γράφει ο Ορέστης Αλεξίου στα αντιτετράδια το Γενάρη 2025
για τη συμπλήρωση 80 χρόνων από τη μάχη της Αθήνας
Φωτογραφία: Αθηναίοι που έχουν συλληφθεί από τους Εγγλέζους και τους χωροφύλακες (του Dmitri Kessel)
Τον Δεκέμβριο συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από την έναρξη της Μάχης της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Βρετανοί ενεπλάκησαν δυναμικά στις υποθέσεις της χώρας με βάση την «κλασική» πρακτική της αποικιοκρατίας, δηλαδή την τακτική του «διαίρει και βασίλευε» και εν τέλει την ωμή στρατιωτική επέμβαση1. Βέβαια, η επέμβαση των «μεγάλων δυνάμεων» στην Ελλάδα είναι ένα «κακό» που την κατατρύχει από τη σύστασή της ως κρατική οντότητα. Αυτή η επέμβαση έλαβε επί της ουσίας θεσμικό χαρακτήρα2, με τη Βρετανία να πρωταγωνιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ού, όπου εδώ παρέδωσε τη σκυτάλη στις ΗΠΑ. Η στρατηγική, λοιπόν, της άρχουσας τάξης της Ελλάδας εγκολπώνεται υπό μία έννοια δομικά στην στρατηγική των Βρετανών αρχικά και των Αμερικάνων έπειτα. Άλλωστε, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η Βρετανία από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής του3. Αυτό αν μη τι άλλο εντάθηκε με την εγκαθίδρυση του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του Μεταξά με ιθύνοντα νου όμως τον αγγλόφιλο βασιλιά Γεώργιο Β΄. Μετά την κατάληψη ολόκληρης της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονα (Μάιος 1941), ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού προσωπικού, της διοικητικής γραφειοκρατίας και των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων αυτοεξορίστηκε4. H εγκατάσταση της βασιλικής κυβέρνησης Τσουδερού στο Λονδίνο αρχικά -με μία μικρή στάση πρώτα στην Αλεξάνδρεια και ένα πέρασμα από τη Νότιο Αφρική- και έπειτα στο Κάιρο, την πρωτεύουσα του βρετανικού προτεκτοράτου στην Αίγυπτο, επιβεβαίωνε αυτήν την σχέση που είχε διαμορφωθεί ήδη προπολεμικά και αναβάθμιζε έτι περαιτέρω τον επεμβατικό ρόλο της Βρετανίας5.
Η εξουσία που ασκούσε η παράδοξη αυτή κυβέρνηση, χωρίς επικράτεια, πολίτες και χωρίς να έχει προκύψει από κάποια εκλογική διαδικασία, ήταν πλασματική. Η ύπαρξή της οφειλόταν στη στήριξη που της παρείχε η Γηραιά Αλβιώνα6, η οποία διόριζε τους εκάστοτε «πρωθυπουργούς», με μερικούς εξ αυτών, όπως ο Παπανδρέου, να μη διαθέτουν αρχικά ούτε υπουργούς, ούτε κυβέρνηση. Στην ουσία, επρόκειτο για μια «ελληνική υπηρεσία διαπιστευμένη στην βρετανική κυβέρνηση», όπως σημειώνει ο Κολιόπουλος.7 Σύμφωνα δε με τον ίδιο τον Λήπερ, «η ελληνική κυβέρνηση […] δεν είχε καμία εξουσία· ήταν απλώς μία προθήκη». Για τον Βρετανό πρέσβη η πλήρης εξάρτηση της ελληνικής κυβέρνησης πολιτικά-οικονομικά-στρατιωτικά έδινε το δικαίωμα στον ίδιο ως τοποτηρητή της βρετανικής κυβέρνησης να επεμβαίνει «φιλικά» στις ελληνικές υποθέσεις. Ο ρόλος του Λήπερ ξεπερνούσε κατά πολύ τα καθήκοντα ενός απλού πρέσβη. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Πυρομάγλου, ο τίτλος του Ύπατου Αρμοστή για την Ελλάδα θα ανταποκρινόταν καλύτερα στην πραγματικότητα8.
