Με αφορμή τις ιστορικές κινητοποιήσεις για τα Τέμπη που έβαλαν στο στόχαστρο την κυβέρνηση Μητσοτάκη και την εγκληματική πολιτική της συγκάλυψης, ορισμένες πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά επανέφεραν το αίτημα «κάτω η κυβέρνηση» ή «ανατροπή της κυβέρνησης». Αυτό το αίτημα δεν είναι καινούριο, έρχεται από παλιά και διαδραματίζει έναν ιδιαίτερα αρνητικό και αποπροσανατολιστικό ρόλο για το λαϊκό κίνημα.
Ιδιαίτερα την περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 και της επιβολής των μνημονίων το 2010 από την ΕΕ και τις ΗΠΑ στην εξαρτημένη Ελλάδα, το αίτημα για άμεση πτώση της κυβέρνησης βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή πολλών πολιτικών οργανώσεων, ιδιαίτερα του λεγόμενου αντικαπιταλιστικού χώρου, που επικοινωνούσαν με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αποτελούσε και τον βασικό φορέα αυτού του αιτήματος, αφού διεκδικούσε την διαχείριση του αστικού κράτους και το σχηματισμό «κυβέρνησης της αριστεράς». Είναι χαρακτηριστικό ότι στα πρώτα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις. Εντέλει το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ σχηματίζει κυβέρνηση για να συνεχίσει την ίδια αντιλαϊκή πολιτική. Ο λαός απογοητευμένος, παραδόθηκε από τα κυρίαρχα κόμματα στην αναστολή των αγώνων και την παθητική αποδοχή των πολιτικών λιτότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο επέβαλε και αυτός μνημόνια κατά τη διάρκεια των κυβερνητικών του θητειών με την ακροδεξιά των ΑΝΕΛ, αλλά έπαιξε και κομβικό ρόλο στο περαιτέρω ξεπούλημα των σιδηροδρόμων, συμβάλλοντας στο προδιαγεγραμμένο έγκλημα των Τεμπών μαζί με τους προκατόχους του.
Αντίστοιχα την ίδια περίοδο των μνημονίων η πρώτη δύναμη που έθεσε το ζήτημα αλλαγής κυβερνητικής θητείας και εκλογών, στέλνοντας το μαζικό απεργιακό κίνημα στις κάλπες, ήταν το ρεβιζιονιστικό ΚΚΕ (2012), που έθεσε το αίτημα σε πρωτοσέλιδα του Ριζοσπάστη και όταν είδε τα ποσοστά του να συρρικνώνονται, κάλεσε το λαό μέσω της τότε Γενικής Γραμματέα Α. Παπαρρήγα όχι σε ανυποχώρητους αγώνες, αλλά σε «διόρθωση της ψήφου του». Σήμερα η ηγεσία του ΚΚΕ τα έχει ξεχάσει όλα αυτά, παραπέμποντας κάθε πολιτικό πρόβλημα στο χάπι για όλες τις ασθένειες, που είναι σύμφωνα με τις «επιστημονικές επεξεργασίες» της, η εκλογική ενίσχυση του ΚΚΕ και η παραπομπή όλων των προβλημάτων σε ένα απροσδιόριστο «σοσιαλιστικό» μέλλον, αγνοώντας αφενός τα άμεσα αιτήματα και αφετέρου τη φάση στην οποία βρίσκεται το λαϊκό κίνημα.
Επομένως, το συγκεκριμένο σύνθημα ευνοεί την αστική αντιπολίτευση που διεκδικεί τη λαϊκή ψήφο, αλλά πάντοτε ασκεί σε όλα τα κομβικά ζητήματα την ίδια πολιτική παρά τις επιφανειακές διαφοροποιήσεις. Στην πραγματικότητα το αίτημα «κάτω η κυβέρνηση» σημαίνει εκλογές, και οι εκλογές είναι μηχανισμός ανανέωσης και εξαπάτησης που αξιοποιεί το αστικό σύστημα για τη διαιώνιση του. Στις εκλογές το προβάδισμα το έχουν πάντοτε οι ισχυροί, αυτοί που συνδέονται με χίλια νήματα με την οικονομική εξουσία, με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα δίκτυα πελατειακών σχέσεων, ενώ για τους υπόλοιπους είναι ένα άνισο παιχνίδι ουσιαστικού αποκλεισμού από την πολιτική αρένα. Ο ρόλος της πραγματικής αριστεράς είναι να αποκαλύπτει πως ο λαός δεν μπορεί να περιμένει βελτίωση της ζωής του από τις εκλογές και τη μεταρρύθμιση του αστικού συστήματος. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τον εξωκοινοβουλευτικό αγώνα που αναπτύσσεται σε σχέση και με το ξεπέρασμα των κοινοβουλευτικών αυταπατών, αυτών των αυταπατών που αναπαράγουν οι δυνάμεις του στείρου αντικυβερνητισμού όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ΑΡΑΣ και το ΜέΡΑ 25.
