέβαια, αφορούν το σύνολο της ευρωπαϊκής αγροτιάς που, βλέποντας την υποβάθμισή της, αντιδρά δυναμικά απ’ άκρη σε άκρη της ΕΕ. Η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τη χώρα μας είναι ότι, ιστορικά, οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής και τη λύση των σοβαρών διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, που εμφανίζονται και ξαναεμφανίζονται, αλλά για τη συντήρηση ενός μεταπρατικού συστήματος που έδινε πάντα προτεραιότητα στις εισαγωγές, όπως βεβαιώνουν τα διευρυμένα εμπορικά ελλείμματα του αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου. Ενός μεταπρατικού συστήματος που μετά τις μνημονιακές αναδιαρθρώσεις βρίσκεται και αυτό σε αποδιάρθρωση, με σοβαρές επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή. Εδώ εδράζονται τα άκρως εκφυλιστικά φαινόμενα του ΟΠΕΚΕΠΕ, η έλλειψη της ελάχιστης βεβαιότητας των αγροτών για το πότε και πόσες ενισχύσεις δικαιούνται, οι κατευθυνόμενες διαρροές από το Υπουργείο για αλλαγές στις εφαρμοστικές διατάξεις που αφορούν την αγροτική παραγωγή.

Οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις έθρεψαν γενιές με την ψευδαίσθηση του ευρωπαϊκού μονόδρομου της «ευρωπαϊκής ευημερίας». Η συνεχόμενη και διευρυνόμενη οικονομική κρίση καταρρίπτει αυτές τις ψευδαισθήσεις και βάζει επιτακτικά το βιοποριστικό πρόβλημα της ελληνικής αγροτιάς -και μαζί τής ελληνικής αγροτικής παραγωγής- «επί τάπητα». Είναι ξεκάθαρο ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται κατ’ επανάληψη από τις άρχουσες ηγεσίες είναι τριπλά επιζήμιες μιας και χτυπάνε την ίδια τη δυνατότητα του τόπου να παράγει, ρημάζουν τον κοινωνικό ιστό της ελληνική υπαίθρου και επιφέρουν τεράστια πρόστιμα από την ΕΕ που επιμερίζονται στο σύνολο των εργαζομένων μέσω της φορολογίας – φοροληστείας.

Οι τελευταίες σκανδαλώδεις αποκαλύψεις, οι οποίες έρχονται από εξωγενείς ελεγκτικούς μηχανισμούς και όχι  από την εγχώρια διοίκηση, φανερώνουν το μέγεθος των στρεβλώσεων, της παρακμής και της σήψης στην οποία έχουν οδηγήσει τον αγροτικό χώρο. Είναι τα επιφαινόμενα μιας πολιτικής που οδηγεί στην απαξίωση του πρωτογενή τομέα και διαβρώνει ένα τμήμα του αγροτικού κόσμου βυθίζοντάς το στην ρεμούλα και τις πρακτικές ενός  σάπιου  πολιτικού συστήματος. Καμιά «διαφάνεια» από αυτές που υπόσχεται, δεν αποτελεί στόχο ενός πολιτικού κατεστημένου, που -με τις οδηγίες της ΕΕ- επιδιώκει να χρησιμοποιεί τις επιδοτήσεις σαν χαρτί χειραγώγησης του αγροτικού κόσμου.

 Έτσι, όσες παραιτήσεις  γαλάζιων ή «μαύρων» στελεχών και να γίνουν, η πολιτική της διάλυσης της αγροτικής παραγωγής, της ερημοποίησης της υπαίθρου και η στροφή σε μια αδιέξοδη οικονομία υπηρεσιών, συμφωνημένη από το σύνολο του πολιτικού προσωπικού στης χώρας, θα συνεχιστεί και το μόνο εμπόδιο που μπορεί να βρει είναι η οργάνωση και αντίσταση του αγροτικού κινήματος.  

30/6/2025

Γραφείο Τύπου του Μ-Λ ΚΚΕ

 

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το