H σχέση αυτή αποκρυσταλλώθηκε με την επέμβαση των Βρετανών στις ισχνές ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, τη μοναδική υπόνοια «κρατικής υπόστασης». Οι Βρετανοί, ως απόλυτοι επικυρίαρχοι9, κατέστειλαν το δημοκρατικό κίνημα των Ελλήνων στρατιωτών τον Απρίλιο του 194410. Για τις εντός Ελλάδας πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις με ορισμένες δυνατότητες, όπως ήταν ο ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ, οι Βρετανοί έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση, τη δράση και τον προσανατολισμό τους. Ο Ζέρβας επί της ουσίας ήταν δημιούργημα και όργανο των Βρετανών, πάνω στο οποίο δομήθηκε μια σχέση υποτέλειας μεταξύ αυτού και του Γουντχάουζ, του δεύτερου κατά σειρά αρχηγού της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα11. Ο Βρετανός αξιωματικός, μάλιστα, υποστήριζε ότι ο Ζέρβας όχι μόνο εκβιάστηκε για να βγει στο βουνό το 1942, αλλά και ότι είχε κάνει μυστική ανακωχή με τις κατοχικές δυνάμεις από το φθινόπωρο του ’43 μέχρι και το καλοκαίρι του ’4412.
Η σχέση εξάρτησης της ελληνικής «άρχουσας» τάξης συνεχίστηκε και μετά την επάνοδο της «εξόριστης κυβέρνησης». Ο στρατηγικός στόχος της Βρετανίας ήταν να στρώσει το έδαφος για την επάνοδο στην Ελλάδα της βασιλικής κυβέρνησης του Καΐρου, η οποία θα διασφάλιζε μεταπολεμικά τα συμφέροντα της βρετανικής αυτοκρατορίας στον κρίκο της ανατολικής Μεσογείου. Αυτός ο στόχος μετά το δυνάμωμα του ΕΛΑΣ τον Σεπτέμβριο του 1943 λόγω και του οπλισμού που πήρε από τη μεραρχία Πινερόλο, φάνταζε εφικτός μέσα από την αποστολή βρετανικών στρατευμάτων. Ο Τσώρτσιλ ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1943 είχε στον νου του την αποστολή μιας βρετανικής δύναμης των 5.000 ανδρών με τη συνοδεία τεθωρακισμένων για τη διασφάλιση του ελέγχου της Αθήνας μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Ωστόσο, για τον Ήντεν, τον Βρετανό υπουργό εξωτερικών, η δύναμη αυτή φαινόταν ανεπαρκής τον Μάιο του 1944, γεγονός που προβλημάτιζε και τον ίδιον τον Τσώρτσιλ, ο οποίος όμως δήλωνε ότι ήταν αδύνατον τη δεδομένη στιγμή να εξοικονομηθεί μια μεγαλύτερη δύναμη για την επέμβαση. Πάντως, ο Τσώρτσιλ, ξεκαθάριζε ότι η δύναμη αυτή δε θα μετέβαινε στην Ελλάδα για να πολεμήσει τους Γερμανούς, αλλά «[…] για τη διατήρηση της τάξης μέχρι η Ελληνική Εθνική Κυβέρνηση να μπορέσει να αναλάβει και να τη βοηθήσουμε με κάθε τρόπο στα πρώτα βήματά της»13. Ο Παπανδρέου, ο οποίος όφειλε την πρωθυπουργία του στη Βρετανία, δήλωνε χωρίς περιστροφές, τον Ιούλιο του 1944, στον Πυρομάγλου ότι θα διέλυε τον ΕΛΑΣ με τη βοήθεια των Άγγλων14. Μάλιστα, στις 22 Σεπτεμβρίου, λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση της χώρας, τηλεγραφούσε στον Τσώρτσιλ σε δραματικό τόνο ότι «[…] τα πολιτικά μέσα δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία Βρεττανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των Τουρκικών ακτών ημπορεί να μεταβάλη την κατάστασιν»15. Το σχέδιο επέμβασης είχε εκπονηθεί με την κωδική ονομασία «Manna» και προέβλεπε μεταξύ άλλων την είσοδο 10.000 Βρετανών στρατιωτών στην Αθήνα, ακόμη και σε συνεννόηση με τους αποχωρούντες Γερμανούς16, με στόχο την κατάληψη του κέντρου της πόλης17. Έναν μήνα πριν την έναρξη της Μάχης των Αθηνών, ο Τσώρτσιλ έγραφε «προφητικά» στον Ήντεν ότι: «Περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ, και δεν πρέπει να την αποφύγουμε […]»18. Είναι, εμφανές, λοιπόν, ότι η στρατηγική των Βρετανών και της κυβέρνησης Παπανδρέου συνταυτιζόταν, καθώς η στήριξη του ενός προς τον άλλο διασφάλιζε το μέλλον τους σε μια Ελλάδα, που ήταν σε μεγάλο βαθμό υπό των έλεγχο των δυνάμεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Βέβαια, οι Βρετανοί είχαν εκ των πραγμάτων τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου έδινε μια φαινομενικά νομιμοποιητική βάση για την επέμβασή τους στην Ελλάδα19.
