Μόλις πριν από λίγους μήνες (01/02/2026) δημοσιεύθηκε ο Νόμος 5278/2026 υπό τον τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», για να εισαγάγει αλλαγές στη ρύθμιση του δικαίου των ΣΣΕ και, τελικά, να καταφέρει ένα ακόμα πλήγμα σ’ αυτή τη μεγάλη κατάκτηση του εργατικού κινήματος.

Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ως συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των εργαζομένων και των εργοδοτών μέσω των οργανώσεών τους και καθορίζουν τους βασικούς όρους εργασίας (μισθούς, επιδόματα, ωράριο και συνθήκες εργασίας) εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση και ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Στην Ελλάδα, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) ιδρύεται το 1918, ενώ δύο χρόνια αργότερα ψηφίζεται ο νόμος 2112/1920 ως μια πρώτη προσπάθεια προστασίας των εργαζομένων και ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Ακολούθησε ο νόμος 3239/1955 με έντονο κρατικό παρεμβατισμό στα συνδικάτα, για να φτάσουμε στην περίοδο της Δικτατορίας, όπου χωρίς προσχήματα τα συνδικάτα είτε διαλύονται είτε τίθενται υπό πλήρη κρατικό έλεγχο, με αποτέλεσμα οι ΣΣΕ στην πράξη να καταργηθούν.

Ο νόμος του 1955 αντικαθίσταται από το νόμο 1876/1990 για τις «Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» που θέσπισε η κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ. Ο συγκεκριμένος νόμος, ενώ αποτύπωσε τα βασικά και σταθερά αιτήματα του εργατικού κινήματος ως τότε, δεν προέβλεπε διαπραγματεύσεις για συνταξιοδοτικά θέματα, δεν κάλυπτε ειδικές κατηγορίες εργαζομένων (όπως οι ναυτεργάτες), και κυρίως, δεν συμπεριέλαβε τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα. Ωστόσο, ο νόμος αυτός θέσπιζε τη διαδικασία σύναψης ΣΣΕ (Εθνική Γενική ΣΣΕ, κλαδικές, ομοιοεπαγγελματικές και τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, επιχειρησιακές) μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και την εφαρμογή τους με βάση την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης και τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής για μεσολάβηση ή διαιτησία στον ΟΜΕΔ (Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας).

