Ο λαός μας αντιμετωπίζει νέες αυξήσεις σε προϊόντα και παροχές σε καθημερινή βάση, είτε αυξάνεται η τιμή των πρώτων υλών είτε όχι. Αντίθετα, οι όποιες μειώσεις των πρώτων υλών δε φαίνονται στην τσέπη του.

Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα είναι το ρεύμα, όπου το τελευταίο διάστημα παρουσιάστηκε μείωση στη χονδρεμπορική τιμή του. Και παρ’ όλη τη μείωση, τα τιμολόγια δεν αποκλιμακώθηκαν ανάλογα με αυτή την πτώση των τιμών. Έτσι, ενώ η μέση τιμή της ενέργειας στο χρηματιστήριο τον Απρίλιο σε σχέση με τον Μάρτιο μειώθηκε περίπου 16%, οι πάροχοι είτε διατήρησαν σταθερές τις τιμές είτε και αύξησαν τις χρεώσεις. Από αυτή την πρακτική επηρεάζονται κυρίως τα πράσινα τιμολόγια, όπου οι καταναλωτές είδαν στους λογαριασμούς τους αύξηση περίπου 15%. Ενώ αναμένεται να αυξηθούν ακόμα έως και 17% τον μήνα Μάιο.

Θυμίζουμε ότι τα πράσινα τιμολόγια διαφημίστηκαν στα τέλη του 2023, από την κυβέρνηση, ως εκείνα που θα εξασφάλιζαν τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό, αλλά κυρίως θα μείωναν τις καλπάζουσες τιμές στο ρεύμα. Αποδείχτηκε πολύ γρήγορα ότι ήταν κατά μέσο όρο πολύ ακριβότερα από την αντίστοιχη κατηγορία των κυμαινόμενων κίτρινων τιμολογίων. Και από τη στιγμή που το μεγαλύτερο τμήμα των καταναλωτών δε μεταπηδά από πάροχο σε πάροχο, πόσο μάλλον από είδος τιμολογίου σε είδος τιμολογίου, τα πράσινα τιμολόγια, που είναι και τα πολυπληθέστερα, είναι τελικά χωρίς ρίσκο ένα εξασφαλισμένο κέρδος για τους παρόχους.

Ταυτόχρονα, οι συνεχιζόμενες αυξήσεις στις τιμές έχουν σαν συνέπεια την όλο και μεγαλύτερη συσσώρευση χρεών, και το ρεύμα δεν αποτελεί εξαίρεση. Έτσι μέσα στο 2024, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των Ελλήνων καταναλωτών αυξήθηκαν κατά 1 δισεκατομμύριο ευρώ και έφτασαν συνολικά στα 3,4 δισεκατομμύρια. Παρ’ όλη την αύξηση των χρεών προς τους παρόχους, οι ίδιοι είδαν αυξήσεις στα κέρδη τους. Ενδεικτικά η ΔΕΗ, που εξακολουθεί να κατέχει πάνω από το 70% της λιανικής αγοράς ενέργειας, καταγράφει κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων 1,8 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε αύξηση 41% σε σχέση με το 2023.

Οι οφειλέτες δεν περιορίζονται μόνο σε έναν τομέα αντίθετα αυξάνονται σε πλήθος σε όλους τους τομείς της ζωής. Δηλαδή δεν οφείλουν μόνο τα νοικοκυριά, ευάλωτα ή μη, αλλά μεγάλες είναι και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές σε εμπόριο, βιοτεχνία, και στον πρωτογενή τομέα. Με περίπου 2,7 εκατομμύρια παροχές (από συνολικά 7,2 εκατομμύρια) να εμφανίζουν ανεξόφλητες οφειλές, δηλαδή 4 στις 10 παροχές αντιμετωπίζουν προβλήματα πληρωμών.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το κέρδος, αντιμετωπίζουν τα τόσο μεγάλα ταμειακά κενά. Την απάντηση την έδωσε ανάλυση της ΡΑΑΕΥ (Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων), όπου αποδεικνύει ότι οι πάροχοι μετακυλίουν το έλλειμμα αυτό στους καταναλωτές που ακόμα μπορούν να πληρώνουν το ρεύμα. Όπως υπολογίζει περίπου 6 λεπτά ανά κιλοβατώρα χρεώνονται οι παροχές αυτές. Έτσι, σε ένα μέσο τιμολόγιο με χρέωση 15 λεπτά/kWh, το 40% της τιμής αυτής καλύπτει τη «χασούρα» τους!

Επειδή όμως εξακολουθεί να υπάρχει μερίδα καταναλωτών που δεν είναι σε θέση να πληρώσει, οι πάροχοι, με τη βοήθεια της ΡΑΑΕΥ, ετοιμάζουν από 1η Ιούνη νέα μεθοδολογία υπολογισμού των τιμών για το τμήμα των καταναλωτών που διαπράττουν τη λεγόμενη ρευματοκλοπή. Έτσι, όσοι καταναλωτές βρεθούν να διαπράττουν ρευματοκλοπή θα χρεώνονται με αυτές τις διαφορετικές τιμές ανά κιλοβατώρα. Αυτή η μεθοδολογία διαφημίζεται ως ενίσχυση της διαφάνειας και αντιμετώπισης του φαινόμενου το οποίο, πάντα σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ, προκαλεί σημαντικές οικονομικές απώλειες τόσο στον ΔΕΔΔΗΕ όσο και στους συνεπείς καταναλωτές. Αυτό όμως που δε λέει είναι ότι οι οικονομικές απώλειες που θέλει να μειώσει, η νέα αυτή τιμολόγηση, είναι για τους ίδιους τους παρόχους. Η προσαύξηση που θα επιβάλλουν θα είναι πολύ υψηλή γιατί θα βασίζεται στις μέσες τιμές από τα τιμολόγια των πέντε μεγάλων παρόχων ρεύματος για το δεύτερο εξάμηνο του 2024, τιμές που είναι ήδη εξαιρετικά υψηλές. Μέτρο που θα λειτουργεί σαν φόβητρο και θα διασφαλίζει τα κέρδη των παρόχων.

Όλα αυτά η κυβέρνηση φροντίζει να τα ντύσει και να τα «νομιμοποιήσει» με νομοθετικές ρυθμίσεις μιας που είναι σταθερά προς όφελος των παρόχων ενέργειας, αδιαφορώντας για τα οικονομικά βάρη που καθημερινά επωμίζεται ο λαός μας για να τα βγάλει πέρα.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το