Κορωνίδα αυτής της στρατηγικής ήταν η ένοπλη επέμβαση της Βρετανίας στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 194420. Τα αγγλικά στρατεύματα που έφτασαν στην Αττική κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αθήνας ξεπέρασαν τις 80.000 άνδρες21, δυνάμεις που δεν είχαν συγκεντρώσει ούτε οι Ναζί στην πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Και όλα αυτά συνέβαιναν εν μέσω των επιχειρήσεων των Συμμάχων στο Ανατολικό Μέτωπο, στο Δυτικό Μέτωπο και στη Βόρεια Ιταλία, με τον Τσώρτσιλ να δηλώνει ότι «η αποκατάσταση του νόμου και της τάξης στην Αθήνα ήταν πιο σημαντική από την κατάληψη της Μπολόνια»22. Η παρουσία του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος υπήρξε αναμφισβήτητα ο καταλυτικός παράγοντας που έκρινε την έκβαση της μάχης των Αθηνών, τον Δεκέμβρη του 1944. Εντόπιο στήριγμα των Βρετανών σε αυτήν την ωμή επέμβαση στο εσωτερικό μιας κατά τ’ άλλα συμμαχικής χώρας εν μέσω του πολέμου ήταν δωσιλογικές οργανώσεις, όπως για παράδειγμα η «Χ» και τα κατ’ ευφημισμόν Τάγματα Ασφαλείας23, για τα οποία οι Βρετανοί και ο Παπανδρέου είχαν μεριμνήσει ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού του ’44 να λειάνουν τη στάση τους αναστέλλοντας την επιθετική προπαγάνδα εναντίον τους24.
Η κάλυψη των δωσιλογικών αυτών σχηματισμών και η ένταξή τους στον κρατικό μηχανισμό συνεχίστηκε και μετά τον Δεκέμβριο, παρά τα όσα όριζαν τα άρθρα 8 και 9 της Συμφωνίας της Βάρκιζας για εκκαθάριση των δημόσιων υπηρεσιών και των σωμάτων ασφαλείας από τους συνεργάτες των Ναζί25. Αντ’ αυτού, όμως, οι υποστηρικτές και τα μέλη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ άρχισαν να διώκονται, να συλλαμβάνονται και να απολύονται σωρηδόν. Η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, που το Foreign Office διαπίστωνε ότι «η ιδιότητα του μέλους του ΕΑΜ τείνει να θεωρηθεί μεγαλύτερο έγκλημα από ό, τι η συνεργασία με του Γερμανούς». Ακόμη, αναγνώριζε ότι η εκκαθάριση της Χωροφυλακής και των άλλων δημόσιων υπηρεσιών γινόταν χωρίς σοβαρότητα. Ωστόσο, ο Τσώρτσιλ ήταν αντίθετος προς αυτές τις αναφορές και δήλωνε απερίφραστα την εκτίμηση και τη στήριξή του στους πρώην συνεργάτες των Ναζί, οι οποίοι ήταν ένα εύχρηστο εργαλείο για την αντιμετώπιση του κύριου εχθρού· των κομμουνιστών26. Όπως θα έλεγε λίγο αργότερα και ένα στέλεχος της CIA, ήταν χρήσιμο και αποδεκτό «[…]οποιοδήποτε κάθαρμα, αρκεί να είναι αντικομουνιστής […]»27.
Κοντολογίς, οι Βρετανοί είχαν μετατρέψει ουσιαστικά την Ελλάδα σε ένα βρετανικό προτεκτοράτο, όπου ο Βρετανός πρέσβης, ο Λήπερ, «είχε ευρύτατες εξουσίες και ευθύνες που συγγένευαν με τις εξουσίες και τις ευθύνες περισσότερο ενός αποικιακού κυβερνήτη, παρά του επικεφαλής μιας κανονικής διπλωματικής αποστολής»28. Αυτή, όμως, η σχέση υποτέλειας ήταν μια στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης για να μπορέσει να διεκδικήσει με αξιώσεις την επάνοδό της στην μεταπολεμική πολιτική ζωή της χώρας29. Ο αστικός πολιτικός κόσμος30, όμως, ήταν χρεωκοπημένος λόγω της ισχνής έως ανύπαρκτης συμμετοχής του στο αντιφασιστικό-εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο. Η απουσία του από την Αντίσταση και σε πολλές περιπτώσεις η ανοιχτή εχθρότητά του απέναντι στο μαζικότατο ΕΑΜ31 είχε θέσει τις αστικές δυνάμεις σε ανυποληψία και χωρίς ισχυρά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία, η οποία δημιουργούσε τις δικές της δομές αυτοδιοίκησης και οργάνωσης32.
