Έχουν περάσει πάνω από δύο μήνες από τότε που ξεκίνησαν στην Κολομβία μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες. Συγκεκριμένα, στις 28 Απριλίου, έκανε την αρχή η Εθνική Επιτροπή Απεργίας, η οποία αποτελείται από εκατοντάδες συνδικάτα. Οι κινητοποιήσεις αρχικά εναντιώνονταν στην φορολογική μεταρρύθμιση, που προσπαθούσε να περάσει τότε η κυβέρνηση του Ιβάν Ντούκε. Μετά τις αντιδράσεις, το νομοσχέδιο, που επεδίωκε αύξηση του ΦΠΑ και διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αποσύρθηκε, με τον πρόεδρο της κυβέρνησης να υπόσχεται ένα νέο, το οποίο θα έχει και την «πολιτική συναίνεση», ενώ ο υπουργός οικονομικών Α. Κασκαρίγια, είχε αναγκαστεί σε παραίτηση.

Σταδιακά όμως τα αιτήματα διευρύνθηκαν. Ο κόσμος απαιτεί αύξηση των συντάξεων, βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος υγείας. Επίσης, ζητούν μεταρρυθμίσεις στην αστυνομία, και γενικότερα κοινωνική δικαιοσύνη, ειδικά τώρα που η πανδημία και οι επιπτώσεις της αύξησαν τις ανισότητες στη χώρα, αφού υπολογίζεται πως ώθησε επιπλέον 3,5 εκατομμύρια Κολομβιανούς στη φτώχεια. Πλέον, ο πληθυσμός που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας στη χώρα, αγγίζει το 42% του συνόλου, σχεδόν δηλαδή οι μισοί πολίτες. Επίσης, αυξήθηκε και η ακραία φτώχεια, κατά 5 μονάδες.

Η Εθνική Επιτροπή Απεργίας είχε ανακοινώσει μέσα στα μέσα Ιουνίου, την προσωρινή αναστολή των διαδηλώσεων μέχρι τα τέλη Ιουλίου, ωστόσο η κοινωνική κρίση είναι γενικευμένη. Η πολιτολόγος Σάντρα Βόρδα, είχε δηλώσει σχετικά με τις κινητοποιήσεις: «Υπάρχει ένα ενεργό κομμάτι της κοινωνίας που εδώ και καιρό είναι αποκλεισμένο από την πολιτική, από τον κόσμο της εργασίας, και τώρα κι από το εκπαιδευτικό σύστημα, και το οποίο έχει κουραστεί να το αποκλείουν. Αυτό διαδηλώνει στους δρόμους».

Η εκπρόσωπος του ΟΗΕ, Μάρτα Χουρτάδο, δήλωνε λίγες ημέρες μετά την έναρξη των κινητοποιήσεων: «έχουμε δεχθεί αναφορές, έχουμε μάρτυρες για εκτεταμένη χρήση βίας από αστυνομικούς, πυροβολισμούς, αληθινές σφαίρες, ξυλοδαρμούς διαδηλωτών καθώς και κρατήσεις». Σύμφωνα με την πλατφόρμα καταγραφής δεδομένων Statista, από το ξεκίνημα των διαδηλώσεων μέχρι και τα τέλη Μαΐου, παρατηρήθηκαν τα εξής: 3,405 υποθέσεις αστυνομικής βίας, 1,445 αυθαίρετες συλλήψεις, 648 βίαιες παρεμβάσεις των δυνάμεων ασφαλείας, 175 περιπτώσεις πυροβολισμών με πυροβόλα από αστυνομικές δυνάμεις, καθώς και 1,133 περιπτώσεις όπου η αστυνομία άσκησε σωματική βία. Επιπλέον, στο διάστημα αυτό, παρατηρήθηκαν 47 περιπτώσεις όπου διαδηλωτές τραυματίστηκαν στο μάτι, ενώ άλλες 22 στις οποίες σημειώθηκε σεξουαλική παρενόχληση από τις δυνάμεις ασφαλείας.

Τα παραπάνω δεν αφορούν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, οπότε οι αριθμοί έχουν αυξηθεί. Ωστόσο, υπάρχει ακόμη μια σκοτεινή πλευρά στην όλη υπόθεση: οι εξαφανίσεις διαδηλωτών. Όπως αναφέρει σε ρεπορτάζ του ο Guardian, από την αρχή των διαδηλώσεων, έχουν εξαφανιστεί 77 άνθρωποι (άλλες πηγές, όπως το Colombia Reports, αναφέρουν παραπάνω). Οι εξαφανίσεις, σημειώνει η εφημερίδα, «έχουν προκαλέσει αναμνήσεις από μερικές από τις πιο σκοτεινές ημέρες του εμφυλίου πολέμου της χώρας, κατά τη διάρκεια των οποίων χιλιάδες άνθρωποι εξαφανίστηκαν βίαια από τους στρατιωτικούς, τους δεξιούς παραστρατιωτικούς και τους αριστερούς αντάρτες».

Αξίζει να σημειωθεί πως πολλές οικογένειες φοβούνται να αναφέρουν στις αρχές τους εξαφανισμένους, καθώς ανησυχούν ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει τις όποιες πιθανότητές τους να επιστρέψουν ζωντανοί. Εν τω μεταξύ, ο εντοπισμός νεκρών – άγρια δολοφονημένων – συνεχίζεται. Τον προηγούμενο μήνα, βρέθηκε το κεφάλι ενός 23χρονου, του Santiago Ochoa, μέσα σε ένα κάδο. Είχε αναφερθεί η εξαφάνισή του δύο 24ωρα πριν τον εντοπισμό του. Λίγες μέρες αργότερα, εγκληματολόγοι που ερευνούσαν την υπόθεση του 23χρονου, βρήκαν και το πτώμα ενός 25χρονου, του Ερνάν Νταβίντ Ραμίρεζ, σε ένα κοντινό ποτάμι. Είχε εξαφανιστεί από τις 10 Ιουνίου.

πληροφορίες από: tvxs, the guartian

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το