Είναι κοινά αποδεκτό πως η συλλογική μνήμη του πληθυσμού των Επτανήσων που έζησε τον Β’ Π.Π. θεωρεί την ιταλική κατοχή ηπιότερη από την γερμανική. Υπογραμμίζουμε το «συλλογική» γιατί βέβαια περιοχές και οικογένειες που γνώρισαν από πρώτο χέρι την ιταλική θηριωδία δεν θα την ξεχάσουν ποτέ.

Ήταν άραγε πράγματικά ήπια η ιταλική κατοχή στην Ελλάδα;

Πολλές περιοχές της Ελλάδας δεινοπάθησαν, όπως π.χ. η Θεσσαλία, υπήρξαν σφαγές και εκτελέσεις αθώων (π.χ. Δομένικο), στρατόπεδα συγκέντρωσης (Λάρισα), καταστροφές και πυρπολήσεις (π.χ. Σέρβια), χιλιάδες νεκροί από πείνα (Αθήνα), εκτενή προσπάθεια αφελληνισμού (Δωδεκάνησα, Επτάνησα), συρρίκνωση της οικονομίας, βιασμοί. Φέρθηκαν σκληρά, βάναυσα και εκδικητικά και ο ελληνικός λαός είχε γευθεί εκ των προτέρων την ιταλική συνταγή με τους βομβαρδισμούς αμάχων κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Η κτηνώδης συμπεριφορά της φασιστικής ηγεσίας προς τους διάφορους λαούς είχε φανεί χρόνια πριν, με τα πεπραγμένα του Graziani στην Αιθιοπία (και την συγκάλυψη του Badoglio) και επαναλήφθηκε στα Βαλκάνια από τον Roatta –ειδικά στην Γιουγκοσλαβία- όπου με το δόγμα της «συλλογικής ευθύνης» του πληθυσμού, το οποίο εφαρμόστηκε και στην Ελλάδα, και με το περιβόητο «κεφαλή αντί οδόντος», που μεταφράζεται σε ομαδικές εκτελέσεις, εμπρησμούς, πλιάτσικο, βιασμούς και στρατόπεδα συγκέντρωσης υψηλού ποσοστού θνησιμότητας, διοικούσε με τρομοκρατικούς τρόπους τις ζώνες κατοχής.

Στη Κέρκυρα κατά την ιταλική κατοχή δεν υπάρχουν περιπτώσεις εκτελέσεων ή εμπρησμών αλλά έχουμε αναφορές για ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, στρατοδικεία, φυλακίσεις –ακόμα και μαθητών- παρεμβάσεις στη παιδεία, αποστολές σε στρατόπεδα φυλάκισης, άπλετη προπαγάνδα, πρόθεση αφελληνισμού του νησιού και οπωσδήποτε στραγγαλισμό της τοπικής οικονομίας με επακόλουθη πείνα. Και φυσικά τους βομβαρδισμούς του άμαχου πληθυσμού πριν την άφιξή τους. Όμως, ακούγοντας τους παλιούς, θεωρούν την ιταλική κατοχή ήπια, μάλιστα με περιπτώσεις επίδειξης ανθρωπιάς από πλευράς κάποιων Ιταλών. Η εξήγηση για αυτή την απατηλή πραγματικότητα οφείλεται μάλλον στους παρακάτω λόγους:

•Στην μετέπειτα καταστροφή του 1/3 της πόλης από τον γερμανικό βομβαρδισμό που τρομοκράτησε πραγματικά τους κατοίκους και επισκίασε προγενέστερες τραυματικές εμπειρίες.
•Στην μεθοδική θηριωδία που έδειξαν οι Γερμανοί προς τους Ιταλούς αιχμαλώτους (εκτελέσεις, ανθρωποκυνηγητό κλπ), η οποία είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο από την ιταλική συμπεριφορά, όπως επίσης και η μνήμη του απάνθρωπου διωγμού των Εβραίων Κερκυραίων από τους Γερμανούς.
•Στον οίκτο που προκάλεσαν οι Ιταλοί με τα τρομοκρατημένα τους βλέμματα όταν όλα είχαν πλέον χαθεί και έψαχναν σωτηρία στον ντόπιο πληθυσμό. Η μεγάλη καρδιά των ντόπιων τους λυπήθηκε, πολλούς τους έκρυψαν με κίνδυνο της ζωής τους, μάλιστα κάποιοι Ιταλοί ερωτεύτηκαν Κερκυραίες και στη συνέχεια τις παντρεύτηκαν.