Τα μόνα στηρίγματά της αστικής τάξης ήταν οι δωσιλογικοί σχηματισμοί, ο ΕΔΕΣ και ο πάτρωνάς της, η Μ. Βρετανία, η οποία καθόριζε εν πολλοίς τις κινήσεις και τις δυνατότητές του. Η σχέση εξάρτησης που είχε αναπτυχθεί με τους Βρετανούς αρχικά και με τους Αμερικανούς έπειτα ήταν τόσο έντονη, που ακόμη και ο Γεώργιος Βλάχος, ιδρυτής και εκδότης της άκρως συντηρητικής Καθημερινής, έγραφε αψιμυθίωτα σε άρθρο του ότι «[…] ζήτημα ανεξαρτησίας δεν υπάρχει. Υπάρχει ζήτημα ένα και μόνον: Αφεντικού[…] Τα αφεντικά μας είναι ένα, δύο μάλλον: H Αμερική και η Αγγλία»33.
Aκόμη πιο αφοπλιστική ήταν και μια δήλωση του Παπανδρέου λίγο μετά το τέλος του Εμφυλίου, ο οποίος με αφορμή το ζήτημα της Κύπρου παραδέχθηκε ότι η Ελλάδα ανέπνεε με δύο πνεύμονες, έναν βρετανικό και έναν αμερικάνικο, και ότι χωρίς αυτούς θα πέθαινε από ασφυξία34. Βέβαια, το εάν έδιναν οξυγόνο ή ρουφούσαν το οξυγόνο του ελληνικού λαού είναι στην κρίση του καθενός. Αρκεί να λάβει υπ’ όψιν μερικά από τα «αριστουργήματα» των Βρετανών και των Αμερικάνων, όπως ήταν ο Δεκέμβρης του ’44, ο Εμφύλιος, η Ελλάδα της «Μακρονήσου» και της «μετεμφυλιακής πολιτικής ασφυξίας», η Χούντα και ο διαμελισμός της Κύπρου, ο οποίος καλά κρατεί ως τις μέρες μας.
Σημειώσεις
1 B. Μαθιόπουλος, Η Ελληνική Αντίσταση (1941-1944) και οι Σύμμαχοι, Παπαζήσης, Αθήνα 1980, σ. 333-334· Μ. Π. Λυμπεράτος, Ζητήματα Εξουσίας – Από την Κίνα στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Αριστερή Στρατηγική και αντεπαναστάσεις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Μια συγκριτική παράθεση, Νότιος Άνεμος, Αθήνα 2019, σ. 276.
2 Ν. Γ. Σβορώνος, Ανάλεκτα Νεοελληνικής Ιστορίας και Ιστοριογραφίας, Θεμέλιο, Αθήνα 41995, σ. 237-241. Αυτός ο θεσμικός χαρακτήρας επέμβασης των μεγάλων δυνάμεων είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2010 κ.έ.
3 Ο Μανώλης Γλέζος αναφέρει πολύ σωστά και χωρίς “πυθειακές περιστροφές” ότι η Ελλάδα στις δυο πιο κορυφαίες στιγμές της, την Επανάσταση του 1821 και το έπος της Εθνικής Αντίστασης, κατέληξε, παρά την αρχική επιτυχία των κινημάτων αυτών, να γίνει εξάρτημα της Αγγλίας. Μ. Γλέζος, Η Εθνική Αντίσταση, 1940-1945, τόμος Β΄, Στοχαστής, Αθήνα 2006, σ. 924-925. Για μια ευσύνοπτη και μεστή παρουσίαση της επεμβατικής πολιτικής των Βρετανών στην Ελλάδα καθ’ όλην τη διάρκεια του 19ου αιώνα μέχρι και τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, βλ. Γ. Κορδάτος, Οι επεμβάσεις των Άγγλων στην Ελλάδα, Επικαιρότητα, Αθήνα 1983.
4 Το υπόλοιπο είτε παρέμεινε αδρανές μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο για την έκβαση του πολέμου, είτε συνεργάστηκε ανοιχτά με τους καταχτητές στελεχώνοντας τους μηχανισμούς τη νεοσυγκροτηθείσας “Ελληνικής Πολιτείας”, της δωσιλογικής δηλαδή “κρατικής οντότητας”.
