Άρης Χατζηστεφάνου

Eνα σκάνδαλο δευτερεύουσας πολιτικής σημασίας φέρνει στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης αλλά και οι μεγαλύτερες πλατφόρμες του Διαδικτύου το τρομακτικό ενδεχόμενο επανεκλογής του Ντόναλντ Τραμπ: με τρόμο αλλά και σκιές λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας

Λίγα 24ωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες των πιο κρίσιμων προεδρικών εκλογών στην πρόσφατη Ιστορία των ΗΠΑ, ορισμένοι από τους πλέον καταξιωμένους ερευνητές δημοσιογράφους, που λειτουργούν ως επί το πλείστον έξω από το δίκτυο των κυρίαρχων ΜΜΕ, βρίσκονται στα μαχαίρια. Αιτία είναι η ανακοίνωση του βραβευμένου με Πούλιτζερ Γκλεν Γκρίνγουολντ ότι παραιτείται από την ιστοσελίδα The Intercept, της οποίας υπήρξε το βασικότερο ιδρυτικό μέλος, ύστερα από την «προσπάθεια λογοκρισίας» μιας έρευνάς του για την οικογένεια του υποψηφίου των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν. H έρευνα αφορά το περίφημο Ukrainegate, το γεγονός δηλαδή ότι ο Χάντερ Μπάιντεν, γιος του υποψηφίου των Δημοκρατικών για την προεδρία, συμμετείχε στο συμβούλιο μετόχων μιας ενεργειακής εταιρείας της Ουκρανίας ενώ ο πατέρας του από τη θέση του αντιπροέδρου των ΗΠΑ απέλυσε τον εισαγγελέα που θα ερευνούσε τυχόν παράνομες δραστηριότητες της εταιρείας.

Στην αντεπίθεση πέρασε από πολύ νωρίς η διάσημη Καναδή συγγραφέας και δημοσιογράφος Ναόμι Κλάιν, η οποία επίσης συμμετέχει στο Intercept και η οποία στήριξε την απόφαση της συντακτικής ομάδας να μη δημοσιεύσει το κείμενο – τουλάχιστον όχι χωρίς σημαντικές περικοπές που αφορούσαν τον υποτιθέμενο ρόλο του Τζο Μπάιντεν στο Ukrainegate.

Αντίθετα ο Ματ Τάιμπι, γνωστός για τις διεισδυτικές έρευνές του στον σκοτεινό κόσμο χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όπως η Goldman Sachs, στήριξε από την πρώτη στιγμή τον Γκρίνγουολντ. Το ίδιο φέρεται να κάνει (σύμφωνα τουλάχιστον με τον Γκρίνγουολντ) και ο Τζέρεμι Σκάχιλ, ο δημοσιογράφος που έφερε στην επιφάνεια τον ρόλο της εταιρείας μισθοφόρων Blackwater.

Το «πρόβλημα» για τον Γκρίνγουολντ ήταν ότι έσπευσε επίσης να τον στηρίξει ο μεγάλος γιος του Αμερικανού προέδρου και σύσσωμη η κουστωδία των ακροδεξιών τρολ που τον ακολουθεί στο Twitter. Η θέση του μάλιστα επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι ο ίδιος δέχτηκε να μιλήσει λίγες ώρες αργότερα στο δίκτυο Fox News του Μέρντοχ.

Η υπόθεση της οικογένειας Μπάιντεν, πάντως, δεν συντάραξε μόνο την εναλλακτική ενημέρωση αλλά και τα μεγαλύτερα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. To Twitter αποφάσισε να μπλοκάρει για δύο εβδομάδες την αναπαραγωγή κειμένου της εφημερίδας New York Post (ιδιοκτησίας Μέρντοχ) όταν παρουσίασε ανάλογο ρεπορτάζ για τον ρόλο του Τζο Μπάιντεν, ενώ σχετικούς περιορισμούς επέβαλε και το Facebook.

