Η ρώσικη εισβολή στην Ουκρανία, υποχρέωσε τις περισσότερες κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να πάρουν θέση σχετικά με αυτήν. Φανερώνονται τόσο διάφορα μέτωπα που έχουν διαμορφωθεί ή και βρίσκονται υπό διαμόρφωση, αλλά και η επιρροή που ασκούν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε διάφορες, εξαρτημένες στον ένα ή τον άλλο βαθμό από αυτές, χώρες.

Σίγουρα κανείς δεν έχει εκπλαγεί με το γεγονός ότι σύσσωμη η Δύση καταδίκασε την εισβολή και επέβαλε διάφορες κυρώσεις στη Ρωσία, παίρνοντας το μέρος της Ουκρανίας. Αυτό φυσικά δεν γίνεται επειδή, όπως υποκριτικά δηλώνουν αυτές οι χώρες, παραβιάζεται το διεθνές δίκαιο και η εθνική κυριαρχία της Ουκρανίας. Γίνεται επειδή συστοιχίζονται με την ηγεμονική δύναμη της Δύσης, δηλαδή τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, που είναι άλλωστε αυτός που μέχρι πρότινος καθόριζε τις εξελίξεις εκεί και εξακολουθεί φυσικά να παρεμβαίνει, με στόχο την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την μετατροπή της σε προκεχωρημένο φυλάκιό του.

Από αυτή τη στάση διαφοροποιήθηκε η κυβέρνηση της Σερβίας με τον πρόεδρό της, Αλεξάντρ Βούτσιτς, να απευθύνεται στον λαό λέγοντας: «Η Σερβία είναι χώρα που στο πρόσφατο παρελθόν αισθάνθηκε τις κυρώσεις της Δύσης και οι συμπατριώτες μας στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης υφίστανται τώρα κυρώσεις. Επομένως η Σερβία πιστεύει ότι η επιβολή κυρώσεων τώρα σε οποιοδήποτε κράτος και στους εκπροσώπους του δεν ανταποκρίνεται στα πολιτικά και οικονομικά της συμφέροντα» και συμπλήρωσε ότι ασκήθηκε τεράστια πίεση στην κυβέρνησή του προκειμένου να στοιχηθεί με την ΕΕ, καθώς βρίσκεται και σε υπό ένταξη καθεστώς. Ο ίδιος αναφέρθηκε και στη στήριξη της Ρωσίας όσον αφορά το Κοσσυφοπέδιο και απέφυγε να καταδικάσει τη ρώσικη επέμβαση.
Αντιθέτως, Κροατία, Βουλγαρία, Κόσσοβο, Αλβανία, Μαυροβούνιο και Βόρεια Μακεδονία ευθυγραμμίστηκαν πλήρως με τις απαιτήσεις των δυτικών ιμπεριαλιστών και συμμετέχουν στο διαρκώς διευρυνόμενο πακέτο κυρώσεων.

Άλλη κυβέρνηση που διαφοροποιήθηκε είναι αυτή του Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας: «Το συμφέρον της Ουγγαρίας» είπε «είναι να μείνει έξω από τη στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στην Ουκρανία και τη Ρωσία» και συμπλήρωσε ότι η χώρα του δε θα στείλει οπλισμό στην Ουκρανία, ούτε θα συμμετάσχει στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά θα υποδεχθεί πρόσφυγες πολέμου. Στην κρατική τηλεόραση δήλωσε ότι θα επικεντρωθεί στα συμφέροντα της Ουγγαρίας και θα κινηθεί βάσει αποφάσεων που θα της επιτρέψουν να μείνει έξω από τη σύγκρουση.
Αν και η ελβετική κυβέρνηση ήταν από τις πρώτες που ανακοίνωσαν ότι δε θα πάρουν μέρος στις κυρώσεις, τηρώντας την υποτιθέμενη παραδοσιακή ουδετερότητα, τελικά στις 28 Φεβρουαρίου ανακοίνωσε και αυτή τη συμμετοχή της σε αυτές.

Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που έσπευσε με ταχύτητα αστραπής να ευθυγραμμιστεί με τις αμερικάνικες απαιτήσεις, θυμίζοντας το αστείο από παλιότερα του πιο γρήγορου «ΗΠΑλλήλου», στέλνοντας μάλιστα και οπλισμό, η κυβέρνηση της Τουρκίας μέσω του υπουργού Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στο πρακτορείο Αναντολού, γνωστοποίησε το βράδυ της 1ης Μαρτίου ότι δεν πρόκειται να λάβει μέρος σε κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Τις προηγούμενες μέρες η Τουρκία είχε απορρίψει το αίτημα της Ουκρανίας για κλείσιμο των στενών του Βοσπόρου, με την αιτιολογία ότι… δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν πρόκειται για πόλεμο… Τελικά τα στενά έκλεισαν για όλα τα πολεμικά πλοία, αφήνοντας στην πραγματικότητα μόνη τη Ρωσία στη Μαύρη Θάλασσα. Αν και καταδικάστηκε η ρώσικη εισβολή, η Τουρκία διαμήνυσε ότι δε θα εγκαταλείψει ούτε την Ουκρανία ούτε τη Ρωσία. Σίγουρα η τούρκικη στάση είναι πιο περίπλοκη από αυτήν της ελληνικής κυβέρνησης…
Στο συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ πριν λίγες μέρες, η Ρωσία άσκησε βέτο στο ψήφισμα για καταδίκη της επίθεσης που έθεσαν οι ΗΠΑ. Έκπληξη για κάποιους υπήρξε η στάση τόσο της Ινδίας όσο και των Αραβικών Εμιράτων, που επέλεξαν να απέχουν από την ψηφοφορία, όπως φυσικά και η Κίνα.
Άλλωστε ο Ινδός πρωθυπουργός, Ναρέντρα Μόντι, αν και σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο φέρεται να ζήτησε άμεση κατάπαυση του πυρός, απέφυγε να καταδικάσει την επίθεση.

Χαρακτηριστική είναι και η θέση του Πακιστάν. Ο πρωθυπουργός, Ιμράν Χαν, την Πέμπτη της 24ης Φεβρουαρίου και ενώ εξελισσόταν η επίθεση πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Ρωσία, όπου και δήλωσε ότι ήλπιζε «ότι η διπλωματία θα είχε αποτρέψει μια ανοικτή στρατιωτική σύρραξη», αποφεύγοντας ωστόσο να αποδώσει ευθύνες στη Ρωσία γι’ αυτό. Και για να γίνει πιο σαφής, απαντώντας για το χρόνο της επίσκεψης δήλωσε: «Έχουμε μια διμερή σχέση με τη Ρωσία και θέλουμε να την ενισχύσουμε. Δεν θέλουμε να είμαστε μέρος κάποιου στρατοπέδου».

Το Ιράν δηλώνει επίσης την αντίθεσή του στον πόλεμο, χωρίς ωστόσο να καταδικάζει τη Ρωσία. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Χοσεΐν Αμίρ-Αμπντολαχιάν, εκτίμησε πως η κατάσταση «έχει τις ρίζες της στις προκλήσεις του ΝΑΤΟ» και συνέχισε λέγοντας πως ο πόλεμος δεν είναι λύση και κάλεσε για άμεση κατάπαυση του πυρός και μια «πολιτική δημοκρατική λύση». Η Συρία ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τη Ρωσία κάνοντας λόγο για «μια στρατιωτική επιχείρηση από τους συμμάχους της Ρωσίας για να διατηρήσουν την εθνική τους ασφάλεια και σταθερότητα», ενώ σε επικοινωνία με τον Πούτιν ο Μπασάρ Αλ Ασάντ φέρεται να χαρακτήρισε την εισβολή ως αποκατάσταση της ιστορίας.
Στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, η κυβέρνηση της Κούβας μετά την επίσκεψη του προέδρου της ρώσικης Δούμας, Βιατσεσλάβ Βολόντιν, την Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου, τοποθετήθηκε μέσω του πρόεδρου Ντίας Κανέλ καταδικάζοντας «την επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρωσίας και την αντιρωσική προπαγανδιστική και επικοινωνιακή υστερία». Η επίθεση δεν είχε ξεκινήσει ακόμη, αν και πολλοί αναφέρονται στο γεγονός ότι την προηγούμενη μέρα η Δούμα είχε εγκρίνει την αναδιάρθρωση κουβανικού χρέους προς τη Ρωσία ύψους 2.3 δισ. δολαρίων.
Όσον αφορά τη Νικαράγουα, η κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγκα φέρεται να ήταν πιο ανοικτά υποστηρικτική, καθώς εξέφρασε τη στήριξή της την Πέμπτη, όταν και πραγματοποίησε την επίσκεψή του ο Βολόντιν.

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νίκολας Μαδούρο, είχε καταγγείλει την περικύκλωση της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ εκφράζοντας την στήριξή του στη Ρωσία. Μετά την έναρξη της επίθεσης, έκανε έκκληση για ειρηνική διευθεύτηση, βάλλοντας εναντίον των κυρώσεων που έχουν σκοπό να γονατίσουν τη Ρωσία, όπως είπε. Επίσης κατήγγειλε την παραβίαση της συνθήκης του Μινσκ από τη Δύση.
Διφορούμενη πρέπει να θεωρείται η στάση της Βραζιλίας. Αν και η Βραζιλία την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου συντάχθηκε με τις ΗΠΑ στην ψηφοφορία στο συμβούλιο ασφαλείας, ο πρόεδρος Μπολσονάρο την περασμένη Κυριακή αρνήθηκε να καταδικάσει την επίθεση του Πούτιν στην Ουκρανία, λέγοντας ότι η Βραζιλία θα τηρήσει στάση ουδετερότητας. Πριν την εισβολή, είχε αγνοήσει απειλές εκ μέρους των ΗΠΑ προκειμένου να μην επισκεφτεί τον Πούτιν, και η δήλωσή του ότι είναι αλληλέγγυος με τη Ρωσία θεωρείται ότι εξόργισε τους Δυτικούς.
Ο νέος πρόεδρος της Χιλής, Γκαμπριέλ Μπόριτς, καταδίκασε τις ενέργειες της Ρωσίας και το ίδιο έπραξαν οι κυβερνήσεις της Ουρουγουάης, της Παραγουάης, του Ισημερινού και της Κολομβίας.