5 Επρόκειτο για μια σχέση εξάρτησης της κυβέρνησης Τσουδερού, η οποία, όπως διαπίστωνε και ο ίδιος το καλοκαίρι του 1943, έδιναν μια εικόνα «[…] ότι η ελληνική κυριαρχία είχε καταργηθεί ολότελα, ή τουλάχιστον είχε παραμεριστεί προσωρινά». Παρατίθεται στο H. Richter, 1936-1946. Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, Ειρ. Μιχαλοπούλου & Τζ. Μαστοράκη (μτφρ.), τόμος Α’, Εξάντας, Αθήνα 1975, σ. 9.
6 Ι. Ο. Ιατρίδης , “Η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα, 1945-1949”, στο: Ντ. Κλόουζ (επιμ.), Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, 1943-1950. Μελέτες για την πόλωση, Γ. Σπανδώνης (μτφρ.), Φιλίστωρ, Αθήνα 32000, σ. 241.
7 Παρατίθεται στο: Θ. Δ. Σφήκας, Το «Χωλό Άλογο». Οι διεθνείς συνθήκες τις ελληνικής κρίσης 1941-1949, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 128-129.
8 Κ. Πυρομάγλου, Ο Δούρειος Ίππος. Εθνική και πολιτική κρίσις κατά την κατοχή, Δωδώνη, Αθήνα 1978, σ. 104-106.
9 Θρ. Τσακαλώτος, 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος. Πώς εκερδίσαμε τους αγώνες μας 1940-1949, τόμος Α’, Τυπογραφείον της «Ακροπόλεως», Αθήναι 1960, σ. 406.
10 Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, ότι οι μονάδες της Μέσης Ανατολής δεν εκπαιδεύονταν εξ αρχής για συμμετοχή στον πόλεμο, αλλά για να «[…]διαφυλαχθούν προς χρησιμοποίησιν κατά την απελευθέρωση της Ελλάδος». Στο ίδιο, σ. 408-409. Για το ζήτημα του κινήματος στις ένοπλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, βλ. ενδεικτικά Τ. Σακελλαρόπουλος, «Οι ένοπλες δυνάμεις: Συμμαχίες και διχασμοί στη Μέση Ανατολή», στο: Β. Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του νέου Ελληνισμού: Η εμπόλεμη Ελλάδα, 1940-1949. Αλβανικό Έπος – Κατοχή και Αντίσταση – Εμφύλιος, τόμος 8, Τα Νέα/Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σ. 170-178· Γ. Ζωίδης, Μ. Καΐλας, Τ. Μαμάτσης & Γ. Ασούρας, Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, 1940-1945, Νέα Βιβλία, Αθήνα 1974, 326-344.
11 Ι. Λ. Χόνδρος, “Η ελληνική αντίσταση, 1941-1944: Επανεκτίμηση”, στο: Γ. Ο. Ιατρίδης (επιμ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Μ. Δρίτσα & Α. Λυκιαρδοπούλου (μτφρ.), Θεμέλιο, Αθήνα 1984, σ. 75· Αθ. Φλιτούρης, Το αντάρτικο τους ΕΔΕΣ στην Ήπειρο: Στόχοι, δράση και αποτελέσματα, Ιούλιος 1942 – Δεκέμβριος 1944, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1998, σ. 73. Μαθιόπουλος, ό.π., σ. 162, 357
12 C. M. Woodhoouse, Το μήλο της έριδος. Η ελληνική αντίσταση και η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων, Εξάντας, Αθήνα 1976, σ. 13. Για τις ανακωχές του Ζέρβα με τους Ναζί και τη διασύνδεσή τους με τις εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, βλ. Richter, ό.π., σ. 27-60· Φλιτούρης, ό.π., σ. 178-187· Μαθιόπουλος, ό.π., σ. 166, 229-239, 311. Η ανακωχή του Ζέρβα με τους Γερμανούς, καθώς και ο μερικός ανεφοδιασμός τμημάτων του ΕΔΕΣ από αυτούς τεκμαίρεται από την αμερικανική έκθεση για τις γερμανικές επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, η οποία βασίστηκε στα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία καθώς και σε μονογραφίες Γερμανών ανώτατων αξιωματικών, όπως του Hubert Lanz, διοικητή του 22ου Ορεινού Σώματος Στρατού της Βέρμαχτ. Βλ. R. M. Kennedy, German Antiguerrilla Operations in the Balkans (1941-1944). Historical Study, Department of the Army Pamphlet No. 20-243, Ουάσινγκτον 1954, σ. 39, 56. Για την ουδετερότητα του ΕΔΕΣ απέναντι στο δυνάμεις Κατοχής, βλ. επίσης Οι Ναζί για την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα: Επτά απόρρητες εκθέσεις του Γενικού Επιτελείου του Χίτλερ, Μ. Λυμπεράτος (πρόλ.), Β. Μαθιόπουλος (εισ.), Δρόμων/Μηνύματα, Αθήνα 22012, σ. 18, 41, 47-48, 52, 58-59, 83. