Δημήτρης Νανούρης

«Χωρίς τη γνώση της φωτιάς ωραιότερα καιγόμαστε» έγραφε ο Νίκος Καρούζος, μα εφόσον εμείς ξέρουμε –όσο ξέρουμε– άτσαλα γινόμαστε στάχτη κι ατάσθαλα. Αντίδοτο η ποίηση, έστω και αλυσιτελές, στις πυρκαγιές που κατακαίνε τα σπλάχνα μας και τις καρδιές μας. Ιδού:

ΦΩΤΙΑ

Γιατί έκαψες τη στέγη μου;» ρώτησα τη/ φωτιά./ «Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα» μου απάντησε./ Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα./ Όντως ανεμπόδιστα, αλλ’ ήταν τόσο άδειος,/ που έφτιαξα καινούρια στέγη αμέσως./ Είν’ αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι άλλο/ πάνω απ’ το κεφάλι μου.
Αργύρης Χιόνης, «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει», Γαβριηλίδης, 2011

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ-ΓΙΑΝΝΗ

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει/ δεν μπορεί να γίνει τίποτε./ Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές./ […] Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα./ (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)/ και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν. Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,/ τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια)./ Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο/ το βράδυ που έπεσε η γαλήνη/ άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής μέσα στο κορμί σου/ τη νύχτα εκείνη του αϊ-Γιάννη/ όταν έσβησαν όλες οι φωτιές/ και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
Γιώργος Σεφέρης, Λονδίνο, Ιούλιος 1932

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος./ Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν/ στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του/ μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια./ Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου./ Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι./ Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;/ Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;/ Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι./ Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν./ Ομως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος./ Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο./ Γινόταν ήλιος./ Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές/ άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε./ Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.
Τάκης Σινόπουλος, «Συλλογή Ι (1951-1964)», Ερμής

ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ καινούργια μάς προφθάνει/ κοντά στις τόσες συμφορές και στις πολλές θυσίες/ δεν ξέρω τίνος βάλθηκε παντού φωτιές να βάνει/ και κάθε βράδι να ’χουμε φρικτές φωτοχυσίες. […]// Συναθροισθήτε σκαπανείς, ορμήσετε φαντάροι/ απ’ άκρη σ’ άκρη χαλασμός… φωτιά και στο παζάρι./ Κι ιδού με σκούφους ναυτικούς, με νυχτικά φουστάνια/ γυναίκες κι άνδρες ώρμησαν μέσα στους δρόμους όλοι/ με στάμνες, με πλατύσταμνα και με τα γιαταγάνια/ κι έβλεπες σαν στρατόπεδο των Αθηνών την Πόλη.// Εν τούτοις μες στην ταραχή πολύ παρετηρείτο/ πως μόνον ο πρωθυπουργός στην πυρκαγιά δεν ήτο./ Ως τα επτά ουράνια ανέβαιναν οι φλόγες/ κι εφώτιζαν τα τέσσερα της πόλεως σημεία/ σαν σκάγια εσκορπίζονταν των σταφυλιών οι ρόγες/ και πέριξ διεχέετο μεγάλη ευθυμία.// Κοκκίνιζʹ η Ακρόπολις απ’ την πολλή χαρά της/ που έβλεπε να καίεται το δώρον του Ελγίνου/ γιατί αυτή δεν ξέχασε ακόμη τα παλιά της/ πως θύμα έγιν’ άλλοτε του κλέφτη της εκείνου./ Αν το ξεχνούνε οι Ρωμιοί, οι πέτρες δεν ξεχνούνε/ με ποιους εζούσαν άλλοτε και τώρα με ποιους ζούνε. […]Γεώργιος Σουρής, Αύγουστος 1884.

Οι έσχατοι στίχοι πιστοποιούν πως οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα η κατάντια μένει!

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το