Η κυβέρνηση του Λουίς Άρτσε στη Βολιβία προς το παρόν έχει αρκεστεί σε μια δήλωση που εκφράζει την ανησυχία της για τις εξελίξεις και παρόμοια στάση κράτησε και ο Πέδρο Καστίγιο του Περού.

Ο πρόεδρος του Μεξικού, Αντρές Μανουέλ Λόπεζ Ομπραντόρ, ανακοίνωσε ότι η χώρα του δε θα επιβάλει καμία κύρωση και κατήγγειλε τη φίμωση της Ρωσίας από τα διεθνή ΜΜΕ.

Η θέση της Αργεντινής επίσης είναι υποκείμενη σε ερμηνείες. Αν και ο υπουργός εξωτερικών από τη 49η συνεδρίαση του συμβουλίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ καταδίκασε τη ρωσική επίθεση καλώντας σε κατάπαυση, απέφυγε να απορρίψει τις αιτιάσεις του Πούτιν για την εισβολή, αναφέροντας μάλιστα ότι: «Η διεθνής κοινότητα δεν έχει το δικαίωμα να καταδικάσει τις ανησυχίες για ασφάλεια οποιουδήποτε κράτους» και είπε ότι κάθε ανησυχία είναι έγκυρη και μπορεί να αποτελεί αντικείμενο του διαλόγου.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το τηλεοπτικό δίκτυο FOX που θεωρείται φερέφωνο των Ρεπουμπλικάνων τηρεί μια «ψύχραιμη» στάση, ειδικά μέσω του γνωστού παρουσιαστή Τάκερ Κάρλσον. Φυσικά καταδικάζεται η εισβολή, αλλά προβάλλεται σαν κύριο μέλημα το πώς να μη γίνουν τα πράγματα χειρότερα, ώστε να αποφευχθεί μια απευθείας σύγκρουση με μια πυρηνική δύναμη όπως η Ρωσία. Παράλληλα προωθείται η απαίτηση ώστε η κυβέρνηση Μπάιντεν να άρει τους περιορισμούς στην έρευνα και άντληση υδρογονανθράκων, ειδικά στην περιοχή της Αλάσκα, και όσον αφορά τη λειτουργία πυρηνικών εργοστασίων, ώστε να ενισχυθεί η δυνατότητα των ΗΠΑ στον ενεργειακό τομέα. Παράλληλα ασκείται έντονη κριτική στην υποτιθέμενη εμμονή της διοίκησης Μπάιντεν στις ΑΠΕ.

Αντιθέτως, διάφορα ΜΜΕ που συνδέονται με τους Δημοκρατικούς, όπως το MSNBC με τη γνωστή για την αντιρωσική της στάση παρουσιάστρια Ρέητσελ Μάντοου, έχουν ξεσαλώσει, θεωρώντας ότι δικαιώνεται η αντιρωσική υστερία τους των προηγούμενων ετών.
Σε προηγούμενη περίοδο, ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε πει ότι η πολιτική Μπάιντεν στρέφει την Ρωσία στην αγκαλιά της Κίνας. Ο ίδιος σε σχόλιά του μετά την εισβολή, χρέωσε την εξέλιξη αυτή στην ανικανότητα και την έλλειψη πυγμής της διοίκησης Μπάιντεν. Ισχυρίστηκε ότι ο Πούτιν αποφάσισε να εισβάλει στην Ουκρανία αφού είδε την χειρότερη υποχώρηση στρατιωτικών δυνάμεων της ιστορίας στο Αφγανιστάν, όπου αφέθηκε τεράστιο πολεμικό υλικό στα χέρια των Ταλιμπάν από τους έντρομους καταδιωκόμενους Αμερικάνους στρατιώτες. Χαρακτήρισε τον Πούτιν έξυπνο, αλλά είπε πως το πρόβλημα δεν είναι η εξυπνάδα του Ρώσου προέδρου, αλλά η ανοησία των Αμερικάνων ηγετών, καταλήγοντας φυσικά, πως αν ήταν αυτός πρόεδρος, τίποτα από όλα αυτά δε θα είχε συμβεί.
Σίγουρα όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του Τραμπ είναι στον αέρα, ωστόσο όλα αυτά πρέπει να έχουν να κάνουν με τις διαφορετικές προσεγγίσεις εντός των κυρίαρχων κύκλων στις ΗΠΑ για την εξωτερική πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το