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, όπως στον ΕΔΕΣ Αθηνών υπήρξε απροκάλυπτη συνεργασία μιας πτέρυγάς του (Παπαθανασόπουλος, Παπαγεωργίου, Σταματόπουλος) με στελέχη του κατοχικού κράτους (Βουλπιώτης, Ταβουλάρης) και Γερμανούς αξιωματικούς. Αυτή η συνεργασία έφτανε μέχρι τη συγκρότηση και τη στελέχωση Ταγμάτων Ασφαλείας (βλ. Εύβοια). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση του ΕΔΕΣ Αθηνών και την αποκήρυξη της δωσιλογικής του μερίδας από τον ίδιο τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Γ. Σκαλιδάκης, “Η Αθήνα ενάντια στην ύπαιθρο. Η εκστρατεία των Ταγμάτων Ασφαλείας από την Αθήνα στην Εύβοια”, Ο Πολίτης, τεύχος 163, 2008, σ. 23-28· Μ. Π. Λυμπεράτος, «Οι οργανώσεις της Αντίστασης», Xρ. Χατζηιωσήφ – Πρ. Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα: B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κατοχή – Αντίσταση 1941-1945, τόμος Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 39-40.
13 «Σημείωμα Ήντεν προς Τσώρτσιλ», 19.5.1944, Έγγραφο 9, στο: Φ. Οικονομίδης, Η διεθνής συγκυρία και το ΚΚΕ, 1939-1954. Ιστορική μελέτη με αρχειακά ντοκουμέντα, ΚΨΜ, Αθήνα 2020, σ. 75· «Σημείωμα Τσώρτσιλ προς Ήντεν», 21.5.1944, Έγγραφο 10, στο ίδιο, σ.76.
14 D. Eudes, Οι καπετάνιοι. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, 1943-1949, Γ. Παπακυριάκης (μτφρ.), Εξάντας, Αθήνα 21976, σ. 194-195.
15 Γεώργιος Παπανδρέου, Η Απελεύθερωσης της Ελλαδος, Το Βήμα, Αθήνα 2009 [ανατύπωση της έκδοσης του 1964 από τις εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα], σ. 156-157.
16 Μαθιόπουλος, ό.π., σ. 335-341.
17 Λυμπεράτος, Ζητήματα Εξουσίας, σ. 277.
18 «Σημείωμα Τσώρτσιλ προς Ήντεν», 7.11.1944, Έγγραφο 13, στο: Οικονομίδης, ό.π., σ. 80.
19 Για τον Λήπερ η αξία της κυβέρνησης αυτής για τα βρετανικά σχέδια είχε ξεθωριάσει. Στις 10 Δεκεμβρίου, κι ενώ είχε ξεκινήσει ήδη η Μάχη της Αθήνας, σχολίασε ότι «η κυβέρνηση Παπανδρέου είναι μόνο στα χαρτιά. Ο ίδιος είχε χάσει το κύρος του ως πρωθυπουργός και τώρα θεωρείται ανοιχτά ως ανδρείκελο μιας ξένης δύναμης». Παρατίθεται: στο Φ. Ο. Οικονομίδης, Το σύνδρομο του Οδυσσέα: Η αόρατη μάχη του Ψυχρού Πολέμου. Η ελληνική εμπειρία του 20ού αιώνα μέσα από την ιστορία της ανθρωπότητας, ΚΨΜ, Αθήνα 2018, σ. 49.
20 Την κυνικότητα με την οποία οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν την Ελλάδα και τον λαό της αποτυπώνουν οι περίφημες εντολές του Τσώρτσιλ στον Σκόμπι, τον αρχηγό των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, στις 5 Δεκεμβρίου του ’44: «Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις συμμορίες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ […] Μην διστάζετε, πάντως, να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση […] Πρέπει να κρατήσουμε και να κυριαρχήσουμε στην Αθήνα. Θα είναι κατόρθωμα εάν το επιτύχετε αυτό χωρίς αιματοχυσία, αλλά και με αιματοχυσία αν κριθεί απαραίτητο» W. Churchill, The Second World War. Triumph and Tragedy, τόμος 6, Rosetta Books, Νέα Υόρκη 2002, σ. 347.
