Δημήτρης Μαυρίδης

Κι εκεί που λες ότι είσαι ένας απλός κομπάρσος σε μια μεξικανική σειρά με ελληνικό ντουμπλάρισμα, ξαφνικά αισθάνεσαι πρωταγωνιστής σε ένα ακραιφνώς ελληνικό σήριαλ όπου όλοι παριστάνουν τους ηθοποιούς και υποκρίνονται ανεπιτυχώς ρόλους μιας πραγματικότητας διαστρεβλωμένης και μεταποιημένης σαν το σακάκι τριακονταετίας του οποίου το ύφασμα ναι μεν είναι ακριβό, αλλά το σχέδιο παλιομοδίτικο. Όμως, η απανωτή μεταποίηση οδηγεί στην παραποίηση. Και η παραποίηση αποτελεί ψέμα. Μια φενάκη, που, ωστόσο, όλοι είναι σε θέση να αντιληφθούν και την οποία στις μέρες μας σου παρέχουν αφειδώλευτα, κατάμουτρα και – εννοείται – ανερυθρίαστα.

Γιατί ποιος από τους διαβιούντες σε τούτη τη χώρα δε μπορεί να αντιληφθεί την απάτη στα λόγια του πρωθυπουργού, όταν αυτός κάνει λόγο για «καταπληκτική ποιότητα ζωής»;

Ίσως, ελάχιστοι «ιθαγενείς» που έχουν βρει την υγειά τους με τους αντιεργατικούς και αντιπεριβαλλοντικούς νόμους και την αύξηση των κερδών τους στο πλαίσιο μιας κατ’ επίφαση υγιούς επιχειρηματικότητας. Μιας επιχειρηματικότητας που προπαγανδίζεται μέσα από το παραπλανητικό για τους υπόλοιπους σλόγκαν της «επανεκκίνησης», της «εξωστρέφειας» και του «μετασχηματισμού» της ελληνικής οικονομίας. Και, πράγματι, σ’ αυτούς τους ολίγους προσφέρεται η «καταπληκτική ποιότητα ζωής», όπως άλλωστε και σε κάθε μεγαλοκεφαλαιούχο καιροσκόπο που θα επένδυε στη χώρα αυτή με όρους αντιεργατικούς και αντιοικολογικούς.

Με τους υπόλοιπους όμως; Μ’ αυτούς τους πολλούς, που βιώνουν την αβίωτη πραγματικότητα αυτής της χώρας, τι συμβαίνει;

Ο λόγος γίνεται για την ποιότητα ζωής σε μια χώρα και μάλιστα για μια ποιότητα καλή στον υπερθετικό βαθμό. «Καταπληκτική» είναι η ποιότητα ζωής στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον έλληνα πρωθυπουργό. Αναμφίβολα πρόκειται για μια δήλωση ή ψεύτη ή αλαφροΐσκιωτου. Το «ψεύτης» το δέχεσαι, γιατί, ούτως ή άλλως, το παραμύθι έχεις συνηθίσει να το τρως εδώ και δεκαετίες και να το χωνεύεις και, μάλιστα, πολύ γρήγορα μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Το «αλαφροΐσκιωτος», ωστόσο, σε προβληματίζει, γιατί είναι, βασικά, επικίνδυνο. Επικίνδυνο, γιατί ο εκάστοτε ελαφρύς, ενώ ζει σε ένα δικό του κόσμο και δεν έχει καμία αίσθηση της πραγματικότητας, μπορεί να κατέχει θέση ευθύνης. Και, φυσικά, όταν δεν πρόκειται για υπηκόους στο γνωστό παραμύθι του Δανού, αλλά για έναν αληθινό λαό, τότε μάλλον ο λαός αυτός διατρέχει τον σοβαρό κίνδυνο αποβλάκωσης, αποχαύνωσης και χειραγώγησης από άλλους ανόητους ή επιτήδειους τύπους. Γιατί, αν δεχθούμε την γελοία άποψη ότι όλα βαίνουν καλώς στη χώρα μας και πως έχουμε κατακτήσει ένα επίπεδο ζωής «καταπληκτικό», ισάξιο μιας ιδανικής πολιτείας, τότε η λόξα της λαφρομυαλιάς είναι σίγουρα περισσότερο μεταδοτική από τον ίδιο τον κορονοϊό. Εδώ, αποφεύγοντας τις εντυπωσιακές αναφορές σε αριθμούς και ποσοστά (κατά κεφαλήν εισόδημα, κατώτατοι μισθοί, ανεργία κ.λπ. σε σχέση με την Ε.Ε.) και με δεδομένο ότι η ποιότητα ζωής σχετίζεται με τη δυνατότητα κατανάλωσης αγαθών, τον ελεύθερο χρόνο, την ψυχαγωγία, τις εργασιακές συνθήκες, το καθαρό περιβάλλον, την ασφάλεια και την ελευθερία πληροφόρησης και έκφρασης, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την έννοια της «καταπληκτικής ποιότητας ζωής» στη χώρα μας και να δούμε πόση αλήθεια περιέχει η δήλωση αυτή μέσα από απλά παραδείγματα του καθημερινού βίου.

