Ο Κορνήλιος Καστοριάδης διατέλεσε επί χρόνια ολόκληρα ένας από τους κορυφαίους διοικητές του διεθνούς οικονομικού οργανισμού ΟΟΣΑ, ενός από τους κύριους φορείς, με τη Διεθνή Τράπεζα, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην Ευρώπη και υπήρξε ο μόνος σχεδόν Ελληνας διανοούμενος του εξωτερικού που αρνήθηκε συστηματικά και ρητά να έχει την παραμικρή έστω και συμβολική συμμετοχή (υπογραφή διαμαρτυρίας το 1967 ή μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου) στην αντίθεση ενάντια στη δικτατορία.

Συμπληρώνονται φέτος 48 χρόνια από την πτώση της δικτατορίας.

Ανασύρουμε σήμερα ένα μικρό επεισόδιο από την ιδεολογική αντιπαράθεση εκείνης της εποχής, με πρωταγωνιστές από τη μια πλευρά το Νίκο Πουλαντζά και από την άλλη τον Κορνήλιο Καστοριάδη.

Το επεισόδιο ξεκίνησε με μια σύντομη αναφορά του Πουλαντζά στον Καστοριάδη σε άρθρο του την Πρωτοχρονιά του 1977.

«Αν υπάρχει κάπου σκάνδαλο, δεν είναι σ’ αυτά που είπα, αλλά στο ότι κανείς δεν θεώρησε αναγκαίο να τα πει πρωτύτερα»
Νίκος Πουλαντζάς, 6/2/1977

Οι αναφορές του Πουλαντζά, ανάμεσα σε άλλα, έθιγαν δύο «λεπτά» ζητήματα: το γεγονός ότι ο Καστοριάδης υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΟΟΣΑ, καθώς και την επιδεικτική άρνησή του να στηρίξει έστω και μόνο με την υπογραφή του το αντιδικτατορικό κίνημα.

Ο βιογράφος επιβεβαιώνει

Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο σκληρές παρατηρήσεις του Πουλαντζά, επιβεβαιώνονται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο από τη βασική βιογραφία του Καστοριάδη που έχει εκδοθεί και στη χώρα μας (François Dosse, «Καστοριάδης: Μια ζωή», μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2015).

Οσο για το γεγονός ότι ο Καστοριάδης υπήρξε ανώτερο στέλεχος του ΟΟΣΑ, ο βιογράφος του παραδέχεται ότι «αυτή η κατάσταση ισοδυναμεί με ένα είδος διχασμού της προσωπικότητάς του» (σ. 200) και αλλού παραθέτει τη γνώμη επ’ αυτού του επί τέσσερις δεκαετίες συνοδοιπόρου του Καστοριάδη, Κλοντ Λεφόρ: «Βρίσκω αφόρητη την αξίωσή του να ενσαρκώνει το πνεύμα της επανάστασης, ενώ αναπαράγει ανεστραμμένον τον ολοκληρωτικό μύθο (αυτός, κατ’ εμέ, είναι ο βασικός λόγος που δεν θέλω σε καμιά περίπτωση να μας ταυτίζουν, ή να μας θεωρούν δίδυμο). […] Ο τρόπος με τον οποίο επωφελείται από αυτήν την κοινωνία, προς την οποία ανερυθρίαστα δηλώνει ότι αισθάνεται ξένος και επομένως του επιτρέπεται να κερδίζει από αυτήν το… βούτυρό του, με ενοχλεί πολύ» (επιστολή στις 19/2/1982, στο ίδιο, σ. 278-9).

Οσο για τη στάση του Καστοριάδη την περίοδο της δικτατορίας, άδικα θα ψάξει ο αναγνώστης έστω και μια λέξη στη βιογραφία των 620 σελίδων, πέρα από τη δράση κάποιων στο Παρίσι που φέρονται να εμπνεύστηκαν από αυτόν (σ. 243). Προφανώς σκεφτόταν αυτό που παραδέχτηκε στην επετειακή εκπομπή της ΕΡΤ για τους Ελληνες στην εξέγερση του Μάη του ’68, ότι δηλαδή δεν μετείχε ενεργά επειδή φοβόταν ότι θα τον απελάσουν.

Την αδράνειά του υπό τον φόβο της απέλασης καταγράφει και ο βιογράφος του (σ. 243). Πέραν αυτού, ο -έστω θεωρητικός- κίνδυνος της απέλασης εκλείπει το 1970, όταν ο Καστοριάδης παίρνει τη γαλλική υπηκοότητα. Την ίδια χρονιά αποχωρεί από τον ΟΟΣΑ για να στραφεί επαγγελματικά στην ψυχανάλυση. Η χούντα κρατάει όμως μέχρι τον Ιούλιο του 1974.

Ο Πουλαντζάς καταθέτει το εύλογο ερώτημα:

Είναι δυνατό μια πολιτική σκέψη, και διευκρινίζω όχι μια οποιαδήποτε σκέψη (περί τέχνης λ.χ.), αλλά μια σκέψη που δίνεται ανοιχτά και ρητά, στη δομή και στον λόγο της, σαν πολιτική και ακόμα περισσότερο μια πολιτική σκέψη που δίνεται σαν επαναστατική, σαν κι αυτή του Κ. Καστοριάδη, να θεωρηθεί τελείως διαχωρισμένη και αποκομμένη από τη συγκεκριμένη πολιτική πρακτική του φορέα της; Απαντώ χωρίς δισταγμό: ΟΧΙ. 

Πηγή: Με στοιχεία από την efsyn.gr (Δημήτρης Ψαρράς, Δημήτρης Καρύδας)

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το