21 Μ. Π. Λυμπεράτος, Ζητήματα Εξουσίας, σ. 291-292. Ο Αρχηγός του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου αναφέρει ότι αριθμός των βρετανικών δυνάμεων είχε φτάσει τις 80.000 στρατιώτες την τελευταία εβδομάδα του Δεκεμβρίου του 1944. Field Marshal Lord Alanbrooke, War Diaries, 1939-1945, A. Danchev – D. Todman (επιμ.), University of California Press, Μπέρκλεϋ & Λος Άντζελες 2001, σ. 638.
22 Οικονομίδης, Το σύνδρομο του Οδυσσέα, σ. 49.
23 Σφήκας, Το «Χωλό Άλογο», σ. 149.
24 John O. Iatrides (επιμ.), Ambassador MacVeagh reports: Greece, 1933-1947, Princeton University Press, Πρίνστον 1980, σ. 554. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι ο διορισμένος από τον Παπανδρέου και τους Βρετανούς στρατιωτικός διοικητής Αθηνών Σπηλιωτόπουλος, ο οποίος, μάλιστα, είχε διοριστεί και αρχηγός της Χωροφυλακής από τη δωσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου, δε διέλυσε τα Τάγματα Ασφαλείας, αλλά τα προφύλαξε για να χρησιμοποιηθούν εναντίον του ΕΛΑΣ. Ακόμη δίνονταν διαβεβαιώσεις προς την ηγεσία των ταγματασφαλιτών ότι οι αποκήρυξή τους από την εξόριστη κυβέρνηση ήταν εικονική, για να μπορέσουν έτσι να διασφαλίσουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους εν όψει της αντιπαράθεσης με τον ΕΛΑΣ. Τσακαλώτος, ό.π., σ. 578–579· Τάσος Κωστόπουλος, Η αυτολογοκριμένη μνήμη: Τα τάγματα ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, Φιλίστωρ, Αθήνα 2005, σ. 70–72.
25 ΕΑΜ, Λευκή Βίβλος. Μάης 1944-Γενάρης 1945, Τρίκκαλα 1945 [Ανατύπωση Αθήνα], σ. 103.
26 Πρ. Παπαστράτης, «Η εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών στην Ελλάδα τις παραμονές του εμφυλίου πολέμου», στο: L. Baerentzen – Γ. Ο Ιατρίδης – O. Smith (επιµ.), Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο, 1945–1949, Α. Παρίση (μτφρ.), Ολκός, Αθήνα 1992, σ. 51-52.
27 Παρατίθεται στο: Christopher Simpson, Blowback: America’s Recruitment of Nazis and its Effects on the Cold War, Weidenfeld & Nicolson, Νέα Υόρκη 1988), σ. 159. Πρβλ. Γ. Γιανουλόπουλος, «Η μυστική επιχείρηση ανατροπής του αλβανικού καθεστώτος από την SIS και τη CIA (1948-1954) και η ελληνική συμμετοχή σε αυτήν», στο: N. Μαραντζίδης – Ηλ. Σκουλίδας (επιμ.), Ελλάδα και Αλβανία στον Ψυχρό Πόλεμο: Πολιτικές, Ιδεολογίες, Νοοτροπίες, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2021, σ. 91, υποσ. 33.
28 C. Nigel, “Εναλλακτικές επιλογές της βρετανικής πολιτικής, 1945-1946”, στο: Baerentzen – Ιατρίδης – Smith (επιµ.), σ. 234. Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι Βρετανοί το “ελληνικό πρόβλημα” ήταν η -μη υλοποιηθείσα τελικά- πρόταση του Λήπερ, τον Φεβρουάριο του 1946, να γίνει η Ελλάδα μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, γεγονός που θα ισοδυναμούσε, σύμφωνα με τον αξιωματούχο του Foreign Office, Χέυτερ, με την μετατροπή της Ελλάδας σε αποικία του Βρετανικού Στέμματος. Θ. Δ. Σφήκας, Οι Άγγλοι Εργατικοί και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Ο ιμπεριαλισμός της «Μη-επέμβασης» Φιλίστωρ Αθήνα 997, σ. 163-164.
29 Ενδεικτικό της εξάρτησης των μεταπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων από τον ξένο παράγοντα ήταν η ωμή επέμβαση του υφυπουργού εξωτερικών της Βρετανίας, του Η. W. MacNeil, ο οποίος καταλύοντας κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας τοποθέτησε ουσιαστικά στον πρωθυπουργικό θώκο τον Σοφούλη στις 22 Νοεμβρίου του 1945. Βλ. σχετικά Β. Κόντης, Η αγγλοαμερικανική πολιτική και το ελληνικό πρόβλημα:1945-1949, Παρατηρητής. Θεσσαλονίκη 1984, σ. 83-84.