Αυτές οι τελευταίες μνήμες (μαζί με τις συμφορές του Εμφυλίου) ξεθώριασαν τις προηγούμενες, συμβάλλοντας στη δημιουργία του μύθου του «καλού Ιταλού».

Βέβαια, η θολή μνήμη κάποιων νησιωτών ή των κατοίκων περιοχών ενός κράτους δεν αρκεί για να μεταβάλλει την γενική αντίληψη για την συμπεριφορά του Ιταλού στρατιώτη. Από τη λήξη του πολέμου μέχρι και σήμερα, το στερεότυπο του Ιταλού στρατιώτη ταυτίζεται με τον ειρηνικό και γεμάτο ανθρωπιά φαντάρο, που πήγε στο πόλεμο ενάντια στη θέλησή του, στερεότυπο που εκπροσωπείται από την εικόνα του αντιφασίστα, από το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι, από το «ούνα φάτσα ούνα ράτσα», από τη γνωστή ταινία «Μεντιτεράνεο» του Σαλβατόρες (αριστερού και προοδευτικού σκηνοθέτη).

Είναι ένα στερεότυπο που έχει γίνει δεκτό όχι μόνο στην Ελλάδα και στην Ιταλία αλλά και σε όλο το κόσμο, πλην ίσως των τόπων που δεινοπάθησαν άμεσα από την ιταλική κατοχή.

Πώς όμως φτάσαμε σε αυτό το στερεότυπο, αποδίδοντας τις ευθύνες για τη σκληρή συμπεριφορά και τις ωμότητες αποκλειστικά στους Γερμανούς; Το «ξέπλυμα» των ιταλικών ευθυνών είναι κάτι που έγινε συνειδητά, μεθοδικά, από διάφορους θεσμούς και με διάφορους τρόπους.

Το Μεγάλο Ξέπλυμα

Το «ξέπλυμα» των ευθυνών της Ιταλίας, η αποστασιοποίηση και ο διαχωρισμός από τη γερμανική συμπεριφορά θα ξεκινήσουν από την εποχή του λεγόμενου «εγγράφου του Κεμπέκ»: Βρισκόμαστε εν μέσω διαπραγματεύσεων για την ιταλική παράδοση και η ιταλική πλευρά λαμβάνει τηλεγράφημα απεσταλμένο στις 18 Αυγούστου 1943 από τον Τσώρτσιλ και τον Ρούσβελτ «με το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία δήλωναν την διαθεσιμότητά τους να βελτιώσουν τους όρους παράδοσης που θα επιβάλλονταν στην Ιταλία, ανάλογα με τη μελλοντική της συμπεριφορά στον αγώνα κατά της ναζιστικής Γερμανίας».

Εκτός λοιπόν από την παράδοση της χώρας και την ένταξή της στο πλευρό των Συμμάχων θα έπρεπε η Ιταλία να διαφοροποιήσει τη θέση της, να δώσει μια νέα, δημοκρατική εικόνα της χώρας, καλύπτοντας και απαλείφοντας το παρελθόν της. Άρχιζε λοιπόν μια επιχείρηση αποποίησης των ευθυνών και η δημιουργία μιας ψεύτικης εικόνας με σκοπό την εθνική συμφιλίωση αλλά και την αυτοαπαλλαγή.

Θα έπρεπε να δοθεί συνοχή και νέα ταυτότητα στην Ιταλία, με την συμβολή της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας που δεν έβλεπε την ώρα να κρύψει τις ευθύνες της για την σιωπή της στα θέματα της αποικιοκρατίας, του φασισμού και του αντισημιτισμού. Θα έπρεπε να σχηματιστεί ο μύθος του «καλού Ιταλού», ξεχνώντας τις διώξεις κατά των Εβραίων και τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν στα κατεχόμενα εδάφη. Και προπαντός, θα έπρεπε αντιπαραθέσουν την καλοσύνη, την γενναιοδωρία, και την ανθρωπιά του Ιταλού στρατιώτη ενάντια στη κακία, τη κτηνωδία, την επιθετικότητα και την βία του Γερμανού. Εν ολίγοις, θα έπρεπε να ενταχθεί η Ιταλία στη δημοκρατική κοινότητα, ανήκοντας στον κύκλο των Νικητών και εισπράττοντας τη διεθνή συναίνεση.

Η επιχείρηση ξεπλύματος θα ολοκληρωθεί μέχρι την Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού το 1947.