Είναι γεγονός ότι η μέρα πληρωμής – καταβολής του μισθού αποτελεί ξεχωριστή στιγμή για κάθε νοικοκυριό της χώρας. Σημειώνεται εδώ ότι το νοικοκυριό χρησιμοποιείται ως όρος της οικονομίας και αφορά την πιο μικρή οικονομική μονάδα ενός πληθυσμού κι όχι την καθαριότητα και την τακτοποίηση ενός σπιτιού. Σχεδόν πάντα ο μισθός ή οι μισθοί ενός νοικοκυριού, λοιπόν, εξανεμίζονται στο πρώτο δεκαήμερο, ίσως και νωρίτερα, λόγω των μηνιαίων πάγιων εξόδων. Τα είδη πρώτης ανάγκης (ρεύμα, ύδρευση, θέρμανση) αποτελούν κατά βάση τα πάγια έξοδα ενός νοικοκυριού και αυτά αναμφίβολα πληρώνονται πανάκριβα. Κοντά σ’ αυτά προστίθενται και οι υψηλές τιμές των καυσίμων, που κυριολεκτικά εκμηδενίζουν το εισόδημα των εργαζομένων. Και, φυσικά, δε μπορούμε να μιλάμε για καλή ποιότητα ζωής, όταν δε μένει φράγκο στην τσέπη για την απόκτηση ή κατανάλωση άλλων αγαθών που θα βελτίωναν τις συνθήκες της ζωής ενός νοικοκυριού. Αντιθέτως, μάλλον πρόκειται για εξαθλίωσή του. Αναμφισβήτητα, η ποιότητα ζωής μιας χώρας είναι συνυφασμένη με τον ελεύθερο χρόνο και την ψυχαγωγία του λαού της.

Αλήθεια, πόσος ελεύθερος και συνάμα ποιοτικός χρόνος αναλογεί στο σύγχρονο εργαζόμενο, ο οποίος είτε εξαναγκάζεται σε υπερωρίες και ανάληψη εργασιακών καθηκόντων εκτός ωραρίου εργασίας είτε οδηγείται από την οικονομική δυσχέρεια σε αναζήτηση και δεύτερης εργασίας;

Η εργασιακή καταπόνηση, λοιπόν, του εργαζομένου λόγω της εργοδοτικής εκμετάλλευσης σε συνδυασμό με τη δαμόκλειο σπάθη των αντεργατικών νόμων που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του και ο πενιχρός μισθός δεν του αφήνει περιθώρια πραγματικής ψυχαγωγίας, η οποία συνήθως περιορίζεται εν είδει διασκεδάσεως σ’ ένα σύντομο απογευματινό καφέ. Όσο για τις καλοκαιρινές διακοπές, ακόμα και η ολιγοήμερη παραθέριση στην ίδια σου τη χώρα είναι πλέον απαγορευτική και περιορίζεται σε τριήμερα και στη φιλοξενία συγγενών και φίλων. Και ενώ σου μιλούν παιδιόθεν για τον ήλιο τον ηλιάτορα και τις πανέμορφες καταπράσινες θάλασσες της πατρίδας σου, δε σου ‘χουν πει, ωστόσο, ότι αυτά πια δεν είναι για σένα.

Χωρίς υγιές φυσικό περιβάλλον δεν υπάρχει ποιότητα ζωής. Η συνεχής υποβάθμιση και εντέλει η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος στο βωμό των οικονομικών συμφερόντων είναι υπεύθυνη για την ανασφάλεια και την αγωνία που βιώνουν πολλοί κάτοικοι αυτής της χώρας, καθώς απειλούνται από πλημμύρες, καθιζήσεις, κατολισθήσεις, πυρκαγιές και σοβαρά προβλήματα υγείας.