Οπως έγραφε στους New York Times o συντηρητικός αρθρογράφος Ρος Ντάουδατ, η υπόθεση εξελίχθηκε σε ένα «μιντιακό μετα-επιχείρημα για το πώς πρέπει να παρουσιάζεται ένα ρεπορτάζ». Ενώ δηλαδή η ίδια η αποκάλυψη για τον Μπάιντεν, ακόμα και αν επιβεβαιωθεί, δεν αναμένεται να πυροδοτήσει σημαντικές εξελίξεις, η συζήτηση που προκαλεί για τον ρόλο της δημοσιογραφίας είναι τεράστια.

Τα δύο περιστατικά καταγγελλόμενης «λογοκρισίας» φέρνουν στην επιφάνεια δύο εντελώς διαφορετικά αλλά εξίσου σημαντικά ζητήματα. Στην περίπτωση του Twitter και του Facebook έχουμε τη μεταφορά αρμοδιοτήτων αρχισυνταξίας και ελέγχου της δημοσιογραφικής έρευνας σε δύο πανίσχυρες ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες δεν έχουν ούτε τις γνώσεις αλλά ούτε καν την έξωθεν καλή μαρτυρία για να αποφασίζουν τι μπορεί να προωθεί στο Διαδίκτυο μια εφημερίδα. Το γεγονός ότι η New York Post είναι ακόμα μία κίτρινη φυλλάδα του Μέρντοχ δεν πρέπει να μας απομακρύνει από την ουσία του ζητήματος, που είναι ο τρομακτικός έλεγχος που αποκτούν οι διαδικτυακές πλατφόρμες στη ροή δημοσιογραφικών πληροφοριών προς το κοινό.

Αντίθετα, η περίπτωση του Intercept (σύμφωνα τουλάχιστον με την εκδοχή του Γκρίνγουολντ) φέρνει στο προσκήνιο τις καταγγελίες για λογοκρισία την οποία επιβάλλουν στον εαυτό τους φιλελεύθεροι αλλά και πραγματικά ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι προκειμένου να εξασφαλίσουν την εκλογή του Τζο Μπάιντεν – για την ακρίβεια, τη μη επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

«Αυτή τη στιγμή το μόνο που έχει σημασία είναι να φύγει ο Τραμπ» μου εξηγούσε πρόσφατα η Ναόμι Κλάιν, όταν τη ρώτησα τι αλλαγές μπορεί να φέρει στην περιβαλλοντική πολιτική ένας υποψήφιος όπως ο Μπάιντεν, ο οποίος χρηματοδοτείται από ορισμένους από τους μεγαλύτερους ρυπαντές του πλανήτη. «Με τον Μπάιντεν -υποστήριζε η ίδια- απλώς υπάρχουν καλύτερες προϋποθέσεις να δώσεις τη μάχη για το περιβάλλον (εναντίον του και όχι μαζί του)». Το επιχείρημα φέρει ιδιαίτερη βαρύτητα, ειδικά όταν διατυπώνεται από μια συγγραφέα η οποία στο παρελθόν δεν έπεσε στην παγίδα του ψευτοδιλήμματος ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους – ακόμη και όταν οι περισσότεροι συνάδελφοί της προσέδιδαν χαρακτηριστικά «μεσσία» στον Μπαράκ Ομπάμα.

Πού σταματά όμως ο πολιτικός ρεαλισμός, πού ξεκινά η αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων και κυρίως πού μπορεί να οδηγήσει αν γίνει συνήθεια; Ανάλογα ερωτήματα που σε άλλες στιγμές αποτελούν αφορμές για χαλαρές ακαδημαϊκές συζητήσεις, αποκτούν χαρακτηριστικά ζωής και θανάτου όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα ανθρωπόμορφο πολιτικό κτήνος όπως ο Ντόναλντ Τραμπ.

Προβλήματα, τα οποία ίσως να είχαν αποφευχθεί εάν το Δημοκρατικό Κόμμα είχε επιλέξει έναν υποψήφιο σαν τον Μπέρνι Σάντερς και όχι έναν ακραία νεοφιλελεύθερο πολιτικό που χάνει τα λόγια του μπροστά στην κάμερα.

πηγή: efsyn

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το