Υπεύθυνοι και μέθοδος

Υπεύθυνη για αυτό το «ξέπλυμα» και την νομιμοποίηση του είναι η πολιτική και πολιτιστική ελίτ της Ιταλίας της εποχής. Για παράδειγμα, οι κρατικοί ανώτεροι αξιωματούχοι που επιθυμούν να διαπιστευτούν ξανά διασφαλίζοντας μια συνέχεια στις θέσεις που ήδη κατέχουν, ελέγχοντας τους θεσμούς και τη συνέχιση του κράτους. Τα θεσμικά αυτά όργανα -πλήρως υπεύθυνα για το φασισμό- επιθυμούν να παραγραφούν τα λάθη και οι ευθύνες τους και να επανέλθουν στο προσκήνιο, παρά τον πόλεμο και όλόκληρη τη φασιστική εικοσαετία.

Υπεύθυνες είναι επίσης οι ηγεσίες των υπουργείων Στρατιωτικών και Εξωτερικών που επιδιώκουν να δώσουν μια συνέχεια στο υπάρχον establishment και να δώσουν στην Ιταλία μια νέα θέση στη παγκόσμια κοινότητα. Αυτές οι ηγεσίες δεν θα επιτρέψουν καν την έκδοση των Ιταλών στρατηγών στις χώρες που το ζητούν για να τους δικάσουν σαν εγκληματίες.

Οι τρόποι που θα επιτευχθεί το «ξέπλυμα» είναι διάφοροι και κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα:
•Δίνεται στη δημοσιότητα το ημερολόγιο του Τσιάνο. Περιορίζοντας όμως την δημοσίευση από το ’39 και μετά, όταν διαμέσου του ημερολογίου ασκείται ήδη κριτική στη πολιτική της Γερμανίας.
•Το Υπουργείο Στρατιωτικών δίνει στη δημοσιότητα τα ημερολόγια του Roatta, στα οποία βέβαια ο στρατός διακατέχεται από καλοσύνη και ανθρωπιά.
•Ασκείται μια έντονη διπλωματική δράση από την Προεδρία της Κυβέρνησης, με την δημοσίευση επιλεγμένων ντοσιέ όπου περιγράφεται ο ανθρωπιστικός ρόλος του στρατού. Όπως στη περίπτωση της Αιθιοπίας, όπου ο στρατός παρουσιάζεται σαν εκπολιτιστής και προστάτης. Δίνεται επίσης βάρος στην πραγματικά σπαραξικάρδια ιταλική υποχώρηση στη Σοβιετική Ένωση, όταν δεινοπάθησαν και πέθαναν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες. Εδώ αναζητείται η πρόκληση οίκτου, ξεχνώντας βέβαια να αναφέρουν πως ο ιταλικός στρατός βρέθηκε εκεί γιατί είχε εισβάλει στο πλευρό των Γερμανών.
•Δημιουργείται μια αντιφασιστική ταυτότητα και συνείδηση η οποία όμως υπάρχει σαν σημαντική οντότητα μόνο στα πρόθυρα του τέλους, όχι πριν. Πριν το 1943 δεν υπάρχει αντιφασιστική αντίσταση, κατά τα τέλη του ’43 υπάρχουν λίγες δεκάδες χιλιάδες παρτιζάνοι και μόνο το 1945 με την επικείμενη πτώση της Γερμανίας θα φτάσουμε στις περιβόητες 250.000 αντιστασιακών.
•Επιχειρείται διαχωρισμός μεταξύ φασισμού και λαού. Ο Τύπος θα συμβάλλει σε αυτή τη προσπάθεια, όπως στο παράδειγμα της «Unità» που περιέγραφε τον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας σαν «ένα επαίσχυντο πόλεμο ενάντια στη βούληση του λαού» και σαν «πόλεμο του φασιστικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος τελείωσε με την ήττα του φασισμού, αλλά όχι του ιταλικού λαού». Τα «ωκεάνια πλήθη» στους λόγους του Μουσολίνι και στη διακήρυξη της αυτοκρατορίας είχαν ξεχαστεί…
•Η φουρνιά των Ιταλών ιστορικών τα χρόνια μετά τον πόλεμο θα συνδράμει άθελα ή όχι και αυτή στο γλύκισμα των αρνητικών στοιχείων της φασιστικής εικοσαετίας με τον λεγόμενο «αντι- αντιφασισμό», δηλαδή την αναζήτηση θετικών στοιχείων κατά την φασιστική περίοδο. Γίνεται αναφορά για παράδειγμα στη βοήθεια που δέχτηκαν κάποιοι Εβραίοι από τον απλό λαό αλλά επικρατεί σιγή πάνω στους φυλετικούς διωγμούς και τα εκκαθαριστικά κυνηγητά.
•Η επιβολή σιγής για τις ωμότητες που διαπράχτηκαν. Μόνο κατά την δεκαετία του ’70 θα αρχίσει να γίνεται λόγος για χρήση χημικών αερίων στην Αιθιοπία, για στρατόπεδα συγκέντρωσης και γενοκτονίες στη Λιβύη. Και μόνο το 1996 οι σημερινοί δημοκρατικοί θεσμοί, όπως το Υπ. Αμύνης, που κάποτε είχαν διαπράξει αυτές τις πολιτικές, θα αποχαρακτηρίσουν τα σχετικά ντοκουμέντα.