Οι συνθήκες για τους εργαζόμενους άλλαξαν άρδην την εποχή των μνημονίων, όταν, υπό το πρίσμα της κρίσης και του δημοσιονομικού χρέους, οι κυβερνήσεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατήργησαν τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον κατώτατο μισθό, αφού ο καθορισμός του πέρασε στην κυβέρνηση -μάλιστα στην πρώτη εφαρμογή του, ο νόμος πετσόκοψε τον κατώτατο μισθό κατά 22% για όλους τους εργαζόμενους και επιπλέον 10% (συνολικά 32%) για τους νέους κάτω των 25 ετών. Επιπλέον, έπαψαν να ισχύουν οι τριετίες της ωρίμανσης(με τις αντίστοιχες αυξήσεις των μισθών, 10% ανά τριετία), καταργήθηκε η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, με διάταξη που όριζε ότι η επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει της κλαδικής ΣΣΕ, ενώ στο ίδιο διάστημα πρακτικά έπαψε να ισχύει η επεκτασιμότητα των ΣΣΕ, δηλαδή οι όροι που συμφωνήθηκαν μεταξύ οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών δεν ίσχυαν για εργαζόμενους και εργοδότες που δεν ήταν μέλη των εν λόγω οργανώσεων. Ταυτόχρονα, η μετενέργεια των ΣΣΕ, δηλαδή η «μεταφορά» και η διατήρηση των όρων της ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων αφότου λήξει η ΣΣΕ, περιορίστηκε στους τρεις μήνες και μόνο για κάποιους όρους της, με αποτέλεσμα πολύ σύντομα οι εργαζόμενοι να μένουν έκθετοι σε πιέσεις της εργοδοσίας. Τέλος, η προσφυγή στη διαιτησία δεν μπορούσε να είναι μονομερής, αλλά απαιτούσε τη συμφωνία και των δύο συμβαλλομένων μερών, ενώ κάθε απόφαση του ΟΜΕΔ πρακτικώς βασιζόταν σε χρηματοοικονομικά και παραγωγικά δεδομένα των επιχειρήσεων. Όλο αυτό το πλαίσιο αξιοποίησαν οι εργοδότες για να καταργήσουν στην πράξη τις ΣΣΕ και να τις αντικαταστήσουν με ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατά κανόνα με χειρότερους εργασιακούς όρους.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η κυβέρνηση της ΝΔ από το 2019 και εξής: με τρεις διαδοχικούς αντεργατικούς νόμους (Χατζηδάκη το 2021, Γεωργιάδη το 2023 και Κεραμέως το 2025) φρόντισε να ενταθούν αυτές οι πιέσεις προς τους εργαζόμενους. Συγκεκριμένα, διατήρησε το νομοθετικό πλαίσιο των μνημονίων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ συμπεριέλαβε όλες τις εργοδοτικές ασυδοσίες που είχαν εμφανιστεί μέχρι τότε, παρουσιάζοντάς τες ως δικαίωμα των εργαζομένων: δικαίωμα για 13 ώρες εργασίας, δικαίωμα για 7 ημέρες εργασίας, δικαίωμα για συμβάσεις λίγων ωρών, δικαίωμα στην ευελιξία! Η κυβέρνηση της ΝΔ ανακοινώνει τον κατώτατο μισθό, αφού τον προσδιορίσει με μαθηματικό τύπο λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά μεγέθη της χώρας, θέτει ως όρο στην επεκτασιμότητα των Συμβάσεων την κάλυψη τουλάχιστον του 50% των εργαζομένων και την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, θεσπίζει το Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕΜΗΣΟΕ) και την υποχρέωση των οργανώσεων να εγγράφονται ως βασική προϋπόθεση για τη σύναψη ΣΣΕ. Το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πολιτικής φαίνεται στα νούμερα: το 2010 (αρχή μνημονίων) καλυπτόταν από ΣΣΕ το 65,1% των εργαζομένων, ποσοστό που το 2018 έπεσε στο 25,8%, ενώ το 2023 βρίσκονταν σε ισχύ μόλις 18 ΣΣΕ! Αντιστοίχως, μέχρι το 2010 περίπου 160.000 εργαζόμενοι αμείβονταν με τον κατώτατο μισθό, αριθμός που σήμερα έχει εκτοξευθεί στους 650.000 εργαζόμενους, ως αποτέλεσμα της δυσκολίας σύναψης ΣΣΕ.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται στις αρχές του 2026, ο νόμος της «Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας» ως προϊόν συμφωνίας κυβέρνησης, εργοδοτικών οργανώσεων και της κατάπτυστης ηγεσίας της ΓΣΕΕ, για να διαιωνίσει τις μέχρι τώρα ισχύουσες αντεργατικές διατάξεις και να σαρώσει ό,τι έχει μείνει: ο κατώτατος μισθός συνεχίζει να καθορίζεται με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) και κατά κανόνα σε χαμηλά επίπεδα (σε σχέση με τις ανάγκες, τον πληθωρισμό, τη ραγδαία αύξηση των ειδών πρώτης ανάγκης και ενέργειας), αφαιρώντας από τη ΓΣΕΕ την κυριότερη αρμοδιότητά της, δηλαδή τη συλλογική διαπραγμάτευση της ΕΓΣΣΕ. Ταυτόχρονα, της δίνει τη δυνατότητα να υπογράφει κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, όταν δεν υπάρχει ικανό ποσοστό εκπροσώπησης των εμπλεκομένων (άνω του 40%), γεγονός που αποδυναμώνει στην πράξη τις ομοσπονδίες και τις θέτει υπό τον έλεγχο του φιλεργοδοτικού τριτοβάθμιου οργάνου. Επιπλέον, διατηρείται η μόλις τρίμηνη μετενέργεια των ΣΣΕ, για να οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε πιέσεις και σύναψη ατομικών συμβάσεων εργασίας. Η ευνοϊκότερη ρύθμιση παραμένει ανεφάρμοστη, ενώ η προσφυγή στη διαιτησία απαιτεί τη σύσταση τριμελούς επιτροπής τεχνοκρατών στον ΟΜΕΔ, με αντικείμενο τον έλεγχο των προϋποθέσεων για μονομερή προσφυγή των εργατικών οργανώσεων, γεγονός που την καθιστά ανέφικτη. Τέλος, η εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ, αν και συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των συνδικάτων, εξακολουθεί να θέτει προσκόμματα στο δικαίωμα της επεκτασιμότητας μιας ΣΣΕ και στο δικαίωμα της προσφυγής στη διαιτησία, όσο η συνδικαλιστική οργάνωση παραμένει εκτός μητρώου.

Με το νέο νόμο της «Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας» ο πυρήνας των μνημονιακών διατάξεων και πολιτικών στα εργασιακά διαιωνίζεται. Τα συνδικάτα αποδυναμώνονται, οι εργαζόμενοι μένουν εκτεθειμένοι στις πιέσεις των εργοδοτών, το εργασιακό πλαίσιο αλλάζει μορφή και στοχεύσεις – οδηγείται σε έναν σκοτεινό εργασιακό μεσαίωνα. Εκτός αν ενεργοποιηθούν οι εργαζόμενοι συλλογικά, μαζικά, αγωνιστικά για την ανατροπή του! Για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, ασφαλείς και αξιοπρεπείς δουλειές για όλες και όλους!

πηγή: περιοδικό Πορεία, τ. 62

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το