γράφει ο Δημήτρης Κωστάκος

Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να επικαλείται εθιμοτυπικά τη σημερινή (χθεσινή) ημέρα κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Φωτογραφία του Κωνσταντίνου Ζήλου από τα σύνορα Πολωνίας-Ουκρανίας. Το μοιράζομαι: Το εκτυπώνω

Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να επικαλείται εθιμοτυπικά τη σημερινή ημέρα κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

Όπως συνέβη κατ’ επανάληψη τις τελευταίες δεκαετίες, έτσι και τώρα, η Ελλάδα υποδέχεται πρόσφυγες. Αυτή τη φορά από τη φλεγόμενη Ουκρανία.

Ολόκληρη η Ευρώπη θα υποδεχθεί πρόσφυγες εξαιτίας του πολέμου, θα πει κάποιος.

Ωστόσο, η Ελλάδα έχει μια «βαριά κληρονομιά»:

Μια δεκαετία μνημονίων και διαδοχικών κρίσεων με βαθύ αποτύπωμα στην οικονομία και την κοινωνία.

Τη λύση -και σε αυτή την περίπτωση- σε ό,τι αφορά στη διαχείριση της καθημερινότητας, δεν θα τη δώσουν οι κυβερνήσεις, αλλά ο λαός. Οι εργαζόμενοι.

Έως σήμερα και ενώ οι συγκρούσεις συνεχίζονται, εκτιμάται ότι περίπου 10.000 Ουκρανοί πρόσφυγες και Έλληνες της Ουκρανίας έχουν έρθει στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Κάποιοι από όσους αναζητήσουν καταφύγιο στη χώρα μας, θα συνεχίσουν προς άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Όμως, κάποιοι θα παραμείνουν ως μετανάστες.

Και όπως αποδεικνύεται από την εμπειρία και ταυτόχρονα αποτυπώνεται σε σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ «τα ελληνικά συνδικάτα μπροστά στην πρόκληση των σύγχρονων μεταναστευτικών ροών», από το σημείο αυτό και μετά η ελληνική κοινωνία βρίσκεται απέναντι στο μεγάλο ανθρωπιστικό στοίχημα.

Δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι δεν αποτελούν ένα ομοιόμορφο ιδεολογικό σύνολο (λογικό, ε;), τον αποφασιστικό ρόλο της προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων κάθε μετανάστη καλούνται να διαδραματίσουν τα συνδικάτα.

Επί της αρχής, σύμφωνα με τη μελέτη των επιστημονικών συνεργατών της ΓΣΕΕ, η δράση των ελληνικών συνδικάτων σε ό,τι αφορά τις μεταναστεύσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας 1989-2019, αποδεικνύεται «υποδειγματική διακηρυκτικά, συνεπής ιδεολογικά, αλλά αδύναμη οργανωτικά».

Σε αντίθεση με ό,τι παρατηρείται σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα ελληνικά συνδικάτα υιοθετούν διαχρονικά μια στάση αλληλέγγυα και υποστηρικτική των δικαιωμάτων και των διεκδικήσεων των μεταναστών, είτε πρόκειται για περιόδους οικονομικής κρίσης είτε όχι.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αναπτύσσεται δράση με την απαιτούμενη έκταση και οργάνωση….

Σε πολλές χώρες υποδοχής μεταναστών (όπως και στην Ελλάδα), προκύπτει το συμπέρασμα ότι, κατά κανόνα, οι εργοδοτικές οργανώσεις και οι μεταναστευτικοί σύλλογοι υποστηρίζουν την είσοδο μεταναστών εργατών, ενώ τα συνδικάτα, όχι σπάνια, στέκονται με επιφύλαξη και ανησυχία (έστω και σιωπηρά) απέναντι σε νέες μεταναστεύσεις.

Ορισμένοι μελετητές της μεταναστευτικής πολιτικής εκτιμούν ότι τα συνδικάτα ενδέχεται να αντιτίθενται (διακριτικά) στη μετανάστευση από φόβο πιέσεων στους μισθούς και στα εργασιακά δικαιώματα, αλλά η είσοδος χαμηλής ειδίκευσης εργατών σε κλάδους με ελλείψεις σε εργατικά χέρια πολλές φορές οδηγούν σε ουδέτερη ή θετική στάση, ιδίως όταν το συνδικαλιστικό κίνημα αντλεί δυνάμεις και μέλη, κυρίως, από τους οργανωμένους ή δυναμικούς κλάδους και από τις τάξεις των υψηλά ειδικευμένων εργαζομένων.

Μάλιστα, οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα αντιρρήσεων ως προς την κοινωνική αποδοχή των μεταναστών, ενώ συνήθως εκφράζουν θετικές γνώμες απέναντι σε αυτό καθαυτό το μεταναστευτικό φαινόμενο. Επίσης, οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι αξιολογούν θετικότερα σε σχέση με τους μη συνδικαλισμένους την επίδραση της εργασίας των μεταναστών σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, πολλοί γηγενείς εργάτες ασπάζονται την ιδεολογία της «εργατικής αριστοκρατίας» όταν πρόκειται να τοποθετηθούν στο ζήτημα της εκμετάλλευσης των μεταναστών συναδέλφων τους από την εργοδοτική πλευρά. Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ, επιφυλάσσοντας διακριτική μεταχείριση σε βάρος των μεταναστών σε πολλά επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και με τη βοήθεια ευρέως διαδεδομένων ρατσιστικών και ξενοφοβικών ιδεολογημάτων, επιτυγχάνουν τη διαίρεση της εργατικής τάξης σε δύο μεγάλες ομάδες με κριτήριο την εθνικότητα ή την καταγωγή.

Και στο σημείο αυτό, εισερχόμαστε στο κοινωνικό ναρκοπέδιο:

– Η φθηνή εργατική δύναμη των μεταναστών και η εργοδοτική εκμετάλλευσή τους καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την καταγραφή και οργάνωσή τους, ενώ παράλληλα διογκώνει την παραοικονομία.

Η κατά τεκμήριο φιλομεταναστευτική διαχρονικά τοποθέτηση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος απέναντι στις μεταναστεύσεις δεν μεταφράζεται σε αυξημένη συνδικαλιστική συμμετοχή των μεταναστών στις τάξεις των συνδικάτων.

Καθίσταται εμφανής η απουσία ολοκληρωμένου και στοχευμένου στρατηγικού συνδικαλιστικού σχεδιασμού αναφορικά με τους μετανάστες μισθωτούς, ενώ σημαντική υστέρηση διαπιστώνεται από την πλευρά των συνδικάτων αναφορικά με τη μέριμνα για την καταγραφή και τη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν τις συλλογικές και ατομικές εργασιακές σχέσεις των μεταναστών.                

Ίσως, λοιπόν, αυτή η νέα κρίση να πρέπει να αποτελέσει το έναυσμα για αποφασιστική και αποτελεσματική δράση των συνδικάτων, γιατί το μεγαλύτερο πλήγμα σε μια κοινωνία θα επέλθει όταν τελικά μεταναστεύσει ο ανθρωπισμός….

πηγή: kosmodromio.gr

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το