Ορισμένες οργανώσεις, ιδιαίτερα το πρώην ΝΑΡ και νυν Κομμουνιστική Απελευθέρωση, προκειμένου να ξορκίσουν τη ρετσινιά του συνοδοιπόρου του ΣΥΡΙΖΑ και της σοσιαλδημοκρατίας, προσθέτουν στο «κάτω η κυβέρνηση» και μια σωρεία όρων και προϋποθέσεων για το πώς φαντάζονται αυτή την κυβερνητική ανατροπή, αντιπαραθέτοντας τα λεγόμενα «μεταβατικά προγράμματά» τους στα πραγματικά γεγονότα . Έτσι διαβάζουμε μια σειρά αντιφατικών αιτημάτων όπως «ανατροπή της κυβέρνησης με εργατικό έλεγχο», «ανατροπή της κυβέρνησης και κάθε επίδοξου διαχειριστή» και άλλες αντίστοιχες επινοήσεις στο ίδιο μήκος κύματος. Είναι προφανές ότι ο λαός δεν μπορεί να παρακολουθήσει αυτούς τους συνειρμούς που αφορούν μονάχα μυημένους στα ενδότερα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Ανεξαρτήτως προθέσεων, αυτό που στο τέλος μένει από αυτά τα μακροσκελή αιτήματα είναι στην ουσία οι εκλογές. Εκεί δηλαδή που ξεκινάνε και τελειώνουν όλα για τον πάσης φύσεως ρεφορμισμό. Φυσικά ο μόνος «εργατικός έλεγχος» που μπορεί να υπάρξει χωρίς την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος είναι η συνδιοίκηση πασοκικής έμπνευσης, δηλαδή η συμμετοχή και συνενοχή των εργαζόμενων στην πολιτική των κεφαλαιοκρατών. Οπότε είτε ορισμένοι θέτουν στο μαζικό κίνημα άμεσα το απογειωμένο της αίτημα της ανατροπής του καπιταλισμού αδιαφορώντας για τα άμεσα αιτήματα των εργαζόμενων και τους συσχετισμούς δυνάμεων, είτε αναπαράγουν τις αυταπάτες για εκλογές, όπως το ΣΕΚ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που καλούσε παλιότερα το λαό να ψηφίσει ΠΑΣΟΚ στις βουλευτικές εκλογές, ενώ στο δεύτερο γύρο των τελευταίων δημοτικών εκλογών τον καλούσε να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, πάντα «χωρίς αυταπάτες». Σε κάθε περίπτωση αυτά τα αιτήματα αγνοούν το κύριο πρόβλημα, της οργανωτικής και πολιτικής ωρίμανσης του μαζικού κινήματος, και είναι βούτυρο στο ψωμί του αστικού συστήματος της κυβερνητικής εναλλαγής των δεξιών και κεντρώων ή ψευτοαριστερών κομμάτων.
Φυσικά ο λαός έχει κάθε λόγο να μην θέλει να τον κυβερνάει μια λαομίσητη κυβέρνηση όπως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Μια αριστερή πολιτική δεν μπορεί να εξωραΐζει τις κυβερνητικές ευθύνες στη βάση θεωρητικών αναλύσεων και γενικολογιών. Όμως η διοχέτευση της λαϊκής αποδοκιμασίας σε γόνιμους πολιτικούς προσανατολισμούς είναι το καθήκον μιας πραγματικής αριστεράς. Η αριστερά οφείλει να αποκαλύπτει ότι το κύριο δεν είναι η εναλλαγή των αστικών κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία, αλλά η πάλη ενάντια στην πολιτική που υπηρετεί τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών και του κεφαλαίου. Από αυτό θα κριθεί τελικά αν οι μαζικοί αγώνες θα αποκτήσουν προοπτική ή αν θα σκοντάφτουν στην κοντόφθαλμη λογική των εκλογικών σωτήρων, εγκαταλειμμένοι στην άμπωτη και πλημμυρίδα των αυθόρμητων λαϊκών ξεσπασμάτων.
Η ανασυγκρότηση του λαϊκού κινήματος, η μαζικοποίηση των εργατικών συνδικάτων και των φοιτητικών και μαθητικών αγώνων προϋποθέτει ως απαραίτητο σταθμό την αποδοκιμασία της αντιλαϊκής πολιτικής ανεξάρτητα από τους φορείς που την προωθούν και εφαρμόζουν. Μια πραγματικά επαναστατική και κομμουνιστική αριστερά πρέπει να έρχεται σε αντιπαράθεση με τις ρεφορμιστικές αυταπάτες και αυτούς που πολύ επιζήμια τις καλλιεργούν και αναπαράγουν, πρέπει να ξεδιαλύνει στο λαό πως μόνο οι οργανωμένοι και παρατεταμένοι αγώνες μπορούν να ανοίξουν το δρόμο στις λαϊκές κατακτήσεις, ως την οριστική κατάργηση του συστήματος των κρατικών εγκλημάτων, της ακρίβειας, της εκμετάλλευσης και του πολέμου.
Φοίβος Α.
από το περιοδικό Πορεία, τ. 60, που κυκλοφορεί
e-prologos.gr