Οι Ιταλοί κατάφεραν να ξεπλύνουν τις ευθύνες τους και να κάνουν να ξεχαστούν οι πράξεις τους. Σε αυτό συναίνεσε και η γεωπολιτική κατάσταση της εποχής, με τα δύο μεγάλα μπλοκ που σχηματίζονταν και με την Ιταλία σε θέση συμμάχου.

Κανείς Ιταλός στρατηγός δεν εκδόθηκε σε χώρες που το ζήτησαν, ποτέ δεν έγινε μια ιταλική Νυρεμβέργη. Ο Mario Roatta, κατηγορούμενος μεταξύ των άλλων για γενοκτονία στη Σλοβενία, θα το σκάσει με τη βοήθεια του Βατικανού και η καταδικαστική απόφαση θα ακυρωθεί το 1948.

Ο Rodolfo Graziani, παρά τις διαμαρτυρίες της Αιθιοπίας, δεν θα δικαστεί ποτέ για τα εγκλήματά του και θα φυλακιστεί μόνο για 4 μήνες σαν συνεργάτης του φασισμού.

Ο Pietro Badoglio θα κατηγορηθεί και αυτός για γενοκτονία από τους Αιθίοπες και θα ζητηθεί η έκδοσή του. Τα ιταλικά δικαστήρια θα τον αθωώσουν και το όνομά του θα εξαφανιστεί περιέργως από όλα τα πρακτικά.

Και στις τρεις περιπτώσεις για την μη έκδοση των εγκληματιών πολέμου σημαντικό ρόλο έπαιξε η παρέμβαση της Μ. Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το 1945 η Ελλάδα και οι άλλες βαλκανικές χώρες θα ζητήσουν την έκδοση των στρατηγών Roatta, Ambrosio, Robotti και Gambara. Όμως, ένα χρόνο αργότερα όλα είχαν αλλάξει: η Ευρώπη είχε χωριστεί στα δύο και η Ιταλία του De Gasperi ήταν μέρος του δυτικού μπλοκ. Η ιταλική κυβέρνηση αρνήθηκε να παραδώσει στην Ελλάδα τους υπεύθυνους για τις φρικαλεότητες. Ενώ ο De Gasperi δημιουργούσε μια εξεταστική επιτροπή, ζητούσε ταυτόχρονα από την Ουάσινγκτον να χρονοτριβήσει. Το ίδιο έπραξε και ο λόρδος Χάλιφαξ προς τη βρετανική κυβέρνηση που ασκούσε μεγαλύτερη επιρροή στην Ελλάδα, όπου μαίνονταν ο εμφύλιος πόλεμος. Εν ολίγοις, και η Ιταλία παραιτήθηκε από την απαίτηση έκδοσης και δίκης για τους ναζί εγκληματίες και η Ελλάδα έπραξε το ίδιο με την Ιταλία.

Για να σταθούμε στα πιο πρόσφατα, στην Αιθιοπία οι Ιταλοί προκάλεσαν εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, στη Σλοβενία 12.000 νεκρούς πολίτες και 70.000 εξόριστους, στην Ελλάδα οι καταστροφές που προκάλεσαν οι Ιταλοί εκτιμήθηκαν σαν ανάλογες των γερμανικών. Γίνεται λόγος για 8.000 εκτελεσμένους και 110.000 καταστρεμένες οικίες. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν 10.000 εξόριστοι στην Ιταλία και περίπου 200.000 νεκροί από τη πείνα.

Πηγή: Σπύρος Ιωνάς – corfuhistory.eu

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το