Η καταστροφή των δασών της οποίας γινόμαστε θεατές κάθε καλοκαίρι, η αποψίλωσή τους για επέκταση των καλλιεργειών και η εντατική υλοτόμησή τους για την κάλυψη αναγκών θέρμανσης λόγω της υψηλότατης τιμής του πετρελαίου – πλέον και του φυσικού αερίου – καθιστούν ευάλωτους σε καταστροφικά φυσικά φαινόμενα οικισμούς, ενώ παράλληλα χάνονται ανθρώπινες ζωές οι οποίες πολύ σύντομα λησμονούνται.

Εξάλλου, σε μια χώρα όπου ο κάθε επενδυτής – «επιχειρηματίας» μπορεί να τρυπάει όποιο βουνό επιθυμεί και να αποθέτει όπου τον βολεύει τα εξορυκτικά του κατάλοιπα, η υγεία των κατοίκων των περιοχών αυτών καθίσταται ιδιαίτερα επισφαλής. Για ποια «καταπληκτική» ποιότητα ζωής μας μιλάτε, λοιπόν, όταν οι περισσότερες χρόνιες, ανίατες ή θανατηφόρες ασθένειες προέρχονται από τέτοιου είδους καταστροφές και ελληνοπρεπέστατες τσαπατσουλιές;

Και μια που αναφερθήκαμε στην επισφάλεια, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η κατάσταση ανασφάλειας και αβεβαιότητας που βιώνει ο κάτοικος αυτής της χώρας είναι πλέον παροιμιώδης. Πέρα από τα εργασιακά και την υγεία, στο σημείο αυτό θα σταθούμε περισσότερο στο πόσο ποιοτική μπορεί να είναι η ζωή του αλλόχρωμου, του αλλόθρησκου, του άθεου, του αλλόδοξου, του ομοφυλόφιλου, της γυναίκας και του παιδιού.

Σε μια χώρα όπου η ευθύνη μετατίθεται τεχνηέντως στον Άλλον και απαξιώνεται ή εκμηδενίζεται η μειοψηφία υποβόσκει ένας ρατσισμός που εκδηλώνεται δυναμικά και πολυάριθμα σε κάθε ευκαιρία αναζήτησης αποδιοπομπαίου τράγου στην ελληνική κοινωνία. Σε μια χώρα όπου η θρησκοληψία και η δεισιδαιμονία αμφισβητεί την επιστήμη και πολλές φορές της επιβάλλεται η λογική περιττεύει. Σε μια χώρα όπου ο καθένας μπορεί να εκβιάζει συναισθηματικά ή να σκοτώνει μια γυναίκα και να κακοποιεί παιδιά, επειδή απλώς και μόνο θεωρεί ότι έχει εξουσία ζωής και θανάτου πάνω της και πάνω τους, η ζωή μοιάζει με ένα συνεχές φλασ-μπακ σε κοινωνίες και δεκαετίες περασμένων αιώνων.

Για ποια ποιότητα ζωής μιλάς, πρωθυπουργέ, όταν ένας πολίτης δεν τολμά να εκφράσει την προτίμησή του σε μια ποδοσφαιρική ομάδα μπροστά σε άλλους ανθρώπους, διότι οι φασίστες θα σπεύσουν να του κλείσουν το στόμα; Πόσο «καταπληκτική» μπορεί να είναι η ποιότητα ζωής αυτού του λαού, όταν τα νεοναζιστικά τάγματα εφόδου αναλαμβάνουν το ρόλο του μπάτσου σε περιόδους κρίσης και κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι σε ξεκάθαρες αντιλαϊκές πολιτικές;

Όχι. Ούτε κομπάρσοι στην βραζιλιάνικη σαπουνόπερά σας θα γίνουμε ούτε ως πρωταγωνιστές στο ελληνικότατό σας σήριαλ πρόκειται να υποδυθούμε ρόλους ανθρώπων που απολαμβάνουν την «καταπληκτική» ποιότητα ζωής που εσείς ψευδώς ή μάλλον αφελώς επικαλείστε.

Μαυρίδης Δημήτρης

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το