30 Όταν αναφερόμαστε στον αστικό κόσμο δεν εννοούμε τους μεμονωμένους αστούς, τα άτομα. Αλλά, τα κόμματα, τις οργανώσεις τους, τους θεσμούς τους, τις συγκροτημένες οικονομικές και πολιτικές ελίτ.
31 Οι εκτιμήσεις των στελεχών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ (Σιάντος, Χατζής, Μπαρτζιώτας) για τον αριθμό των μελών των εαμικών οργανώσεων (ΕΑΜ, ΕΕΑΜ, ΕΑ, ΕΤΑ, ΕΛΑΣ, Εθνική Πολιτοφυλακή, Αετόπουλα) κυμαίνονται μεταξύ 1.520.000 και 2.020.000 σε έναν πληθυσμό της τάξης των 7.000.000 περίπου. Από την άλλη πλευρά, ορισμένες εκτιμήσεις Βρετανών αξιωματικών κατέβαζαν αισθητά και με υστερόβουλες προθέσεις τον αριθμό των μελών των εαμικών οργανώσεων στις 200.000-400.000. Ακόμη, το ΚΚΕ, ο βασικός πυλώνας των εαμικών οργανώσεων, λίγο πριν την αποχώρηση του μεγαλύτερου όγκου των κατοχικών δυνάμεων αριθμούσε 400.000-450.000 μέλη από τα 200 που πιθανολογείται ότι είχε εκτός των φυλακών τη στιγμή της έκρηξης του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Δηλαδή, το ΕΑΜ και οι οργανώσεις του αντιπροσώπευαν το 22- 31% του συνολικού πληθυσμού και το 27%-39% του πληθυσμού 10 ετών και άνω. Η δε πολιτική και ιδεολογική του επιρροή εκτιμάται ότι έφτανε το 60-70%. Για τα νούμερα των μελών του ΚΚΕ, των εαμικών οργανώσεων, τη συγκριτική μελέτη τους και την αντιπροσωπευτικότητά τους στον συνολικό πληθυσμό της χώρας, βλ. L. Baerentzen, “Η λαϊκή υποστήριξη του ΕΑΜ στο τέλος της Κατοχής, Μμήμων, τόμος 9. Αθήνα, σ. 161-172· Χρ. Βερναρδάκης – Γ. Μαυρής, Κόμματα και Κοινωνικές Συμμαχίες στην Προδικτατορική Ελλάδα, Εξάντας, Αθήνα 1991, σ. 34-47, 73-81. Ο Ηλίας Νικολακόπουλος υπολογίζει ότι τα μέλη των εαμικών οργανώσεων ήταν 1.780.000 και ότι η πιθανολογούμενη επιρροή του ΕΑΜ το Φθινόπωρο του 1944 προσέγγιζε το 45%. Ηλ. Νικολακόπουλος, “Τα γκρίζα όρια της εθνικοφροσύνης. Η δεκαετία του 1940 στις μεταγενέστερες εκλογικές αναμετρήσεις”, στο: Κ. Γαρδίκα – Α-Μ. Δρουμπούκη – Β. Καραμανωλάκης – Κ. Ράπτης (επιμ.), Η μακρά σκιά της δεκαετίας του ’40: Πόλεμος – Κατοχή – Αντίσταση – Εμφύλιος. Τόμος αφιερωμένος στον Χάγκεν Φλάισερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015, σ. 331.
32 Πρβλ. Aγγ. Ελεφάντης, Μας πήραν την Αθήνα… Ξαναδιαβάζοντας μερικά σημεία της Ιστορίας, 1941-1950, Βιβλιόραμα, Αθήνα 32003, σ. 28, 30-31, 35-37, 50-51, 55-72.
33 Παρατίθεται στο: N. Ψυρούκης, Iστορία της σύγχρονης Eλλάδας 1940-1967, τόμος A΄, Επικαιρότητα, Αθήνα 1975, σ. 297.
34 Παρατίθεται στο: Γ. Δ. Στεφανίδης, Ασύμμετροι εταίροι: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα στον Ψυχρό Πόλεμο, 1953-1961, Πατάκης, Αθήνα 62016, σ. 19.
πηγή: αντιτετράδια της εκπαίδευσης, τ. 139
e-prologos.gr

